Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Larry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Larry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Larry στο radiobubble




Ο ιππότης Λάρρυ κάνει έφοδο στο radiobubble, βοήθειά μας! Ακούγονται (ξανά) οι δυο πρώτες ιστορίες, αλλά θα ακολουθήσουν σιγά σιγά και οι υπόλοιπες...

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Η επίσκεψη του Larry -Νο 2


Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες που μας δυναστεύουν, κάθε τόσο, αραιά και που, θα ανεβαίνει και απο μια διήγηση των επισκέψεων του ιππότου Larry.

Οποιος θέλει να ακούσει τη φωνούλα μου να το διηγείται, ας πατήσει εδώ: 02 knight Larry's story



Η βαρώνη ντε Μπολινιάκ, μια θεσπεσία ύπαρξις εικοσιέξ Μαΐων με σώμα σιταρόχρουν, μελανόφαιους γλαυκούς οφθαλμούς, κόμην χρυσίζουσαν και κίνησιν αιλουροειδούς, ήκουσεν να κρούεται ο κώδων του διαμερίσματός της περί ώραν τρίτην μεταμεσημβρινήν. Ανεκλίθη βραδέως εκ τινος των ανακλίντρων της μεγάλης σάλας, όπου ελάμβανε καθημερινώς ένα σύντομον αλλά βαθύν ύπνον κατόπιν του γεύματος. Τρία ανάκλιντρα εξαιρέτου κατασκευής, μετά λεπτών εσκαλισμάτων επί των δρυΐνων ποδών των και βαρύτιμον επένδυσιν εξ υφασμάτων λινών και μεταξωτών επεξεργασμένων χρωματικώς με την μοναδικήν τέχνην του ινδικού batic, απετέλουν την μόνην επίπλωσιν του χώρου τούτου, ομού μετά μιάς ευμεγέθους πολυθρόνας εγκατεστημένης είς τινα απομεμακρυσμένην θέσιν.

«Ποίος με ενεθυμήθη τοιαύτην ώραν;» ανερωτήθη η νεαρά βαρώνη και έσπευσεν να ανοίξει την θύραν, ελπίζουσα εκ βαθέων να είναι ο εξακουστός ιππότης Λάρρυ ο κωδωνοκρούστης της θύρας της. Πράγματι, εις το άνοιγμα της θύρας ίστατο είς ιππότης, ενδεδυμένος πανοπλίαν με περικεφαλαίαν αργυράν και περικνημίδας σιδηράς, ελαφρώς οξειδωμένας.

«Ω, Λάρρυ, Λάρρυ, ήλθατε επιτέλους!» ανέκραξεν μετά χαράς η βαρώνη και έτεινε την δεξιάν της χείρα ίνα τύχει του καθιερωμένου ασπασμού. Ο ιππότης, κλίνων ελαφρώς την οσφύν, ησπάσθη περιπαθώς την χείρα της νεαράς θεσπεσίας καλλιπύγου βαρώνης, αφού βεβαίως εξέβαλλεν την περικεφαλαίαν αυτού και έθεσεν αύτην υπό την ευώνυμον μασχάλην του.

Το πρόσωπον, το οποίον απεκαλύφθη μετά την εκβολήν της περικεφαλαίας, δεν ήτο το πρόσωπον το οποίον είχεν επί μακράς νύκτας και ημέρας διατηρήσει ζωηρόν το ενδιαφέρον της βαρώνης. Εντελώς διάφορον είχεν πλάσει η φαντασία της τον διάσημον δια το μέγεθος της ψωλής του, και, ως εκ τούτου, δια τας ερωτικάς του επιτυχίας, ιππότην. Εμπροσθεν αυτής ίστατο έν ασθενές δείγμα του ανδρικού φύλου. Ιππότης δεν εφαίνετο πουθενά. Μόνον έν κακέκτυπον ανδρός, είς ασθενής γέρων με κεφαλήν πολιάν και εκ τριχών αραιοκατοικημένην ευρίσκετο εκεί, μετ’ αυτής, έμπροσθεν της θύρας του διαμερίσματος.

Η πρώτη κίνησις της βαρώνης, εάν δεν ήτο ευγενής εκ φύσεως και καταγωγής, θα ήτο να κλείσει την θύραν καταπρόσωπον του ιππότου. Επειδή όμως ήτο μία νεαρά μεν αλλά καλοανατεθραμμένη κυρία, προσεκάλεσεν αυτόν ίνα εισέλθει εις την σάλαν λέγουσα «Περάστε, περάστε αγαπητέ μου Λάρρυ!»

Η έκπληξις του ιππότου δεν ήτο μικροτέρα, προς το πλέον ευχάριστον όμως. Εκεί όπου ανέμενεν να αντικρύσει μίαν ευγενή κυρίαν μιάς κάποιας ηλικίας λίαν πλησίον της ιδικής του, ηυρέθη πρόσωπον με πρόσωπον μετά μιάς θεσπεσίας υπάρξεως εικοσιέξ Μαΐων. Οποία κατάπληξις και οποία τύχη, εάν βεβαίως η συναίνεσις της βαρώνης δια γαμικήν συνεύρεσιν υπήρχεν πιθανότης να υπάρξει.

«Ευχαριστώ τα μάλα κυρία μου.. δούλος σας ταπεινός..» απήντησεν ο Λάρρυ έχων τας φρένας ελαφρώς διασαλευθείσας εκ του γεγονότος της εξ απήνης συλλήψεώς του, και προεχώρησεν εις τα ενδότερα του διαμερίσματος. Εκεί, ευθύς μόλις είδεν την ευμεγέθη πολυθρόναν, κατηυθύνθη προς αύτην και εθρονιάσθη αποτόμως εκβάλλων κροτάλισμα ισχυρόν. «Ω,» εσκέφθη εν τω άμα, «εάν το ήξευρον θα εφόρουν την εξ ολοκλήρου αργυράν μου πανοπλίαν ή τουλάχιστον θα είχον λαδώσει ταύτην δι ελαιολάδου Μυτιλήνης.»

Η ευγενεστάτη βαρώνη, προτού καθίσει επί του ανακλίντρου, το οποίον διετήρη ακόμη ίχνη εκ της μεσημβρινής ανεπιτυχούς προσπαθείας αυτής δια χαλάρωσιν, ηρώτησεν τον ιππότην εάν θα επεθύμει να πίει μετ’ αυτής βυσσινάδαν. Ο ιππότης, παρ’ όλον που εμίσει βαθέως το αιματόχρουν ποτόν, το οποίον ανέδυεν δυστήνους στιγμάς εκ του βάθους της μνήμης του υποδαυλίζον τα πάθη αυτού εν τω στρατεύματι, εδέχθη μετά χαράς την πρότασιν της αιλουρώδους βαρώνης. Αποφασίσας διατηρών εφ’ εξής εις την μνήμην αυτού την ελαφροτάτην κίνησιν των λαγόνων της ως αύτη απεσύρετο προς τον ψύκτην ίνα λάβει το υδαρές ποτόν καθώς και άφθονον ψυχρόν ύδωρ, απέκρυψεν υπό την δεξιάν παλάμην τους οφθαλμούς αναπολών ειδυλλιακάς στιγμάς παλαιών ερώτων.

Η λίαν αναπαυτική πολυθρόνα, όπου ο Λάρρυ εκάθητο, εκόντευε να απορροφήσει εντελώς το ισχνόν του δέμας εις ένα ύπνον μακάριον, ότε ενεφανίσθη η βαρώνη μετά τινος αργυρού δίσκου όπου ευρίσκοντο τοποθετημένοι δύο μικροί αμφορείς εκ κρυστάλλου Βοημίας, ο μεν πλήρης ψυχρού ύδατος, ο δε πλήρης βυσσινάδας, μετά των απαραιτήτων ποτηρίων, κρυσταλλίνων επίσης, λεπτής βοημικής επεξεργασίας.

Η βαρώνη, αφού εσέρβιρεν τον ιππότην, εκάθησεν εις το ανάκλιντρον αυτής παρατηρώσα με ελαφράν αγένειαν το πρόσωπον αυτού, εστιάζουσα επί των χειλέων τα οποία ερρόφων διακεκομένως την βυσσινάδαν, εκλύοντα χαμηλούς βραχνούς θορύβους. Ο ιππότης ανεσήκωσεν το βλέμμα προς την βαρώνην και, εγκαταλείπων προς στιγμήν το ποτήριόν του επί του αργυρού δίσκου, είπεν «Δεν θα δοκιμάσητε υμείς βαρώνη το ποτόν;» η δε απεκρίθη ευθαρσώς «Αγαπητέ μου Λάρρυ, το ποτόν το έχω εντός του εμού ψύκτου και το πίω ανά πάσαν στιγμήν και αυτήν την στιγμήν δεν το γουστάρω.»

Εκόμπιασεν ο ιππότης, μη έχων να αντιτάξει ουδέν εις το σχόλιον της βαρώνης και το μόνον το οποίον απέμενε εις αυτόν ήτο να μη επαναλάβει την πόσιν βυσσινάδας. Πλήρης δικαιολογιών, ηρνήθη να ενθυμηθεί εις το εξής την ύπαρξιν του ημιπλήρους ποτηρίου του, κειμένου εν τω αργυρώ δίσκω. Επρόσεξεν, εντός της αδυναμίας αυτού ευρισκόμενος, ότι, ενώ πάντοτε έως τότε τον ηνόχλει σφόδρα η προσφώνησις του ονόματός του κατόπιν του κτητικού «μου», τουτέστιν «..μου Λάρρυ», φράσις η οποία έφερεν εις τον νούν το άτυχόν τε και άνευ φύλου ζώον, όταν τον επροσεφώνει ούτως η βαρώνη, ησθάνετο λίαν ευτυχής, ήκουεν την λεπτήν φωνήν αυτής τόσον γλυκείαν ωσεί ώριμον φρούτον πλήρες σακχαρώδους ωπού.

Αντήλλασσον βλέμματα λοιπόν, οι δύο συνδαιτημόνες ενός ανυπάρκτου αντικειμένου πόσεως ή βρώσεως, επί μακρόν. Η μεν βαρώνη δεν εγνώριζεν τον τρόπον δια του οποίου θα έθετε τέλος εις αυτήν την γελοιότητα της ακαίρου επισκέψεως, ο δε Λάρρυ εδίσταζεν να χρησιμοποιήσει παλαιούς δεδοκιμασμένους τρόπους ερωτικής προσεγγίσεως ίνα μη γελοιοποιηθεί προ των οφθαλμών της ωραιοτάτης νέας, η οποία του είχεν αποκόψει τα ήπατα. Ησθάνετο την άλλοτε σθεναράν και υπέρλαμπρον ψωλήν του μαρανθείσαν υπό την σιδηράν πανοπλίαν και εντός του εγκεφάλου του επεκράτει μεγίστη σύγχυσις.

«Οποίον καιρόν θα εξημερώσει αύριον;» απετόλμησεν μίαν βλακώδη ερώτησιν ο υπό πλήρει εξαφανίσει διατελών ιππότης, λαβών αυθωρεί την απάντησιν της βαρώνης «Οι θεοί μόνον γνωρίζουν οποίος καιρός θα εξημερώσει! Αγνωστον το αύριον παντελώς δι ημάς τους ανθρώπους. Μέγας εί Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου. Τα πάντα εν σοφία εποίησας.»

«Δεν θα ηδυνάμην να φαντασθώ οποία γνώσις και ευσέβεια κρύπτεται εντός της λαμπράς ψυχής σας!» ανεφώνησεν κατάπληκτος ο Λάρρυ, συμπληρώνων παρευθύς «Ποίον εστί ευγενέστερον και ωραιότερον, το περίβλημα ή το εσωτερικόν υμών, αγαπητή βαρώνη; Αδύνατον να το είπω μετά βεβαιότητος.»

Η βαρώνη δεν εγκατέλειψεν την δοθείσαν ευκαιρίαν ανεκμετάλλευτον, ήδραξεν ταύτην μετά πάσης δυνάμεως λέγουσα «Ω, ναι, Λάρρυ αγαπητέ, μόλις τώρα ενεθυμήθην ότι έχω υποσχεθεί εις τον πάτερ Ευσέβιον να υπάγω εις τον ναόν του Προφήτου Ηλιού και μάλλον ευρίσκομαι ήδη εν καθυστερήσει. Παρακαλώ, εάν δεν είναι λίαν δυσάρεστον δι υμάς, θα ηδύνασθο να υπάγετε ίνα προφθάσω να ετοιμασθώ;»

Ο ιππότης, άνευ ουδεμιάς αναβολής, εξετινάχθη εκ του καθίσματος όπου επί τόσον μακρόν είχεν μακαρίως απλωθεί, λέγων «Βεβαίως κυρία μου, τι λόγος! Αλλωστε ήγγικεν η ώρα ίνα ετοιμασθώ, η ταπεινότης μου, δια μίαν ετέραν επίσκεψιν, έχω να υπάγω εις την Βουλήν Των Λόρδων.» Ούτωπως εξεγλύστρησεν, ίνα μη δώσει την εντύπωσιν εκδιωχθέντος.

Αντήλλαξον ευγενείς ασπασμούς έμπροσθεν της θύρας του διαμερίσματος, ο ιππότης εισήλθεν εν τω ανελκυστήρι και η ωραία νεαρά αιλουρώδης βαρώνη εσφάλισεν την θύραν. Αμα τη βεβαιότητι της ικανής απομακρύνσεως του ιππότου Λάρρυ, ήρχισεν αύτη να γελά ηχηρώς. Εθεσεν ένα δίσκον εκ βυνιλίου εις το ανάλογον μηχάνημα, το επονομαζόμενον πικ-απ, και εισήλθεν εν τω άμα εις ένα κόσμον ημιφρενοβλαβή ορχουμένη ωσάν μαινάς υπο των ήχων μουσικού τινος συγκροτήματος εκ Λατινικής Αμερικής.

Ο ιππότης παρέπαιεν εν τη οδώ, ως ημιθανής σχεδόν, δεν ηδύνατο να κατανοήσει ακριβώς τον τρόπον με τον οποίον είχεν ευρεθεί τόσον αποτόμως εκτός του διαμερίσματος της βαρώνης, πώς δήλα δη εκείνος, είς τόσον προβεβλημένος δια τας ερωτικάς ικανοτήτας του ανήρ, ηδυνήθη να απωλέσει τοιούτον κελεπούρι. Αμέσως, ίνα μη εκπέσει το κύρος αυτού, είπεν εις εαυτόν ότι επρόκειτο απλώς περί μιάς γυναικός θρησκευομένης, και, ως εκ τούτου, παρθένου, ήτις δεν επεθύμει επαφήν μεθ' ουδενός ανδρός. Χαρακτηρίσας ούτως την θεσπεσίαν βαρώνην, ησύχασεν η συνείδησίς του και ηδυνήθη να προχωρήσει μετά πλέον σταθερών βημάτων προς το μικρόν αυτού κατάλυμμα.

_____________________
Σήμερα το κατάστημα σερβίρει ολίγη από ιππότη Λάρρυ, ετσι, για να σπάμε το παράλογο που μας τριγυρίζει επικίνδυνα με κάτι πιο διασκεδαστικό και λιγότερο παρανοϊκό -από τα Δελτία Ειδήσεων, ας πούμε!!!

Η ιστορία αυτή πρωτοανέβηκε εδώ: -->>
http://rodiat3.blogspot.com/2006/01/larry-2.html

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Η επίσκεψη του Larry -Νο 3

Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες οι οποίες μας δυναστεύουν, ανεβασα μερικες τολμηρες ιστορίες του ευγενους ιπποτου Larry. Επειδή οσο προχωρουσαν οι εξιστορησεις, τοσο τολμηροτερες γινοντουσαν, μενω στις πρωτες 4 που ανεβηκαν και δεν μπορω να τις παρω πισω.


Ο ιππότης Λάρρυ, είς ανήρ ευρισκόμενος πάντοτε εν πλήρει ετοιμότητι δι ερωτικάς περιπετείας, ηγέρθη εκ της κλίνης αυτού κατόπιν ύπνου βαθέως και πλήρους ονείρων τε και ονειρώξεων. Τα ενύπνια άτινα επεσκέπτοντο αυτόν κατά την διάρκειαν της νυκτός διήγειρον συνήθως την ευμεγέθη ψωλήν του, ήντινα κατεπράϋνεν με ελαφράς τοπικάς μαλάξεις, άμα τη εγέρσει αυτού.

Σήμερον όμως, το όργανον της ηδονής ηρνείτο επιμόνως να καταπραϋνθή. Ιστατο ως κεντρικόν κατάρτι πλεούσης πλησιστίου ποντοπόρου σκούνας, έχον μεταμορφώσει τα σκεπάσματα της κλίνης του εις πέλαγος, ούτως ειπείν. Τούτον βεβαίως ωφείλετο εις το ενύπνιον, όν ήτο καλώς εγκατεστημένον εντός του εγκεφάλου του, μη δυνάμενον να εγκαταλείψει την φαιάν ουσίαν εξ ής ετρέφετο. Ηυρίσκετο είς τινα εγκεφαλικήν έλικα εσφηνωμένον, ελλοχεύον επιμόνως, ούτως ώστε να ορμήσει δριμύτερον, εις την παραμικράν χαλάρωσιν των βλεφάρων, επαναφέρον τον ιππότην εις τα χλοερά τοπία μυριάδων ανθισμένων πριγκηπικών αιδοίων.

Ισως είπει τις «τι τάχα να έχωσιν τα πριγκηπικά αιδοία, όν εκ τών λοιπών απουσιάζει» αλλά εις την ερώτησιν αύτην μόνον ο ιππότης Λάρρυ δύναται να απαντήσει. Διότι ο Λάρρυ είχεν τεραστίαν γαμιστικήν πείραν. Μυριάδας αιδοίων, καν και καν, είχεν επισκεφθεί ο μεγαλοπρεπής του ψώλος κατά την διάρκειαν του βίου του. Εγνώριζεν λοιπόν πολύ καλώς ότι έν πριγκηπικόν αιδοίον είναι -πρώτον και κύριον- μοσχομυριστόν. Αλλωστε, το δέρμα των πριγκήπων ευωδιάζει ούτως ή άλλως, πόσον μάλλον τα αιδοία των πριγκηπισσών, αι οποίαι άλλο τι δεν κάμνουν από του να τα περιποιούνται ανελλιπώς κατά την διάρκειαν της ημέρας, πολλάκις δε και της νυκτός.

Το ενύπνιον όν παρετήρει διαρκούντος του ύπνου του ο Λάρρυ, ήτο είς θαυμαστός τόπος επί του οποίου, αντί ανθέων, ήνθιζον πλείστα όσα αιδοία, άτινα ήσαν πολύχρωμα και διαφόρων μεγεθών. Μικρούτσικα ροδαλά και γαλαζωπά, σε τόνους απαλούς, αλλά και κατακόκκινα και μπλαβιά με τόσον έντονον χρώμα, ώστε να νομίζει τις ότι είναι έτοιμα να εκραγούν. Ταύτα δε όλα ευρίσκοντο εμφυτευμένα εν μέσω μουνοτριχών κυματιστών, ξανθών ως επί το πλείστον αλλά και καστανών και μελανών και χρωματιστών. Το εντελώς παράλογον της υποθέσεως είναι ότι αντί μίσχων τα αιδοία είχον χείρας με λεπτά δάκτυλα, άτινα εκράτουν κτένας πολυχρώμους επίσης και εκτένιζον τας περιβαλλούσας αυτά τρίχας.

Εκάστη χείρ εκτένιζεν μετά μεγίστης προσοχής, ουχί μόνον το αυτής αιδοίον, αλλά και τον περίγυρον αυτού, πότε πότε δε ηπλώνετο μακράν, μέχρις ότου φθάσει αιδοίον τι γειτονικόν, το οποίον περιεποιείτο επίσης μετά προσοχής. Ο ιππότης Λάρρυ ίστατο εν τω μέσω του παραμυθένιου, ούτως ειπείν, τούτου αιδοιοκόσμου πιέζων τον ψώλον αυτού, όστις επεθύμει σφόδρα να εκσφενδονισθεί ως πύραυλος. Το μόνον το οποίον τον εμπόδιζεν ήτο η αδυναμία εκλογής συγκεκριμμένης κατευθύνσεως. Δεν ηδύνατο δήλα δή να επιλέξει ποίον αιδοίον να γαμήσει πρώτον, τουτέστιν από ποίον αιδοίον να εκκινήσει τας γαμικάς του ασκήσεις.

Ο νους του έφερεν απείρους σπειροειδείς περιστροφάς χωρίς να δύναται να λάβει οριστικήν απόφασιν και, ήτο πλέον ή βέβαιον ότι θα παρεννόει εντελώς εάν δεν έδιδεν την έγκαιρον λύσιν το ξυπνητήρι, το οποίον ήρχισεν να λαλεί μανιωδώς, επί του παρακειμένου κομοδίνου ευρισκόμενον. Η ευώνυμος χείρ του ιππότου ηπλώθει χαλαρώς ως δια να χαϊδέψει αιδοίον τι, συνήντησεν όμως την αδράν επιφάνειαν του ξυπνητηριού ήτις τον επανέφερεν εις την ωμήν πραγματικότητα, όπου τα πριγκηπικά αιδοία σπανίζουν.

Προσεπάθησεν, είναι η αλήθεια, να επανέλθει εις την προτέραν κατάστασιν, αυτήν του ύπνου. Ο εγκέφαλός του όμως, όστις επεθύμει σφόδρα να απαλλαγεί του παρασίτου όν είχεν εμπλακεί εις την φαιάν του ουσίαν, τουτέστιν να εκδιώξει το ενύπνιον κακήν κακώς, τον ηγνόησεν επιδεικτικώς. Ούτω, ο Λάρρυ ηναγκάσθη επι τέλους να εγερθεί. Ηρπασεν έν λινόν προσόψιον και κατηυθύνθη προς το λουτρόν ένθα κατεσίγασεν εντός της λεκάνης την πρωϊνήν του έγερσιν, κατά τι πλουσιωτέραν κατά την ποσότητα της συνήθους.

Φρεσκολουσμένος και ενδεδυμένος εν ιαπωνικόν ελαφρύ ένδυμα, το και κιμονό επονομαζόμενον, κατηυθύνθη προς την εστίαν ίνα παρασκευάση ρόφημά τι εκ φύλλων τιλιάς, το γνωστόν τοις πάσι φλαμούρι. Το ρόφημα τούτον είναι εξαίρετον καταπραϋντικόν και ο ιππότης το εχρειάζετο αδιαμφιβόλως, κατόπιν του εξόχως διεγερτικού ενυπνίου. Συνήθως απελάμβανε ένα στιγμιαίον καφέν ώστε να διεγείρη την ψωλήν του, σήμερον όμως αύτη απήτει κατευνασμόν αντί διεγέρσεως. Ετοποθέτησεν το ρόφημα εις εν κύπελον εκ λεπτής πορσελάνης και εκάθησεν επί τινος ανακλίντρου και ερέμβαζεν. Η όψις του απέπνεεν μυστηριώδη συναισθήματα, δεδομένου ότι οι οφθαλμοί του ευρίσκοντο σχεδόν εκτός των κογχών των.

Εξαίφνης, εξετινάχθη αποτόμως. Το τηλέφωνον ήρχισεν ηχόν εκκωφαντικώς. «Ποίος με ενεθυμήθη πρωΐ πρωΐ» επρόφθασε να σκεφθεί και έλαβεν το ακουστικόν λέγων μετά μεγίστης ευγενείας:

- Παρακαλώ...
- Ο ιππότης Λάρρυ; Ηκούσθη λεπτής χροιάς φωνούλα.
- Ο ίδιος, αυτοπροσώπως. Απήντησεν ο ιππότης.
- Εδώ πριγκήπισσα Λενώρα. Θα ηδύνασθο αγαπητέ να έλθετε σήμερον ίνα γευματίσωμεν ομού;
- Βεβαίως υψηλοτάτη! Δούλος σας! Απήντησεν ο Λάρρυ, συγκρατών μετά κόπου το δέμας αυτού, ίνα μη σωριασθή επί του τάπητος.
- Ω! Δεν γνωρίζετε οποίαν χαράν μου δίδετε ιππότα! Κατά τας δύο είναι καλά; Μήπως επιθυμείτε ενωρίτερον; Ηκούσθη λέγουσα η λεπτή αρωματική φωνούλα -πριγκηπική γαρ.
- Ομορφα! Δύο ακριβώς θα ευρίσκομαι εις τα ανάκτορα.
- Μη κάμνετε τον κόπον αγαπητέ ιππότα, θα στείλω την προσωπικήν μου άμαξαν να σας μεταφέρει. Να ευρίσκεσθε δύο παρά είκοσιν έμπροσθεν της οικίας υμών.
- Ω, υψηλοτάτη! Οποία τιμή δι εμέ τον πτωχόν ιππότην!
- Ουδεμία τιμή είναι αρκετή δια το πρόσωπόν σας, πιστέ μου Λάρρυ. Θα ηδυνάμην να στείλω να σας μεταφέρουν και εκ του Βορείου Πόλου... Δύο παρά είκοσιν ακριβώς, έτσι;
- Ναι, βεβαίως.. δύο παρά είκοσιν ακριβ...

Πριν αποτελειώσει την φράσιν του ο ιππότης, η πριγκήπισσα Λενώρα -κλατς!- έκλεισεν το ακουστικόν. Το κλείσιμο του ακουστικού κατάμουτρα του συνομιλητού είναι το μόνον πριγκηπικόν ελάττωμα, δια τούτο και συγχωρητέον, εσκέφθη πάραυτα ο Λάρρυ, όστις εσχημάτισεν αυτομάτως τον αριθμόν του φενακοποιού του ίνα βελτιώσει την εμφάνισιν της κόμης και του λεπτού μύστακός του.

Εις αυτό το σημείον δυνάμεθα να παραλείψωμεν τα του θεσπεσίου γεύματος, άλλωστε, λίγο-πολύ, όλοι γνωρίζουν τι περιλαμβάνει έν πριγκηπικόν γεύμα. Εκείνον το οποίον έχει ενδιαφέρον είναι το επακόλουθον του γεύματος, εκείνον όν διημείφθη κατόπιν δήλα δή, μεταξύ του ιππότου και της πριγκηπίσσης. Αμα τη λήξει του γεύματος και την αποχώρησιν των σερβιτόρων, η πριγκήπισσα Λενώρα απώλεσεν πάσαν αιδημοσύνην και ήρθη κραδαίνουσα τας δαγκάνας του αστακού, του οποίου είχεν μόλις απολαύσει την σάρκαν, και εφώρμησεν επί των γονάτων του ιππότου. Με την μίαν εκ των δαγκανών εγαργάλη το ευώνυμον ούς αυτού και με την ετέραν τον μύστακά του, ψιθυρίζουσα:

- Τώρα αγοράκι, οι δυο μας! Τι θα μου κάνεις; Θα παίξεις με το μουνάκι μου; Θα μου το γαργαλίσεις με το μουστακάκι σου;
- Ω, αγαπητή.. ω, υψηλοτάτη Λενώρα...
- Ω, Λάρρυ, αφήστε τα σεις και τα σας... τώρα είμεθα δύο ανθρώπινα όντα λιμασμένα δια έρωτα... τίποτε περισσότερον...
- Μα...
- Δεν έχει μα και ξεμά, ορμήστε μου Λάρρυ και ξεσκίστε με! Δικαιώσατε την φήμην υμών. Επί τέλους, φθάνουν αι ευγένειαι. Αρκετά.

Ο ιππότης εκράτει ακόμη το ποτήριόν του πλήρες οίνου ξανθού και ευόσμου και ολίγον έλειψεν να καταβρέξει την πανοπλίαν αυτού. Το εγκατέλειψεν με όσην προσοχήν ημπόρει επί της τραπέζης και εφώρμησεν επί των ασθενικών πριγκηπικών βυζιών. Τι να ζουλήξει από αυτά, τα ελαχίστου μεγέθους βυζάκια, χωρίς να φοβείται ότι θα τα βλάψει; Εμπροσθεν όμως της σφοδράς επιθυμίας της μανιώδους πριγκηπίσσης, ήρχισεν μαλάζων ταύτα κατά το δυνατόν.

Εφούσκωσαν αι ρόγες και εσκληρύνθησαν ως ώριμαι φράουλαι, εφούσκωσαν και τα βυζάκια ολόκληρα και απέκτησαν χρώμα ρόδινον. Μετεμορφώθησαν ως λοφίσκοι όπισθεν των οποίων χάραζεν ροδόχρους η αυγή. Ο ιππότης εγαργάλιζεν τα όμορφα πρώην καχεκτικά στηθάκια με τον λεπτόν του μύστακα, τον άρτι περιεποιηθέντα υπό του φενακοποιού. Η πριγκήπισσα εξέβαλλεν κάθε τόσον μικράς κραυγάς χαράς καί τινα γελάκια κεχαριτωμένα, λικνίζουσα τον κορμόν αυτής δεξιά και αριστερά ξεφεύγουσα δήθεν του απειλητικού μύστακος. Ο Λάρρυ είχεν τοσούτον καυλώσει ώστε μετά κόπου συνεκρατείτο ίνα μη της τον χώσει αποτόμως. Αι πριγκήπισσαι δεν αγαπούν τα παθιασμένα γαμήσια, αυτό το εγνώριζεν καλώς.

Η Λενώρα όμως, αν και ήτο πριγκήπισσα, εξακριβωμένο αυτό, εφαίνετο απολαμβάνουσα την ιπποτικήν ορμήν και ωδήγει την χείρα του ανδρός προς τα χαμηλώτερα σημεία.

- Ω, ελάτε Λάρρυ, ελάτε πλέον. Ολο με τα βυζάκια μου θα παίζετε; Παίξτε και με κάτι τι άλλο!
- Λενώρα.. ω.. Λενώρα.. Μανάρι μου.. Μουνάρα μου.. Πες μου τι να σου κάνω τώρα..
- Να με γαμήσεις επί τέλους αγορίνα μου! Να με γαμήσεις ψωλαρά μου!

Εφώναξεν η πριγκήπισσα τόσον, ώστε θα ηδύνατο να ακουσθεί και εκτός του περιβόλου των ανακτόρων. Ο Λάρρυ προσεπάθησεν να φράξει δια της χειρός του τα χείλη αυτής, αλλά κατενόησεν εγκαίρως ότι κατά την διάρκειαν μίας τοιαύτης διεγέρσεως αι αισθήσεις είναι άκρως ωξυμέναι και, ως εκ τούτου, και ο ψίθυρος ομοιάζει με κραυγήν, οπότε εγκατέλειψεν την προσπάθειαν αποφράξεως της φωνητικής οδού της πριγκηπίσσης και, αποβάλλων πάσαν αιδώ, άρπαξεν το κάθυγρον μουνί της πρώτα με τα δάκτυλα της δεξιάς χειρός του και κατόπιν με τα ακονισμένα άκρα των οδόντων του.

Η πριγκήπισσα Λενώρα έκειτο τώρα εις υπτίαν στάσιν επί της τραπέζης, όπου ευρίσκοντο ακόμη τα κενά σκεύη του προηγηθέντος γεύματος. Οι ερασταί, εις έν διάλειμμα του επικρατούντος πάθους των, είχον την πρόνοιαν να τραβήξωσι το λινόν κατάλευκον τραπεζομάνδηλον, απελευθερώνοντες ούτωπως το ήμισυ της ξυλίνης εκ δρυός επιφανείας. Η κόμη της πριγκηπίσσης είχεν βυθιστεί εντός της κενής, ευτυχώς, σουπιέρας και τα άκρα των ποδών της εξείχον του πέρατος της τραπέζης από του γόνατος και πέραν. Ακριβώς εις την ακμήν ηυρέθη το μουνί αυτής, όν περιεποιείτο ο ιππότης μετά δακτύλων, μύστακος και γλώττης, χωρίς να καταβάλλει ιδιαιτέραν προσπάθειαν.

Μμμμμ... και μμμμ... εμούγκριζεν ούτος, αφήνων την ασθμαίνουσαν αναπνοήν του εκπνέουσαν κατά ριπάς επί του πριγκηπικού μυρωδάτου ροδαλού αιδοίου. Εκόντευε να απωλέσει παντελώς τας φρένας αυτού, δια τούτο απέφευγεν σκοπίμως να σκέπτεται με ποίαν γυνήν τυγχάνει συνευρισκόμενος. Η προτροπή της πριγκηπίσσης, να φερθεί δήλα δή προς αύτην ως εις μίαν τυχούσαν γυναίκα, τον διευκόλυνεν εις την μείωσιν του άγχους του. Τοσούτον απηλευθερωμένος ησθάνετο, ώστε ετόλμησεν να σηκώσει το πριγκηπικόν κορμί δράττων αυτό από την οσφύν και την πλάτην και να το φέρει εις θέσιν καθιστήν επί της τραπέζης. Κατόπιν, κυλίων τούτον αργά και σταθερά, το έφερεν επί των γονάτων αυτού και ύστερον επί του περσικού τάπητος ός εσκέπαζεν το δρύϊνον δάπεδον.

Η πριγκήπισσα Λενώρα το λοιπόν, ηυρέθη, δίχως να το πολυκαταλάβει, γονατιστή έμπροσθεν του ιππότου να σμιλεύει με την απαλήν μικράν και αιχμηράν γλώτταν αυτής το υπέροχον θεόρατον όργανον ηδονής του ιππότου, τουτέστιν την ψωλήν του. Ο Λάρρυ εξηκολούθη καθήμενος, σχεδόν αναπαυτικώς. Δεν είχεν πολυμετακινηθεί. Το έπραττεν τούτον σκοπίμως, ίνα μη σπαταλά δυνάμεις αι οποίαι θα του εχρειάζοντο λίαν συντόμως. Πρέπει να αναφερθή οπωσδήποτε ότι οι ερασταί εξηκολούθουν ενδεδυμένοι, αν και κάπως ακατάστατα. Ελαφρώς αναμαλλιασμένοι, με ξεσφιγμένα τα ζωνάρια και ανασηκωμένα μανίκια, ενδεδυμένοι πάντως σχεδόν απολύτως.

Αφού αφήκεν την νέαν να παίξει αρκετά με τον υπερμεγέθη πούτσον αυτού, ός είχεν αποκτήσει τοσούτον μέγεθος όν ο ιππότης αντίκρυζεν δια πρώτην μέχρι τούδε φοράν, απεφάσισεν να δράσει με την γνωστήν μέθοδον αυτού. Ανεσηκώθη αποτόμως εκ του επενδεδυμένου μετά δέρματος καθίσματος, ήρπαξεν την κόμην της πριγκηπίσσης με τρόπον ώστε να μη της προξενήσει τον ελάχιστον πόνον, εκατέβασεν με ορμήν το φόρεμα αυτής από των υπερόχων ώμων μέχρι των αστραγάλων χωρίς να το ξεσχίσει, και ανέστρεψε το απαλόν και χαλαρόν σώμα, ούτως ώστε να ευρεθή η νέα με την κεφαλήν κάτω και τα γόνατα επί των ώμων του ιππότου. Η πριγκήπισσα, ακόμη και εις την δυσμενή θέσιν εις ήν απροσμένως ηυρέθη, εξηκολούθη σμιλεύουσα τον ευμεγέθη ψώλον. Ο Λάρρυ, με την μίαν χείρα επί του ενός ώμου της πριγκηπίσσης και με την άλλην στηρίζων την οσφύν της, εδάγκωνεν όπου του εδίδετο ευκολία. Πότε το υπέροχον ροδαλόν αιδοίον της και πότε τα υπέροχα κωλομέρια.

Κατόπιν, μετ’ ού πολύ, διότι η στάσις αύτη τυγχάνει λίαν κοπιώδης όσον εξησκημένοι και να είναι οι ερασταί, απέθεσεν την γυναίκα ελαφρώς επί του δαπέδου και ήρχισεν εκδυόμενος την πανοπλίαν αυτού. Η πριγκήπισσα, με το βλέμμα ιλαρόν και γλαρόν συνάμα, παρηκολούθη τον ιππότην εκδυόμενον και εθαύμαζεν την τάξιν μεθ’ ής ετακτοποίει τα διάφορα τεμάχια της στολής αυτού επί ενός εκ των καθισμάτων της τραπεζαρίας. Οταν εξεδύθη την πανοπλίαν και απέμεινεν φορών εν κατάλευκον υποκάμισον και μίαν μακράν περισκελίδα εκ λευκού επίσης ερίου, ηγέρθη αύτη, ώρμησεν ως μαινάς, και εξέσχισεν δια των οδόντων αυτής τα εναπομείναντα εσώρουχα του ιππότου. Γυμνοί λοιπόν και οι δύο ερασταί ήρχισαν να ξιστρίζονται μεταξύ των ως ίπποι, ταλαντευόμενοι και περιστρεφόμενοι. Δεν υπήρχεν το ελάχιστον σημείον επιδερμίδος του ενός, το οποίον να μη είχεν αγγίσει με την επιδερμίδα του ο έτερος των εραστών. Επραττον ωσάν να μη υπήρχεν πλέον χρόνος επί της γης ή ωσάν να ήτο, καθείς εξ αυτών δια τον έτερον, ο τελευταίος επιζών του φύλου του επί του πλανήτου.

Είχον τοσούτον διεγερθεί, ώστε ο γάμος, τουτέστιν η είσοδος του πελωρίου πούτσου εντός του λεπτεπιλέπτου μουνιού, να αποτελεί πλέον την μοναδικήν διέξοδον, την μοναδικήν πράξιν η οποία απετέλη σκοπόν και αιτίαν ταυτοχρόνως της υπάρξεώς των. Οποία ευχαρίστησις! Οποία ηδονή! Εξεχύθη το σπέρμα του ιππότου εντός του κόλπου της πριγκηπίσσης και ανερροφήθη ακαριαίως υπ’ αυτού. Ουδεμία σταγών επερίσσεψεν. Τα χείλη των ήσαν ηνωμένα εις περιπαθείς ασπασμούς καθ’ όλην την διάρκειαν των απιθάνων περιπτύξεων και εξηκολούθουν να ευρίσκονται ηνωμένα ακόμη και κατόπιν της μαγνητικής επαφής των δύο νεανικών σωμάτων.

Απέμεινον ούτωπως επί του σπανίου εκ Περσίας τάπητος του δαπέδου επί μακρόν, μέχρις ότου ο ιππότης ήρχισεν αναρριγών και ανεσηκώθη λέγων «Σηκωθείτε ωραία Λενώρα, μην αρπάξουμε και καμμιά γρίππη!» Η πριγκήπισσα ανεσηκώθη με την σειράν της, αναζητώσα την μεταξωτήν αυτής εσθήτα. Ενεδύθη τάχιστα και παρετήρη τον ιππότην ενδυόμενο καθήμενη επί ενός χθαμαλού καθίσματος, επονομαζομένου «πουφ». Ο Λάρρυ έλαμπεν ολόκληρος, σχεδόν όσον και η αργυρά πανοπλία αυτού. Η πριγκήπισσα επίσης έλαμπεν από κορυφής μέχρις ονύχων και το βλέμμα της εσπίθιζεν ως αστραπή.

Οταν ετελείωσαν με την ένδυσιν, και την υπόδησιν βεβαίως, ετακτοποίησαν το τραπεζομάνδηλον και έκρουσεν η Λενώρα τον κώδωνα ίνα οι υπηρέται συμμαζέψουν τα κενά σκεύη εκ της τραπέζης και σερβίρουν το επιδόρπιον. Πράγματι, ήλθον και έπραξαν ό,τι ακριβώς πράττουν οι υπηρέται υπακούοντες τους ανωτέρους των. Το επιδόρπιον ήτο χαλβάς εκ σιμυγδαλίου, αρκετά γλυκύς αλλά όχι τόσον όσον τα μέλη των νεαρών εραστών, άτινα είχον κορέσει τον έρωτά των. Απεχαιρέτησεν η πριγκήπισσα Λενώρα τον ιππότην Λάρρυ διαβεβαιώνουσα αυτόν ότι θα ενθυμείται καθ’ όλην την διάρκειαν του βίου αυτής την εξαιρέτου ποιότητος περίπτυξίν των, έως του θανάτου της.

Ηπόρησεν ο Λάρρυ ερωτών «Τι μας εμποδίζει να το επαναλάβωμεν ωραιοτάτη Λενώρα;» και έμαθεν αμέσως ότι εντός ολίγων ωρών θα απεχαιρέτα την χώραν η πριγκήπισσα ίνα υπάγει εις ξένον τινά τόπον όπως υπανδρευθή ένα γερόντιον αλλά βασιλέα διότι ούτω απαιτούν οι καιροί και οι υποσχέσεις του πατρός της. Εδάκρυσεν η πριγκήπισσα ταύτα λέγουσα μετά μεγίστης ταχύτητος και ο Λάρρυ έσπευσεν και εφυλάκισεν έν δάκρυ αυτής επί της λινής επιφανείας του ρινομάκτρου του. «Τούτο το δάκρυ θα ρέει διαρκώς εντός της εμής καρδίας πανωραία Λενώρα, δεν θα στεγνώσει ποτέ όσον θα σας ενθυμούμαι» είπεν δακρύζων επίσης και σφογγίζων το ιδικόν του δάκρυ με την ξανάστροφη της παλάμης του. Αντήλλαξον απαλούς ασπασμούς και ο ιππότης εισήλθεν εις την άμαξαν της πριγκηπίσσης ίνα επιστρέψει εις το κατάλυμμά αυτού. Εσκέπτετο πολλά και διάφορα, αλλά δεν του επέρασεν από τον νουν, ούτε ξυστά ούτως ειπείν, ότι θα εσυναντούσε μετ’ ολίγων ετών και πάλιν την πριγκήπισσαν υπό εντελώς διαφόρους συνθήκας.


-->> Η ιστορια αυτη πρωτοανεβηκε εδω: -->> http://rodiat3.blogspot.com/2006/03/larry-3.html
-->> Την ξαναδειχνω σημερα για λογους χαλαρωσης. Πηξαμε πια με το "σκοπιανο", τις ντοπες, τις ζαχοπουλιαδες, τις βρακατσελιαδες, και αλλα συγχρονα επη. Ελπιζω να τη χαρειτε και να απεγκλωβιστειτε απο τον ελεγχο της σεξουαλικοτητας σας!