Σελίδες

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Βλαχικα 1/4 (α-ι)

α; συγνώμη δε κατάλαβα? πως είπατε;
α μο! άντε βιάσου κάνε γρήγορα
ε μο! καλά μην ανησυχείς θα κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ
α ωρε; μιλάς σοβαρά;;;
ναι ωρε! ναι! Σοβαρά μιλάω, το εννοώ!
αα! (καταφατικό) ναι, ναι σωστά τα λες
ααα! για δες για δες!
αααα! αα μάλιστα τώρα κατάλαβα!
αβέρτα συνεχώς
αγάντα βλ. αβέρτα
αγκούσα (η) η δυσφορία, η δύσπνοια, μτφ. το άγχος, επίσης μτφ. οι στομαχικές διαταραχές
αγκωνάρι (το) η μικρή πέτρα, το λιθάρι
αγλέουρας (ο) "πρώτος" ξάδερφος του αχλά, το καταπέτασμα
άιστεμας πάμε να φύγουμε
ακόντιο (το) μτφ. ο μεθυσμένος
αλιμούρα (η) πέταγμα στον αέρα ατάκτως χαρτιών
άλσος (ο) η αλυσίδα, μτφ. το έτερον ήμισυ
αλφάδ (το) εργαλείο που χρησιμοποιείται για την μέτρηση της κλίσης επιφανειών, μτφ. ο μεθυσμένος
αλφή (η) η αλοιφή, μτφ. ο μεθυσμένος
αμπλαούμπλας (ο) άχαρος στις κινήσεις, ειδικά στα χορευτικά
αμπντάλης (ο) ατσούμπαλος, χοντροκομμένος
αμπώχνω σπρώχνω με άκομψο τρόπο
αντράλα (η) βαβούρα, τζερτζελές, πανικός
αξιούραγος (ο) ο αξύριστος
απέκεια από κει
"απόλκε η εκκλησιά σκόλασε το πανηγύρ" τέλειωσε κάτι, τέρμα τα παραμύθια
αρβάλας (ο) ο άγαρμπος, ο ατσούμπαλος
αργαλειός (ο) αυνανισμός, πλεκτική μηχανή παλιάς εποχής
αρεντεύω γυρνάω άσκοπα, κάνω βόλτες
αρούγκατος (ο) ο άγαρμπος, ο απρόσεκτος
ασήκωτος (ο) ή και ασιούκωτος, μτφ. ο μεθυσμένος
αστραπόπτσα βλ. μπανταλός
ατσούμπαλος (ο) ο αμπντάλης
αυτού εκεί
αφύσκος (ο) άντρας ακανόνιστου μεγέθους
αφώνω σύντμηση του χαραφώνω (βλ.λ.) πχ. "γκάινταρε χαλόν' π' αφών' ο τζες"
αχαμνά (τα) τα γεννητικά όργανα του άντρα, τα πελέ
αχλάς (ο) το φαγητό
άχνα (η) η απόλυτη σιωπή
αχπάν επάνω
βάβω (η) η γιαγιά
βαγέρω φεύγω, τρελαίνομαι
βαϊζω γέρνω από τη μια πλευρά του σώματός μου
βακούφκο (το) κτήμα ή οικόπεδο κοινότητας επί εποχής τουρκοκρατίας
βελέντζα (η) η φλοκάτη, απαραίτητο συμπλήρωμα στα μπάσια (βλ.λ)
βερβέρα (η) μικρό ζώο, τρωκτικό, που ζει στα δέντρα και μοιάζει στον σκίουρο
βετούλι (το) κατσίκι ηλικίας περίπου ενός έτους
βζόμπαλο (το) το μεγάλο και στρογγυλό γυναικείο στήθος, το μπαχταλέ
βήχω πληρώνω
βιπ (το) ποδοσφαιρική έκφραση που την εισήγαγε στην καθομιλουμένη Ηπειρώτης προπονητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Δυνατό, ασύληπτο σούτ. Χρησιμοποιείται με το ρήμα ρίχνω, π.χ. Roberto Carlos προς τα παιδάκια: "Φεγάτε απ' τ' μέσ' ουρέ, θα ρίξου ΒΙΠ!"
βίτσα (η) λεπτό και ευλύγιστο κλαδί μεγάλο φόβητρο των μαθητών παλιά
βλιώρα (η) η βρωμιά
βογγάλα (η) τρέξιμο με πολύ γρήγορο ρυθμό
βρούβες (οι) π.χ. "πάμε για βρούβες", πάμε στα χαμένα
γαλοτύρι (το) γαλακτομικό προϊόν, το καλύτερο συνοδευτικό για κουμούτσια και το οποίο δεν κυκλοφορεί ευρέως στην υπόλοιπη Ελλάδα. Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός τζε σε αθηναϊκό εστιατόριο. Τζες: "έχετε γαλοτύρι;" σερβιτόρος: "βεβαίως, έχουμε κεφαλοτύρι, γραβιέρα" ... οτ' νά 'ναι...
γαμπέτας (ο) Ο Γαμπέτας (πραγματικό πρόσωπο) υπήρξε μορφή των Ιωαννίνων που τον πείραζε όλος ο κόσμος και ο τζες θύμωνε (τρίο). Όταν όμως περνούσε από κάπου και δεν τον πείραζε κανένας, γυρνούσε, απευθυνόταν σε κάποιον τυχαία και του έλεγε "τί πειράζεις ρε;". Κατά συνέπεια, Γαμπέτας: αυτός που τρώγεται με τα ρούχα του
γατσιεύω χουφτώνω πριν και κατά την σεξουαλική πράξη
γιδοξούρ (το) εργαλείο άκρως απαραίτητο σε κατόχους αιγοπροβάτων για την περιποίηση αυτών
γιόμα (το) το απόγευμα
γιόμστο! έτσι λέμε στο πρατήριο υγρών καυσίμων για να μας γεμίσουν το ρεζερβουάρ
γιωτάς (ο) ο μη έχων τυφέκιο στο στρατό, χαμένο κορμί
γκαβός (ο) αυτός που "δεν έχει μία", ο τυφλός από γκαφρά σαν τα κτάβια, ο άφραγκος
γκαγκάνς (ο) ο γκαντέμης, ο άτυχος
γκαγκανάω ντινιάρω πολύ δυνατούς και ηχηρούς γκιολέδες (βλ.λέξεις)
γκάιλας (ο) "έχει γκάιλα": ο ήλιος είναι πολύ δυνατός, τσιουκανάει ανελέητα
γκαιντάρω παρατηρώ επίμονα
γκανάβ (το) η κλοπή
γκανιάζω διψάω υπερβολικά
γκάου - μπίου (το) αυτός που ζει στο δικό του κόσμο
γκαργκανούλι (το) μαύρο στο δέρμα, γυφτάκι
γκασμάς (ο) ο άσχετος, ο ανίδεος, συνουσία ("βαράω γκασμά"), σκαπτικό εργαλείο (κυριολεκτικά)
γκαφάλι (το) χαμένο κορμί
γκαφρά (τα) αναγραμματισμός της λέξης : φράγκα, τα χρήματα
γκδών' (το) το κυδώνι
γκζιούαρ εις υγείαν!
γκίζα (η) ανάλατο γαλακτοκομικό προϊόν σε στερεά μορφή
γκιζεράω κάνω άσκοπες βόλτες από δω κι από κει
γκίκος (ο) στίβα από ρούχα
γκιλντάρες (οι) κύβιση και ανακύβιση, κωλοτούμπες
γκιολές (ο) αέριο με έντονη και άσχημη μυρωδιά, κλανιά
γκιορεύω περιπλανιέμαι άσκοπα
γκιουλέκας (ο) πρατσίλας, ντιπ πάσλας
γκιουμ (το) η μικρή στάμνα
γκλαγκανάω πίνω
γκλαξιά (η) γουλιά
γκλιούμ (το) πλιάτσικο, ο χαμός, "έγινε το γκλιούμ"
γκλίτσα (η) απαραίτητο accessoire των κατόχων αιγοπροβάτων
γκολ (το) το τέρμα σε ποδοσφαιρικό αγώνα όπως επίσης και η υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος
γκόρος (ο) ο πάσλας, ο τενεκές, χαϊδευτικό μεταξύ φίλων ("που 'σαι ρε γκόρε;")
γκόρτσο (το) ο καρπός της γκουρτσιάς
γκουντλάω παραπατάω, κουτουλάω, επίσης γαργαλάω
γκουρτσιά (η) οπωροφόρο δέντρο του δάσους (αγριαχλαδιά)
γκουστέρα (η) η σαύρα
γκουτζάμ είναι πλέον στην κατάλληλη ηλικία ή μέγεθος
Γκριμπνάδες (οι) ορεινή περιοχή της Ηπείρου καταφύγιο λύκων εξ ου και η έκφραση "πεντακόσιοι λύκοι απ τς Γκριμπνάδες"
γκριτζούνι (το) ο καλικάντζαρος
γκρόβερ (ο) ο ομοφυλόφιλος, ο ροδέλας
γκρτζουπ (το) όρθιο, στητό, υπονοεί και το ατίθασο
γκυλιέμαι σέρνομαι (βλ. ζβαρνιέμαι)
γλεντοκώλι (το) βλ. τσίρλα
γλιέπω βλέπω, τράω (βλ.λ.)
γουμάρ (το) ο όνος, το γαϊδούρι
γούπατο (το) μικρό μέρος που βρίσκεται χαμήλοτερα από τη γύρω περιοχή
γρέκι (το) ύπνος βαρύς, τάφωμα
γρεντά βγαίνει από το "γρεντιά" που είναι το κεντρικό δοκάρι που κρατά την στέγη στα παλιά σπίτια. Μτφ. ο μεθυσμένος π.χ. "ο τζες είναι μπιτ γρεντά!"
γρι τίποτε εντελώς
γρουμπούλι (το) μικρό εξόγκωμα στο δέρμα
δαμάλι (το) η αρσενική αγελάδα σε μικρή ηλικία, μτφ. η ψηλή και "γεμάτη" γυναίκα, η νταρντάνα
δάχλο (το) δάχτυλο
Δοβρά (η) το χωριό Ασπράγγελοι
Δραγάι (το) το χωριό Καστανώνας
δραγάτς (ο) παλιά ο χωροφύλακας ή ο αγροφύλακας
δραγατσούρα (η) σταθμός ελέγχου κυκλοφορίας, η ενέδρα
δρομίτσα (η) είδος ψαριού μικρό σε μέγεθος που ζει σε γλυκά νερά
δροτσίλι (το) μικρό σπυράκι στο πρόσωπο
δώγιας εδώ
ε; ορίστε; πως είπατε;
ε, ε, ε ναι, ναι έτσι είναι
εεεε! (δυνατό) πιο σιγά! μη παίρνεις φόρα!
εφετζής (ο) ο επιδειξιομανής
έφκα αόριστος του ρήματος φέω (φεύγω)
ζαβλακώνομαι χαζεύω, μπανταλιάζω. Αόρ.: ζαβλακώθκα
ζαγάρ (το) ο κουτοπόνηρος
ζαγκανιέμαι κουνιέμαι περίεργα, πάω γυρεύοντας π.χ. "μη ζαγκανιέσ' ωρε παιδί μ'"
ζαγκανόκωλη (η) η γυναίκα που κουνιέται πολύ, η τσουρδάλω
ζάρκο (το) το γυμνό, μπλετς
ζάφτω τρώω με μπιστοβλιακιά
ζβάρα με τς μπάντες, μαλιοκούβαρα
ζβαρνιέμαι σέρνομαι, κυλιέμαι κάτω. αόρ. ζβαρνίστκα. Ο ζβαρίλας = ο απεριποίητος
ζβίγκο (το) τίποτε, κενό, άδειο
ζγκατάψυξ στην κατάψυξη
ζγουρ (το) κρέας πρώτης ποιότητας
ζγώνω πλησιάζω σιγά-σιγά
ζέχνω μυρίζω υπερβολικά άσχημα
ζιάπα (η) ο μεγάλος σε μέγεθος βάτραχος, γνωστός και ως μπράσκα
ζιαπώνω συλλαμβάνω
ζιουγκάρ (το) λίπωμα εμφανές στο σώμα
ζιουλάω μαλάζω
ζιουμπάς (ο) ο πολύ κοντός άνθρωπος
ζιουπάω πιέζω αφόρητα
ζλαπ (το) το ζαρκάδι
ζμαρ (το) το ζυμάρι
ζμι (το) το υγρό αποτέλεσμα βρασίματος, ζουμί
ζμπλατεία στην πλατεία
ζμπόρτα στην πόρτα
ζμπουδιέμαι παραπατάω (συνήθως έχουμε και πτώση), σκοντάφτω
ζμπούτσαμ δεν με νοιάζει, έκφραση αισχρού και ανήθικου περιεχομένου
ζνόασ' στην "Οαση", στην κεντρική πλατεία της πόλης
ζντάιγκα στην ΤAIGA, παλιά disco στα Γιάννενα
ζούδιο μικρό ζωύφιο
ζούλα (η) πράξη παράνομη που γίνεται διακριτικά
ζουρλός (ο) αυτός που το 'χει ντιπ χαμένο, τρελός
ζούφιο (το) αφυδατωμένο φρούτο
θειά (η) η θεία
θκομ δικό μου
θκος δικό σου
θκοτ δικό του
θλάκι (το) η θηλιά στο παντελόνι όπου κρέμεται η ζώνη
θληκώνω κουμπώνω
ίίίί; να! μα καλά που χάθηκες εσύ; (συνοδεύεται από μούντζα)
ιτς κρις μπιτ, τίποτα
_____________
FIL3950

5 σχόλια:

psephis είπε...

Για να ακριβολογούμε, τα βλάχικα είναι διακριτή λατινογενής γλώσσα που μιλιέται σε περιοχές της Ηπείρου και ορεινής Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Οι καθαυτό βλάχοι είναι δίγλωσσοι λοιπόν: μιλάνε ελληνικά και βλάχικα.
Αυτά εδώ είναι απλώς ελληνικά της επαρχίας, προφανώς γιαννιώτικο ιδίωμα - βλ. "αντράλα", αναφορά στην taiga, την Όαση και άλλα που μου είναι γνωστά αν και δεν είμαι γιαννιώτης.
Επικράτησε εσφαλμένα να λέμε "βλάχικα" τα ιδιώματα (δεν ξέρω αν είναι ο σωστός όρος) της επαρχίας επειδή μερικές φορές ακούγονται ακαταλαβίστικα σαν τα βλάχικα.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

E,ναι, γιαννιώτικο ιδιόλεκτο, αλλα πολλα απαντωνται και σε Καρδίτσα, Τρίκαλα, Λαρσα, απε και Γρεβενά. Είναι παραστατικώτατα και ολοζώντανα. Βλάχικα δεν είναι αλλα δεν πράζ. Σκουμ μάστερλου! (προπίνω διά την απόκτησιν του μάστερ σας!)
Αυτό ήταν βλάχικο...Μπράβο ροδιά μου, λίαν εμπνευστικό....

Ζάχαρη είπε...

Τα βλαχικα ειναι αλλη γλωσσα.
Απο Θεσσαλια και πανω κυριως.
Ουραιο...

BioLogos είπε...

Ροδιά όλες αν όχι όλες οι περισσότερες είναι από το "τζεδολεξικό" στο tzedes.gr.Eίναι κλασικές λέξεις που πολλές από αυτές χρησιμοποιούμε οι Γιαννιώτες.

A propos κάποιος σκληροπυρηνικός Γιαννιώτης θα σε έβριζε που τα αποκαλείς βλάχικα...:P

Rodia είπε...

Οκ, έχετε δικιο να βαρατε, ξεχασα να αναφερω οτι προκειται για αρχειο που ανακαλυψα στα "σκουπιδια" του υπολογιστη μου με αυτο το ονομα και ειπα να το ανεβαζω σιγα σιγα...
Ουτε θυμαμαι πού και πότε το βρήκα!

Ευχαριστω όλους τους σχολιαστες για τις χρησιμες επιμορφωτικες συμπληρωσεις :)))
-->> απο βλαχικα σκαμπαζω σχεδον γρυ λεμε...