Σελίδες

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

η φασίζουσα συμπεριφορά ως τρόπος διδασκαλίας


Η υποχθόνια πλευρά του φασισμού καιροφυλαχτεί και στο σχολείο. Παραμονεύει μέσα στην τάξη του Δημοτικού -ναι, αλήθεια!- όταν π.χ. ένας δάσκαλος ή/και μία δάσκαλα αρνείται να εξαντλήσει την υπομονή του/της και βαράει το παιδί (αγόρι ή κορίτσι, αδιακρίτως) ΓΙΑ ΝΑ μάθει να απαγγέλει ποίηση ή να παίζει θέατρο. Παραθέτω ένα εξαιρετικά διαφωτιστικό κείμενο από εδώ, μαζί με μερικές χαρακτηριστικές παραγράφους:


  • Στα δημόσια σχολεία οι γιορτές πραγματοποιήθηκαν. Λογικά λοιπόν “τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών” τις ημέρες του εορτασμού της εξέγερσης ήρθαν σε επαφή με την ποίηση αυτή. Κι εμείς, “οι γονείς των λαϊκών παιδιών” μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι. Το μήνυμα του Πολυτεχνείου, αυτό που θα κάνει τα παιδιά μας να χτίσουν έναν κόσμο καλύτερο, πήρε τη θέση του στις σχολικές αναμνήσεις. Μεγαλώνοντας τα παιδιά μας θα μπορούν να ανοίγουν το συρταράκι αυτών των αναμνήσεων και να αντλούν από αυτό αρώματα για τις ανάσες του μέλλοντος.
  • Τι καλύτερο για αυτό το σκοπό από τον Επιτάφιο του Ρίτσου;
  • Μόνο προβληματάκι υπήρξε ότι τα παιδιά ήταν μικρά και αδυνατούσαν να αποδώσουν το νόημα του κειμένου με ευκολία. Οι ημέρες για την προετοιμασία της παράστασης ήταν λίγες και τα παιδιά απείθαρχα. Έπρεπε να μάθουν να αποδίδουν θεατρικά τη λύπη, το θυμό, την αγάπη, την απογοήτευση, τη δύναμη, την αφοσίωση... Συναισθήματα που κι οι έμπειροι ηθοποιοί δυσκολεύονται να παράξουν επί σκηνής αυτόματα. Ως μέθοδος λοιπόν για την ορθή απόδοση του ποιήματος του Ρίτσου από τα μικρά παιδιά, επελέγη η οσμή της ανάσας του δικτάτορα Παπαδόπουλου
  • Όποιο παιδί δεν έσκυψε αρκετά πειστικά το κεφάλι υποδυόμενο το θλιμμένο, διορθώνονταν με ύπουλο τράβηγμα των μαλλιών και απέμενε σκυμμένο να κλαίει κρυφά από τον πόνο. Όποιο παιδί δεν έδειχνε αρκετά παραστατικά το συναίσθημα της έκπληξης ή της αγωνίας, εκσφενδονίζονταν στον τοίχο για να μάθει ποια είναι η σωστή απόδοση της έκφρασης αυτού του συναισθήματος. Όποιο παιδί δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τη σπουδαιότητα να ανέβει στην ώρα της και χωρίς λάθη η παράσταση αυτή, έμενε απ' έξω, “τα λόγια του” τα έπαιρνε κάποιο άλλο παιδί. Όταν τα εννιάχρονα ήταν απρόσεχτα στην πρόβα, απειλούνταν ομαδικά ότι θα ακυρωθεί η γιορτή τους.
  • Τρία παιδάκια βρήκαν το θάρρος και αντέδρασαν. Μπορεί παραδόξως, παρά την τρομοκρατία που τους ασκούνταν, “να έγραψαν” μέσα τους τα λόγια του ποιήματος, αυτού του ποιήματος του Ρίτσου που δυσκολεύονταν να απομνημονεύσουν.
  • Τα παιδιά αυτά κατήγγειλαν ότι τα χτύπαγαν όσο γίνονταν οι πρόβες. Έτσι ήρθε τώρα η σειρά μιας άλλης δασκάλας να τα απειλήσει: Όποιο παιδί δεν ήταν ευχαριστημένο με “τη δασκάλα του θεάτρου” δε θα συμμετείχε στη γιορτή, θα έμενε εκτός. Ως τιμωρία θα ξεχώριζε από τα άλλα, θα του αφαιρούνταν η δυνατότητα να είναι μέρος του συνόλου, θα εξορίζονταν σε μια νέα ιδιόμορφη Μακρόνησο ως μίασμα κι αντικοινωνικό στοιχείο.
  • Κάποιοι γονείς που διαμαρτυρήθηκαν άκουσαν με απορία τη διευθύντρια του σχολείου να τους λέει ότι όταν τρία παιδιά σε ένα σύνολο τριάντα παιδιών καταγγέλλουν χειροδικίες και εκφοβισμό, δεν αποτελούν δα και κάνα μεγάλο νούμερο, κάνα επαρκές ποσοστό...
  • Εξηγήσαμε στα παιδιά ότι ο φασισμός δεν είναι μόνο “μια χούντα” ή “ένας Παπαδόπουλος”. Φασισμός είναι και αυτό το ύπουλο που ζούμε κάθε ημέρα, ακόμη κι από όσους λένε ότι αγάπησαν το Ρίτσο. Κι ότι ίσως αυτοί είναι πιο επικίνδυνοι από τους άλλους, γιατί μόνο αποστήθισαν το ποίημα για να το λένε στις γιορτές.
  • Με την ελπίδα όταν τα παιδιά μεγαλώσουν η μυρωδιά της ελευθερίας να είναι πιο έντονη στην ανάσα τους από τη μπόχα του φασισμού που τα πότισαν κάποιοι δάσκαλοί τους. Αυτοί που επέλεξαν ποιήματα που μεταφέρουν τη συλλογική αίσθηση του αγώνα για την ελευθερία για να προβούν σε στρατιωτικού τύπου καψώνια ανηλίκων.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Επανάσταση, Εκκλησία, Χρήμα

1. αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι το περισσότερο έδαφος της χώρας ανήκει στην Εκκλησία μέσω μεταβίβασης από την Οθωμανική αυτοκρατορία (φιρμάνια, κλπ) και οι διάφορες κυβερνήσεις προσπαθούν εδώ και πάρα πολλά χρόνια να το ανακτήσουν με πολλούς ευφάνταστους τρόπους, αλλά οι Δεσποτάδες αντιστέκονται σθεναρώς, ενώ οι χαμηλόβαθμοι ιερωμένοι (=παπάδες) αντιστέκονται στην εκμετάλλευσή τους από τους Μητροπολίτες (=Δεσποτάδες) και προτιμούν να είναι δημόσιοι υπάλληλοι αντί για έρμαια του εκκλησιαστικού κατεστημένου (=φραγκοφονιάδες) και τώρα γίνεται η τελευταία προσπάθεια ανάκτησης των εδαφών (που ανήκουν σε μας, στον ελληνικό λαό, δλδ) με την απεξάρτηση/αποχαρακτηρισμό των παπάδων ως δημ. υπαλλήλων και επιστροφή τους στους φυσικούς δυνάστες τους με αντικαταβολή: να πληρώσουμε (ξανά, γιατί έχουμε ήδη πληρώσει καναδυό φορές) τα εδάφη μας καταβάλλοντας ένα ετήσιο ποσό στην Εκκλησία (200 μύρια νομίζω, αλλά δεν ξέρω για πόσα χρόνια) και με τον τρόπο αυτόν αποδεσμεύονται οι μεν ιερείς από το δημοσιοϋπαλληλίκι, οι δε Δεσποτάδες παίρνουν ένα γερό μπαχτσίσι να το διαχειριστούν όπως θέλουν και τους παπάδες τους έχουν μη πώ τί καλύτερα, αλλά εμένα δεν με ανησυχεί η τύχη τους επειδή όλο και βγάζουνε κάτι τι από τα μυστήρια και τα τρισάγια που εκτελούν, αν και συχνά αυτοί οι φουκαράδες λειτουργοί του Υψίστου είναι οι μόνοι ειλικρινώς εργαζόμενοι υπέρ των ψυχών ημών και οι μόνοι πιστεύοντες σε ό,τι πράττουν -οι άλλοι, οι υψηλόβαθμοι, Θεό τους έχουν το χρήμα όπως όλοι οι μεγιστάνες και μην ακούς τι λένε.

2. καταλαβαίνω επίσης ότι η ελληνική Επανάσταση δεν μας χάρισε την ελευθερία, αλλά την υποδούλωση στον κλήρο και στους έξωθεν σωτήρες: οι μεν παρέλαβαν το έδαφος απο τους τούρκους "επειδή το έθνος ήτο αδύναμον", τότε που η Εκκλησία ήταν το μοναδικό οργανωμένο καλά τμήμα του λαού, και οι δε μας δάνεισαν "για να δυναμώσουμε" ως έθνος και να συμπορευθούμε με τσι πολιτισμένοι λαοί. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι τί ακριβώς είμασταν τότε, γιατί αν είμασταν αδύναμοι πώς κάναμε Επανάσταση και αν δυναμώσαμε μετά πώς και δεν την ολοκληρώσαμε. Ισως τελικά να είμασταν (και να παραμένουμε) βλαμμένοι.

3. ακόμα, αυτό που με προβληματίζει είναι η αποσπασματική καταγραφή της Ιστορίας μας: δεν μας βοηθάει να βλέπουμε ολόκληρη την εικόνα, αλλά ασχολείται με λεπτομέρειες που δυσκολεύουν την κατανόηση του όλου. Μάχες, ηρωϊσμοί, προδοσίες, σφαγές, δολοφονίες, καταχρήσεις, δολοπλοκίες, κλπ, εναλλάσσονται μεταξύ τους, ενώ πίσω από όλα αυτά μένει σταθερή Μία Εξουσία, η εξουσία του χρήματος (των ξένων) που το διαχειρίζεται η Εκκλησία (μαζί με τα εδάφη της χώρας). Αν αυτό δεν είναι θρησκευτικό κράτος, τί είναι; και το ερώτημα είναι: για πόσο ακόμα θέλουμε να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση;

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

δουλειές με φούντες!

και που λές, μια μέρα ξυπνήσαν οι νορβηγοί κι είπανε "ας πάμε να κάνουμε κανα καλό στην Αφρική, σκουριάσαμε δω πέρα" και κινήσανε και πήγαν σ' ένα χωριό όπου είχε πέσει ξηρασία κι είχανε ψοφήσει όλα τα ζωντανά κι οι αθρώποι σε μαύρη φτώχεια, πείνα και δυστυχία βρισκόντανε και είπαν μόλις είδανε τα νορβηγά "αχ, αυτούνοι οι καλοί αθρώποι θα μας σώσουνε" και κάναν γλέντια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές με τα φαγιά των νορβηγών και νά 'σου αγκαλίτσες και φιλάκια, αλλά οι βόρειοι δεν γνωρίζανε τίποτα από ζώα και βοσκοτόπια, μονάχα για ψάρια ήτανε καλά κατατοπισμένοι κι έτσι ψάξαν ένα γύρω και βρήκανε μια λίμνη εκεί κοντά που είχε ψαράκι μπόλικο και νόστιμο, ποιότης πρώτη που λένε, και βαλθήκανε να διδάξουνε στους βοσκούς την τέχνη της ψαρικής κι οι βοσκοί, (προκειμένου να πεινάνε) δοκιμάσαν το ψαράκι και το βρήκανε καλό και το εντάξανε στην κουζίνα τους με άνεση. 

Αρχίσανε οι ντόπιοι να ψαρεύουν με μανία, να ξεραίνουνε τα ψάρια και να τα εξάγουν σε κοντινές πόλεις, σε πολυτελή εστιατόρια, ντελικατέσσεν που λένε, κι όλα πηγαίνανε πρίμα έξτρα γκουτ, μέχρι που οι βόρειοι το προσέξανε αυτό και καταχάρηκαν. Χαρήκανε το λοιπόν οι νορβηγοί, πολύ χαρήκανε, τόσο που είπανε να σιάξουν έναν τόπο να παγώνουνε τα ψάρια να αναπτυχθεί περισσότερο το εμπόριο και μαζί του οι καλοί αφρικάνοι, αλλά αντί να σιάξουν ένα μεγάλο ψυγείο, ας πούμε, που να μπορεί να λειτουργεί με μπαταρίες, λέμε τώρα, ανασκουμπώθηκαν (μελέτες, μηχανικάρες, τσιμέντα, κλπ) φωνάξαν και τα γερμανά που είναι μανούλες στα κατασκευαστικά έργα, να φάνε τπτ κι αυτά, και σηκώσαν μια εργοστασιάρα καταψύξεως με τέλεια πορτοπαράθυρα και προβόλους, να τη βλέπεις και να χάσκεις από την μοντερνιά της (παρεμπιπτόντως, βρήκανε δουλειά στο χτίσιμο και εξειδικεύτηκαν πολλοί ντόπιοι) αλλά όταν πήγανε να βάλουν μπρος τα μηχανήματα, ανακάλυψαν ότι δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό και το εργοστάσιο δεν ήτανε δυνατό να λειτουργήσει με μπαταρίες. Τόσο καλή μελέτη και προετοιμασία λέμε.


Ούτε που πέρασε μια στιγμούλα από το μυαλό τους (αυτό το μαλακό πράμα που υπάρχει στα βόρεια κεφάλια, δλδ) ότι εκειπέρα δεν ήτανε Νορβηγία, Αφρική ήτανε και η δουλειά πήγε στράφι, εκτός από τους ειδικευμένους εργάτες που μετανάστεψαν γρήγορα γρήγορα να πάνε σ' άλλες πολιτείες να βρούν δουλειά, όχι που θα καθόντανε μορφωμένοι άνθρωποι να πεινάνε μαζί με τσι ντόπιοι, τσι αμόρφωτοι γύφτουλες, που όλα τα λεφτά που βγάλανε τα ρίξαν στην αγορά αμνοεριφίων και ξαναγυρίσανε στα βοσκοτόπια τους, όπου ξαναξεραθήκαν και ξαναπεινάσαν και φτου κι απ' την αρχή ξανακατέβασμα στη λίμνη και ξαναψαροφαγία, αλλά χωρίς ξένη βοήθεια πλέον και μ' ένα κάρο χρέη ίσαμε την κορφή του Εβερεστ λέμε, κι ότι βγάζανε το δίναν πίσω να ξεπληρώσουνε τσι έξυπνοι νορβηγοί που τους βοηθήσαν να αναπτυχθούνε και οι νορβηγοί ξανακατεβήκαν στο χωριό να ξαναβοηθήσουν και ρίχνανε τρόφιμα και ρουχισμό από τ' αεροπλάνα και τώρα οι αφρικάνοι χωριάτες δεν είναι πλέον μονάχα φτωχοί και καταχρεωμένοι, αλλά γίνανε και πρώτης τάξης τεμπέληδες, γιατί σου λέει "γιατί να πα να κοψομεσιάζομαι να δουλεύω, αφού μου τα ρίχνει ο ουρανός τα χρειαζούμενα;"

Οι νορβηγοί μη νομίζεις ότι χάνουνε, κερδίζουνε τα μάλα, που λένε, θησαυρίζουνε, γιατί αυτούνες οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται από δουνουτιά και οηέδες για να βοηθάνε να αναπτύσσεται ο κόσμος και είναι εξαιρετικά κερδοφόρες. Αμ, πώς!