Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά παιχνίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά παιχνίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

πώς παίζεται το "πίτσι"

Και στήνανε κάτω στο χώμα, δεκάρες και πεντάρες, ή "ίτζαλα" και "πιτσακούρες". Οι πιτσακούρες ήταν ίτζαλα αλλά από το μέρος του σπασμένου πιάτου που είχε σχέδια, επομένως ήταν λιγότερες και ήταν και μεγαλύτερης αξίας από τα σκέτα ίτζαλα. 

Τσι μπάλες που με αυτές κυνηγούσαμε τα ίτζαλα για να τα σημαδέψουμε, να τα ρίξουμε και να τα κερδίσουμε- τσι μιτσές τσι λέγαμε "σφιγκιά" και τσι μεγάλες "βούβαλους". Τσι μεσαίες, μπάλες. Το μέρος που ξεκίναγε το παιχνίδι και από κει βαρούσαν ο καθένας στη σειρά του- και που ήταν μια ίσια γραμμή στο χώμα, το λέγαμε "λάη" (ο λάης). 

Αλλά δεν κυνηγούσαμε μόνο αυτά. Μεγαλύτερη αξία είχε όταν "χτυπούσες" με τη μπάλα σου τη μπάλα του αντίπαλου και τον έβγαζες όξω από το παιχνίδι. Οι μεγάλοι παίζανε με δεκάρες κι εμείς τα μιτσά με ίτζαλα. Έχει κι άλλα, π,χ. έχουμε παρατσούκλι "Πιτσης". ή όταν θέλει να αγοράσει κάτι κάποιος αλλά δεν έχει τα λεφτά, λέει στη γυναίκα του: "Και με τι να τ΄ αγοράσω ορή. Με "ίτζαλα;" έχει κι άλλα, αλλά πάω να φάω τώρα γιατί φωνάζουνε, αμιά!

__________________

ΣΗΜ. με την ευγενική φροντίδα του Χρήστου Κρασάκη

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Πώς παιζότανε το «πίτσι»


Οι παίκτες, τουλάχιστο δυο, στεκότανε σε απόσταση δέκα μέτρων από μια μικρή λακκούβα μέσα στην οποία είχανε ρίξει κέρματα, (τη συμμετοχή του κάθε παίχτη στο παιχνίδι). Μπροστά από τη λακκούβα βάζανε ένα μικρό τετράγωνο χαλίκι ή κομματάκι τούβλο (βίσαλο). Κέρδιζε εκείνος που με την πλακουτσωτή πέτρα του (την αμάδα) κατάφερνε να ρίξει το βίσαλο και να σκεπάσει τη λακκούβα. Η σειρά προτεραιότητας των παιχτών κανονιζότανε με τον ακόλουθο τρόπο: Στεκόντανε στη θέση της λακκούβας (αντίστροφα από το παιχνίδι) και ένας-ένας ρίχνανε τις αμάδες σε απόσταση δέκα μέτρων σε μία γραμμή, που είχανε χαράξει παράλληλη. Η αμάδα που έπεφτε πιο κοντά στη γραμμή έριχνε πρώτη. Η δεύτερη, δεύτερη. Κι έτσι συνέχεια.
______________
-->> από το διαδικτυακό περιοδικό "Ο κεφαλονίτης" -->> kefalonitis.com, τεύχος 14, Απρίλιος 2009



Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

παιχνίδια με τσέρκια και γκαζές: το γκεζί και το στεφάνι




Τα όχι και τόσο παλιά χρόνια, τα παιδιά -τα "κακά" παιδιά, αυτά που δεν ήταν του σαλονιού, τα αλάνια, αυτά που παίζανε έξω στο δρόμο (χωματόδρομο, φυσικά, μια και η άσφαλτος ήταν σχεδόν άγνωστη) και στις αλάνες- παίζαν με βώλους και γκαζές. Οι βώλοι ήταν μικρές μπαλίτσες από χώμα (κεραμεικές, θα λέγαμε σήμερα) βαμμένες με διάφορα χρώματα. Οι γυάλινοι βώλοι λεγόντουσαν "γκαζές" και ήταν ακριβοί και δυσεύρετοι. Μεγαλύτερες από τους κοινούς χωμάτινους βώλους, απαντούσαν σε διάφορα μεγέθη, οπωσδήποτε μεγαλύτερα από αυτά των κοινών βώλων, που ήταν μόνο δυο: μικροί βώλοι και μεγάλοι βώλοι. Μόνο τα πλουσιόπαιδα είχαν γκαζές και, συχνά, μια γκαζά ήταν αντικείμενο θαυμασμού ή και κλοπής! Τα παιχνίδια με βώλους και γκαζές λεγόντουσαν "οι βώλοι".

Το πιο συνηθισμένο παιχνίδι με βώλους ήταν να στρώνονται μερικοί βώλοι (κάθε βώλος και παιδί) σε μια σειρά, σχεδόν κολλητοί μεταξύ τους, και τα παιδιά να ρίχνουν καθένα το δικό του βώλο από κάποια καθορισμένη (με γραμμή στο χώμα) απόσταση, προσπαθώντας να πετύχουν κάποιον απο τους "στρωμένους" βώλους. Οποιο βώλο πετύχαινε το παιδί, τον κέρδιζε. Το μεγάλο πανηγύρι γινόταν όταν έμπαινε και γκαζά στο στρώσιμο και όποιο παιδί κέρδιζε γκαζά, ξεφώνιζε από χαρά και ικανοποίηση. Συνήθως όμως η γκαζά δεν έμπαινε στο στρώσιμο, επειδή όποιο παιδί την είχε προτιμούσε να τη κρατάει για να σημαδεύει, επειδή ήταν πιο εύστοχη και δεν έχανε το σχήμα της. Οι χωματένιοι βώλοι χάναν γρήγορα τη λεία εξωτερική τους επιφάνεια και, μετά από κάμποσα παιχνίδια, σπάγαν κιόλας.

«Παίζουμε βώλους;» ρωτούσε ένα παιδί και τα άλλα απαντούσαν κατά βούληση «Παίζουμε!» ή «Παράτα μας τώρα καημένε...» αν το έβρισκαν άτοπο ή προτιμούσαν να παίζουν "το στεφάνι" τρέχοντας πίσω από ένα μεταλλικό τσέρκι που το καθοδηγούσαν με ένα ραβδί -συνήθως ξύλινο. Οταν έπεφτε το τσέρκι, τέλειωνε ο γύρος αυτού του παιδιού. Κέρδιζε όποιο παιδί κρατούσε το τσέρκι του όρθιο να τρέχει περισσότερη ώρα. Το ίδιο παιχνίδι λεγόταν σε μερικές περιοχές "το τσέρκι".

Στα τελευταία χρόνια του '50, όσο απομακρυνόταν ο τόπος από τους πολέμους, οι γκαζές αντικαταστήσαν εντελώς τους χωματένιους βώλους, οπότε το παιχνίδι ονομάστηκε "οι γκαζές", μια και παιζόταν πλέον μόνο με γκαζές. Πλούτιζε ο κόσμος σιγά σιγά...

Οταν μπήκε πια το '60, παρόμοια παιχνίδια με τους βώλους και τις γκαζές ήταν "τα καπάκια", που παιζόντουσαν με καπάκια από αναψυκτικά στις αυλές των δημοτικών σχολείων και εκεί γινόταν επίσης σφαγή!

Ενα ωραίο παιχνίδι με βώλους ήταν "το γκεζάκι", μόνο που ήθελε καλό σχεδιαστή εδάφους, αλλά ήταν δύσκολο να βρεθεί παιδί να σχεδιάσει σωστούς κύκλους στο χώμα, δλδ, ένα παιδί καλλιτέχνης! Οταν όμως βρισκόταν, τα παιδιά το προτιμούσαν, ήθελε σκέψη και συγκέντρωση μυαλού για να πετύχει κανείς το στόχο. Κάτι σαν σκάκι στο χώμα.
_____________________________
γκεζί, το, δημ. (και γκεζάκι)=γκεζάκι (βλ. λ.)|| σύνολον ομοκέντρων κύκλων χαρασσομένων επί του εδάφους και αποτελούντων τον στόχον εις την παιδιάν «το γκεζάκι» (βλ. λ.)

γκεζάκι, το, δημ. παιδιά ομοιάζουσα προς την "ώμιλλαν" των αρχαίων, καθ' ήν οι παίκται αμιλλώνται να ρίψουν εξ ορισμένης αποστάσεως βώλους ή άλλα αντικείμενα εντός στόχου αποτελουμένου εξ ομοκέντρων κύκλων κεχαραγμένων επί του εδάφους (πρβλ. γκεζί)

γκεζερίζω, δημ. (και γκεζερώ, τουρκ. λ.) περιφέρομαι εδώ κι εκεί, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ασκόπως.

-->> οι λέξεις "γκεζί", "γκεζάκι", "γκεζερίζω", από το λεξικό Ι. Σταματάκου, σελ. 897
_____________________________
-->> Μια εφιαλτική νηπιακή ανάμνηση που έχω είναι αυτή με μια γκαζά που είχα χώσει -ένα μεσημέρι, ξαπλωμένη για τη σιέστα- στο στόμα μου και μου είχε κόψει την ανάσα. Ευτυχώς, σκέφτηκα (αλλά μπορεί να ήταν και τυχαίο) να γυρίσω στο πλάι, οπότε η γκαζά ξεφρακάρισε κι έτσι συνέχισα να αναπνέω -μέχρι σήμερα.
-->> Εμένα, φυσικά, δεν με άφηναν οι δικοί μου να παίζω στο δρόμο όταν ήρθαμε να κατοικήσουμε αε αθηναϊκή συνοικία, και ζήλευα πολύ τα αλάνια που παίζαν βώλους.
-->> Αγριο πράγμα να ξεκολλά ένα παιδί από το φυσικό του χώρο, τα χωράφια και τη φύση. Στενοχωρήθηκα πολύ που είδα ένα παλιό Δημοτικό Σχολείο που έχει μεταμορφωθεί σε μεταμοντέρνο κτίριο και η αυλή του έμεινε λιγότερη από τη μισή. Προοδεύουμε έτσι; Μπα, δεν νομίζω. Εσύ τι γνώμη έχεις, καλέ/ή μου αναγνώστη/τρια;