Σελίδες

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Ανθρωπος κάτω απ’ τη γέφυρα


Καθόταν γερμένος μπροστά στο τζάκι το αναμμένο, με τις φλόγες να ξεπετιούνται κατακόκκινες και ολόθερμες προς τα πάνω, γλείφοντας την αρχή της μαυρισμένης καμινάδας. Κάπου κάπου, η φωτιά τσιτσίριζε όταν έσκαγε κάποιο ξύλο, που είχε συγκρατήσει λίγη υγρασία. Ο γλυκός αυτός θόρυβος τον νανούριζε και τ' όνειρό του απλωνόταν σα σεντόνι κατάλευκο, όπως το παγωμένο χιόνι που σκέπαζε σήμερα το χώμα. Είχε, λέει, ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τα καλά του κόσμου επάνω, με λογιών λογιών φαγιά και λογιών λογιών κρασιά. Στα πόδια του, λέει, γουργούριζε σα γατούλα μια όμορφη γλυκειά γυναίκα και μερικά παιδιά έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια παρέκει, πάνω στο παχύ κόκκινο χαλί. Μια μουσική απαλή ξεχυνόταν και γέμιζε όλο το χώρο με μια εξώκοσμη μελωδία. Χάιδευε με το χέρι του τα ολόμαυρα μεταξένια μαλλάκια της καλής του και, κάπου κάπου, τσιμπούσε και μια μπουκίτσα απ' τα θεσπέσια εδέσματα. Ολα μα όλα ήταν τόσο τέλεια, που μονάχα η φαντασία μπορεί έτσι να τα πλάσει.

Μουρμούριζε μεσ' στον ύπνο του κι όλο χάιδευε το απαλό κεφαλάκι που ήταν γερμένο στα γόνατά του. Ξύπνησε όμως μια στιγμή, το στομάχι του γουργούριζε ανησυχητικά, και τ' όνειρο εξατμίστηκε μονομιάς. Το κεφαλάκι που χάιδευε έγινε η ψωρόγατα που είχε κουρνιάσει κοντά του, ένα έρημο ζωντανό κι αυτό. Η μελωδία έγινε θόρυβος σκληρός, πολλά αυτοκίνητα περνούσαν σήμερα πάνω απ' τη γέφυρα -ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Το τζάκι έκανε κι αυτό φτερά, μονάχα το παγωμένο χιόνι βρισκόταν στη θέση του, σκεπάζοντας όλα ένα γύρω, ακόμα και μέσα στην καρδιά του είχε προχωρήσει η παγωνιά. Ευτυχώς που κάποιος καλόψυχος άνθρωπος είχε αφήσει ένα ροζ υπνόσακκο στο παγκάκι, εκεί όπου συνήθως καθόταν τα μεσημέρια, διαφορετικά θά 'χε αποδημήσει κιόλας στον Παράδεισο.

Κόλαση ήταν η ζωή του ως τα σήμερα και τίποτα δεν έλεγε πως κι αύριο δε θα ήταν το ίδιο. Κάποτε, ναι, ήταν κι αυτός παιδί. Ενα παιδάκι σε μια δυστυχισμένη οικογένεια, όλο προβλήματα και τσακωμούς και μιζέρια. Μεγάλωσε χωρίς να μπορέσει να σπουδάσει, κάνοντας θελήματα σ' ένα μπακάλικο. Ετσι είχε γνωρίσει τα σπίτια με τα τζάκια και τα χαλιά. Εβλεπε τα παιδάκια και τα μάτια του βούρκωναν γιατί κι αυτός παιδάκι ήταν ακόμα. Ενα παιδάκι εβδομήντα τόσων χρονών, μοναχούλι του. Ζούσε σαν τα πετεινά τ' ουρανού, χωρίς σύνταξη, χωρίς άλλο έσοδο εκτός απ' την ελεημοσύνη των περαστικών. Το χέρι ούτε που τ' άπλωνε, ντρεπόταν. Η μορφή του όμως είχε μια γλυκύτητα και όποιος περνούσε τού 'δινε το κατι τις του. Πότε λίγο φαγητό, πότε κανα κέρμα, πότε κανα ρουχαλάκι, κι έτσι περνούσαν οι μέρες μετά το ατύχημα που είχε στην οικοδομή, όπου δούλευε πριν τρία χρόνια. Κουβάλαγε λάσπη στους χτιστάδες, όταν έπεσε η σκαλωσιά και πλάκωσε το χέρι του τ' αριστερό. Ούτε ασφάλεια, ούτε τίποτα. Τον άφησαν σα σκυλί δαρμένο σ' ένα νοσοκομείο και κανείς δεν θέλησε να τον ξαναδεί, μην έχουνε μπλεξίματα.

Οταν βγήκε απ' το νοσοκομείο, ξαναπήγε στη δουλειά, ο εργολάβος όμως ούτε ν' ακούσει για να τον ξαναπάρει. «Είσαι γέρος καημένε και σακάτης. Τι να σε κάνω;» του είπε δίνοντάς του λίγα χρήματα. «Όποτε έχεις ανάγκη, πέρνα να σου δίνω κάτι, αλλά για δουλειά δεν είσαι πλέον». Εβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη κι όταν ξαναπήγε στο γιαπί οι εργασίες είχαν τελειώσει και, πού να τον βρει τον εργολάβο, τον έχασε. Ετσι, έμεινε ένα σαράβαλο που τα μεσημέρια άραζε στα παγκάκια του πάρκου, κι όταν βράδιαζε κουρκουμιαζόταν κάτω απ' τη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου.

«Νά 'ναι καλά ο άνθρωπος που μ' άφησε τούτο το ρούχο» σκέφτηκε και σφίχτηκε πιο καλά μέσα στη ζεστασιά του υπνόσακκου. Εκλεισε ξανά τα μάτια με το πονεμένο βλέμμα και ξαναχάιδεψε το γατί. «Αχ! Μικρούλι μου, μοναχούλι σου κι εσύ και κατατρεγμένο!» ψιθύρισε μεσ' απ' τα λίγα και σαπισμένα του δόντια. «Αντε, να κοιμηθούμε λιγάκι ακόμα, όπου νά 'ναι θα ξημερώσει».

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, το χιόνι είχε στρωθεί για τα καλά, τα σχολεία κλειστά και τα παιδιά, που βγήκαν για να παίξουν χιονοπόλεμο, βρήκαν το χαμογελαστό γέρικο κουφάρι κάτω απ' τη γέφυρα -παγωμένο. Ενα ψωρόγατο νιαούριζε πονεμένα πλάι του. «Ξουτ! Ψωρόγατα!» φώναξε κάποιος, κι αυτό έφυγε τρέχοντας να βρει αλλού την τύχη του.

______________________
ΣΗΜ.1. Χτες, πλακωσε (και σκοτωσε) ο συρμος του ΗΣΑΠ εναν αστεγο. Για αγνωστη αιτια, λυθηκαν τα φρενα και τα βαγονια ορμησαν προς τα εξω αφου γκρεμισαν τον τοιχο του κτιριου του Σταθμου. Λεπτομερειες, εδω: -->>
http://www.capital.gr/news.asp?Details=455522
ΣΗΜ.2. Πρωτη αναρτηση εδω: -->>
http://rodiat3.blogspot.com/2006/01/blog-post_113820079879624765.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: