Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

αναδρομή σε παλιές ιστορίες

ένα παλιό σχόλιο (2011)
//Πωπω.. χαμος! Παιρνω τη σκυτάλη λοιπόν. Το τσουναμι ξεκινησε στη 10ετια του '60, όταν η κυβερνηση του παπού με υπ. συντονισμου τον μητσοτ. αναγνωρισε ελληνικα ομολογα που ηταν πτωχευμένα (απλο χαρτί, δλδ) απο προηγουμενες πτωχευσεις, ετσι ωστε να κερδισουν εκεινοι που ειχαν επενδυσει σε αυτα (πριν πτωχευσουν) και να αναδυθουν μερικες καρχαριοειδείς ελληνικες (ο θεός να τις κανει!) οικογενειες. Γνωστα τα ονοματα, μη τα ξαναγραφω. Τα αναστησε ο μητσοτ, αλλα το πηραν πρεφα και αλλοι ότι αναστηθηκαν κι έπεσαν με τα μουτρα στο ψητό. Οι τόκοι εκεινων των ομολογων αποτελουν τη μαγια και για το τωρινο χρεος. Και οι τοκοι αυτοι κεφαλαιοποιούνται και ξανατοκιζονται (τα πανωτόκια, που λενε) κι ετσι αυξανει το χρεος δυσαναλογα και γινεται αβασταχτο (=επαχθες). Ο διαρκης ανατοκισμος ειναι πραξη που απαγορευεται με νομο, αλλα οι τραπεζες κανουν ό,τι θελουν γιατί αυτες εχουν και τα μαχαιρια και τα πεπονια. Η γεννηση χρηματος απο χρημα λεγεται τοκογλυφια και ειναι άτιμη και ανήθικη πραξη. Περα απο ολα αυτά, τα ποσα που δανειζόμαστε τωρα πανε σε ποσοστο περι το 90% σε αποπληρωμη των κερατιάτικων. Αυτών που μπήκαν σε τσέπες, κλπ. Το ελληνικο κρατος εχει να πληρωσει μισθους και συνταξεις, ολες τις υποχρεωσεις του στους πολιτες του και στη λειτουργια του, δεν χρειαζεται να δανειστει για το λογο αυτο. Το αεροδρομιο χρηματοδοτηθηκε απο τη συμμετοχικη εκμεταλλευση του κατασκευαστη για ορισμενο αριθμο ετων και οχι απο δανειο, όπως γινεται και με τους δρομους. Το οτι οι εργολαβοι δεν συντηρουν τους δρομους εφερε το κυμα "δεν πληρωνω" στα διόδια και καλα εκανε. Σιαξε δρομους κυριε, να πληρωσω διοδια. Οχι τα λεφτα που κονομας να τα στελνεις εξω και να κανεις μπαλωματακια σε εθνικους δρομους. Το ότι τα κρατη έδωσαν τόσες εξουσιες στις τραπεζες χωρις να κρατησουν καν μια κεντρικη τραπεζα κατω απο τον έλεγχό τους, ηταν το μεγαλο -ΤΕΡΑΣΤΙΟ- λάθος, που τώρα δυσκολα μαζευεται. Εκει παιζεται το παιχνιδι και οχι στενα στον λεγομενο "κρατισμό". Ναι, το κρατος των ημετερων (απο δω κι απο κει) επαιξε μεγαλο ρολο, αλλα όχι τόσο μεγαλο όσο θελουμε πολλοι να πιστευουμε, γιατι και οι ημετεροι υπαλληλοι πληρωναν φορους. Αυτοι που δεν πληρωναν και ουτε ειναι διατεθειμενοι να πληρωσουν ειναι γνωστοι φαταούλες, ακομα τρωνε χρημα και το εξαγουν, και να πανε στα τσακιδια! Μια προταση που εχω προχειρη ειναι να πληρωσει μονομιας το υπερβαλλον ποσο, όποιος διαθετει περισσοτερα από ένα μύριο. Να μεινουν ολοι οι καρχαριες με ενα μυριο το πολύ, αν θελουν να παραμεινουν Ελλαδα. Αν προτιμουν να φυγουν, με γεια τους με χαρα τους και θα κουνησω και μαντίλι!! Δεν χρειαζομαστε αρπακτικα. Να παρω μιαν ανασα και ξαναγραφω, ε φιλακιααααααααααααααααα σε όλους :)//

Σάββατο 19 Μαΐου 2018

το παλιό μου Φροντιστήριο και το Χημείο

1. Σόλωνος και Ιπποκράτους βρισκόταν το Φροντιστήριο όπου πήγαινα τους καλοκαιρινούς μήνες πριν δώσω εισαγωγικές εξετάσεις και ήταν ένα παλιό σπίτι τριώροφο με σοφίτα διαμορφωμένο σε σχολείο με άνετα δωμάτια, μεγάλα και ψηλοτάβανα, με στολίδια στα ταβάνια και στους τοίχους, με μια ωραία ξύλινη σκάλα πλατειά με ξεκούραστα σκαλοπάτια. Στα διαλείμματα βγαίναμε έξω και χαζολογούσαμε, κάναμε συχνά και δυο βήματα πιο πέρα να δούμε τί γίνεται στο Χημείο. Σήμερα, στην ίδια θέση βρίσκεται εδώ και αρκετά χρόνια ένα υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, με βρώμικα πεζοδρόμια απέξω και λερωμένες κολόνες από αφισσοκολλήσεις.

2. Το Χημείο ήταν η πιο δραστήρια πανεπιστημιακή Σχολή και βρισκόταν στη Σόλωνος, δυο βήματα από το φροντιστήριό μου, στο απέναντι πεζοδρόμιο. Από τα σκαλιά του Χημείου ξεκινούσαν τα παλιά χρόνια όλες οι φοιτητικές εξεγέρσεις, όλα τα αιτήματα εκεί συζητιόντουσαν από συγκεντρωμένους νεαρούς που απλώνονταν σε αυτά τα μαρμαρένια σκαλοπάτια, καπνίζοντας και συζητώντας ολημερίς κι ολονυχτίς μέχρι να πάρουν τις αποφάσεις τους. Μετά, ξεκινούσαν οι πορείες με τα πανώ, τις φωνές και τις σημαίες. Ισως δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Φυσικομαθηματική Σχολή υπήρξε από τις πρώτες που μετακομίσαν στου Ζωγράφου, να βρίσκεται ο φοιτητικός κίνδυνος μακριά από κέντρο της πόλης, να αποφεύγονται οι συνενώσεις των φοιτητών με τους οικοδόμους και άλλους πολίτες.
_______________
ΣΗΜ. ανέβηκε πριν από λίγο στο f/b 

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

Η πλατεία Συντάγματος άλλοτε και τώρα

1. η πλατεία Συντάγματος μεταξύ Ερμού και Καραγιώργη Σερβίας, 2018, από το χάρτη του Google. Εκεί όπου υπήρχαν τραπεζάκια φυτεύτηκαν μίζερα παρτέρια και στέγαστρα στάσεων για λεωφορεία και τρόλεϋ, ο Παπασπύρος έκλεισε πριν από χρόνια, οι τουρίστες και τα καμάκια εξαφανίστηκαν ή αλλάξαν στέκι, το αραχτό καφεδάκι έγινε φαστ φουντ στο πόδι, οι συζητητές μουγγάθηκαν. Τα λοιπά, τα γνωρίζεις.

2. Η πλατεία Συντάγματος μεταξύ Ερμού και Καραγιώργη Σερβίας, 1968, από το φιλμ "Οικογένεια Χωραφά" με τα τραπεζάκια και τις απολαυστικά αναπαυτικές πολυθρόνες σε χρώμα βυσσινί του ζαχαροπλαστείου "Παπασπύρος". Διακρίνονται αριστερά στο βάθος τα προστατευτικά πανώ της ανεγειρόμενης (τότε) οικοδομής όπου στεγάζεται σήμερα το Υπουργείο Οικονομίας (παλιά λεγόταν υπ. Συντονισμού)

 
3. η πλατεία Συντάγματος μεταξύ Ερμού και Καραγιώργη Σερβίας, 1968, από το φιλμ "Οικογένεια Χωραφά" με τα τραπεζάκια του ζαχαροπλαστείου "Παπασπύρος", στις αναπαυτικές πολυθρόνες του οποίου καθόμασταν για ένα σύντομο καφεδάκι τα πρωϊνά, ανάμεσα στα ψώνια ή για ατέρμονες συζητήσεις τα βραδάκια. Εκεί δίναν τα ραντεβού τους και λιάζονταν τα μεσημέρια οι τουρίστες και, κυρίως τα βράδια, ήταν το στέκι των καμακιών. Τα "καμάκια" ήταν ένα είδος νεαρών ανδρών που έχει πλέον εξαφανιστεί.
_______________
ΣΗΜ. μόλις πριν από λίγο ανέβηκε στο f/b

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

πρωτοχρονιάτικο δώρο

Προπόνηση στο ανμπόξιν είχε κάνει ο πατέρας μου μια χρονιά που του χάρισα ένα τεράστιο κουτί, όταν ήμουν δεκαετής παιδίσκη. Το είχα ψωνίσει με το χαρτζηλίκι που μας έδινε κάθε χρόνο για να πηγαίνουμε στο ψιλικατζήδικο να ψωνίζουμε τα πρωτοχρονιάτικα δωράκια μας. Ψιλολόγια, τι άλλο να έπαιρνε κανείς με 4-5 δραχμούλες; Ξετύλιγε λοιπόν, ξετύλιγε, και τίποτα δεν έβρισκε, εκτός από αλλεπάλληλα κουτιά ωραία περιτυλιγμένα, κάπου κάπου ρώταγε με απόγνωση "έχει τίποτα τελικά ή τζάμπα ξετυλίγω;" και του απαντάγαμε εν χορώ και οι τρεις (μια και όλοι μαζί πακετάραμε κάθε χρόνο τα δωράκια) "έχει, έχει!!!" μέχρι που έφτασε στο τελευταίο κουτάκι που περιείχε ένα κουτί ξυραφάκια, αυτό το κόκκινο, για το ξύρισμα. Τι γέλια είχαμε κάνει! Δεν ήταν, βέβαια, ένα τεχνολογικό θαύμα όπως θα το λέγαμε σήμερα, για την εποχή του όμως ήταν και παραήταν!

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Επιστράτευση 20/7/1974 - Επιστράτευση διαρκείας σήμερα


Είχαμε βγει στο δρόμο με τον πατέρα μου πιασμένοι σφιχτά απο το χέρι χωρίς να λέμε λεξη. Αγωνία για κάτι -άγνωστο σε μένα και γνωστο σε κείνον- που μπορεί και να ερχόταν. Υπήρχε πολύς κόσμος στο δρόμο, η αγωνία διάχυτη, επικρατούσε ένα μούδιασμα, οι άνθρωποι κοιταζόμασταν με φλογισμένο βλέμμα, αλλά τα λόγια σπάνια.
Ο μικρότερος αδελφός πρόσφατα φαντάρος στον Εβρο, ο μεσαίος στα καράβια, η μάνα στο σπίτι. Δεν άργησε να φανεί πως επρόκειτο για επιστράτευση οπερέττα.
Ποιος τα θυμάται σήμερα; Σήμερα η κατάσταση είναι ίδια πάνω-κάτω, μόνο που η αγωνία διαρκεί περισσότερο, το μούδιασμα έχει δώσει τη θέση του στο θυμό και ο φόβος απουσιάζει από όσους δεν έχουν να χάσουν τίποτα.

Αυτά μου θύμισε ο zouri

Επιστράτευση 20.7.1974


http://youtu.be/dykgZ4HVA1U

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

τα στραγάλια



πηγαίναμε σινεμά καλοκαιρινό στην αύρα, στον ερμή ή στην αρκαδία, αργότερα άνοιξε ο άντζελος και λίγο πιο ύστερα το κάπιτολ, η γειτονιά είχε πέντε σινεμά καλοκαιρινά πριν κλείσω τα δεκάξι, οπότε είχαμε να διαλέξουμε με τ' αδέρφια μου πού θα πάμε και συμφωνούσαμε ευτυχώς -μας αρέσαν οι περιπέτειες, ξιφομαχίες, πειρατικά και τέτοια- έτσι δεν τσακωνόμαστε, σχεδόν ποτέ δεν τσακωνόμαστε, μπορεί τα μικρά να μαλλώναν καμιά φορά μεταξύ τους αλλά μαζί μου δεν τσακωνόταν κανένα τους και όταν καθόμαστε στα σκοτεινά μοίραζα στραγάλια στα απλωμένα τους χεράκια, μια χουφτίτσα στα δεξιά και μια στ' αριστερά και ήταν σίγουρα ότι το μοίρασμα ήταν δίκαιο, μια φορά μονάχα που ο μικρός είχε κάποιες αμφιβολίες και απαίτησε να τους μοιράσω στραγάλια στο διάλλειμμα για να μετρηθούν ένα ένα, βρεθήκαν ίσα -μα την αλήθεια

__________________
μεταφορά απο εδώ

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Εμπρός ολοταχώς προς τα πίσω!


Ζούμε ήδη σε άλλη εποχή γράφει ο Πάνος στην Καλύβα του, αλλά ο N. Σαραντάκος δίνει το στίγμα της διάψευσης: Το νέο Σ/Ν περί εχθροπάθειας.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το σχόλιο 112 της Μαρίας, επιβεβαιώνει τον τίτλο του παρόντος ποστ. Βλέπουμε καθαρά δλδ που οδηγούν παρόμοια νομοθετήματα, σε μια εποχή μίσους και αντιπαραθέσεων όχι μονάχα με τα λόγια, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε στο φύλλο της εφημ. "Μακεδονία" (9 Φεβρ. 1959) όπου οδηγεί ο παρατιθέμενος στο σχόλιο σύνδεσμος.

Παρατηρείται επίσης στην προβολή του άρθρου το φαινόμενο αντίφασης (για εντυπωσιασμό των αναγνωστών, προφανώς) μεταξύ τίτλου και περιεχομένου, άρα δεν είναι σημερινό.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Ολέθρια λάθη και δήθεν διλήμματα


Φέρνω στο νου μου πρόχειρα μερικά που θυμάμαι:

Ολέθρια λάθη
1. προκήρυξη εκλογών απο τον Ε. Βενιζέλο -εκείνες με το σύνθημα των αντιπάλων "ψωμί κι ελιά και Κώτσο βασιλιά"- με αποτέλεσμα τη μικρασιατική καταστροφή. Αν δεν είχε προκηρύξει εκλογές;..
2. εντολή για "λευκό" (ή αποχή, δεν θυμαμαι) από την αριστερά μεταπολεμικά, με αποτέλεσμα τον εμφύλιο πόλεμο. Αν ψήφιζε τότε η αριστερά;..

Δήθεν Διλήμματα
1. "τι Πλαστήρας τί Παπάγος", με αποτέλεσμα την οριστική εγκαθίδρυση της δεξιάς. Οσο νά'ναι, άλλο ήταν ο Πλαστήρας...
2. "Καραμανλής ή τανκς", με αποτέλεσμα τα γνωστά που μας φέραν ως εδώ...
___________________________
ΣΗΜ.1. όποιος θυμάται κι άλλα, ας συμπληρώσει. :)
ΣΗΜ.2. το θλιβερό είναι ότι τα λάθη και τα δήθεν διλλήμματα τα πρόβαλαν/έπραξαν οι "προοδευτικοί" πολιτικοί και κόμματα.
ΣΗΜ.3. Τι σημαίνει αυτό; Οτι οι προοδευτικοί δεν είναι και τόσο προοδευτικοί ή ότι η συντήρηση έχει τον τρόπο της να "προχωράει" στεκάμενη;
-->> update: μπερδεψα το δίλημμα με το διάλλειμμα! mea culpa, μη βαρατε, το διορθωσα.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Ιστοριες για τη συγκοινωνία


«Τέρμα τα δίφραγκα.. Τάλληρα!» φώναζε ο εισπράκτορας του τρόλεϋ ή του λεωφορείου, τότε, παλιά, πριν μερικές δεκαετίες, εννοώντας ότι όσοι θέλαν να συνεχίσουν θα έπρεπε να έχουν εισιτήριο των 5 δραχμών. Επειδή, τότε, παλιά, οι μακρινές διαδρομές δεν είχαν ενιαίο εισιτήριο αλλά ήταν διαβαθμισμένες: μέχρι κάποιο σημείο η αξία της διαδρομής ήταν δύο δραχμές και, απο εκεί και πέρα, η διαδρομή κόστιζε δραχμές πέντε. Φυσικά, υπήρχαν λεωφορεία που εκτελούσαν κοντινά δρομολόγια με ενιαίο εισιτήριο, λεωφορεία που κυκλοφορούσαν στα στενά όρια της πόλης. Από το κέντρο της Αθήνας, όμως, μέχρι το Χαλάνδρι είχε φτηνότερο εισιτήριο από όσο κόστιζε π.χ. το Αθήνα-Πεντέλη και από Βύρωνα μέχρι Παγκράτι είχε φτηνότερο εισιτήριο από Βύρωνα-Ακαδημία.

Σήμερα, το εισιτήριο είναι ενιαίο, όπου και να πας κοστίζει ενα ευρώ και μάλιστα για μιάμιση ώρα. Αν προλάβεις να κάνεις τη δουλειά σου, μπορείς να επιστρέψεις με το ίδιο εισιτήριο ή να χρησιμοποιήσεις περισσότερα μέσα με το ίδιο εισιτήριο για να φτάσεις στον τελικό προορισμό σου. Αυτό είναι μια πρόοδος, όπως και να το κάνουμε. Βέβαια, πού το ένα ευρώ και πού τα φραγκοδίφραγκα! Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...

Μια άλλη ιστορία είναι επίσης και ο εκσυχρονισμός των μεταφορικών μέσων, που κατήργησε τις μισές θέσεις εργασίας, αντικατέστησε δηλαδή τη θέση του εισπράκτορα με δυο τρία ακυρωτικά μηχανάκια ανά όχημα. Μερικά μηχανηματάκια έφαγαν τη θέση ενός ανθρώπου, άφησαν τον εισπράκτορα στεγνά στο δρόμο χωρίς δουλειά. Σήμερα, μπορούμε να κάνουμε το λογαριασμό και να δούμε αν αυτή ήταν μια συμφέρουσα ενέργεια, συμφέρουσα για το εισπρακτικό κομμάτι του συνόλου των συγκοινωνιών.

Τα μηχανηματάκια τα πληρώσαμε μια φορά και πάει, τέλειωσε. Ούτε μισθούς, ούτε συντάξεις, ούτε άδειες, ούτε ασφάλειες για φυσικά πρόσωπα. Από την άλλη πλευρά όμως, ήρθε η χασούρα απο το πλήθος των τζαμπατζήδων. Μια χασούρα που δύσκολα αντιμετωπίζεται, όσο και αν γίνεται σποραδικός έλεγχος απο τους ελεγκτές, οι θέσεις των οποίων λιγόστεψαν κι αυτές.

Είχα γράψει παλιότερα μια πρόταση, να υπάρχει κίνητρο για την αγορά εισιτηρίου, αλλά έπεσε στο κενό. Να έχουν τα εισιτήρια τη χρήση λαχνού, δεδομένου ότι είμαστε λαός με ριψοκίνδυνες τάσεις! Κάθε εισιτήριο να έχει την πιθανότητα κερδίσει κάτι τι, όπως π.χ. ένα μηνιαίο ελευθέρας ή κάτι άλλο. Να γίνεται κλήρωση ανά μήνα ή ανά εβδομάδα και ο αριθμός εισιτηρίου που κερδίζει να ανακοινώνεται μέσα στα οχήματα, έτσι ώστε οι τακτικοί επιβάτες να ενημερώνονται άμεσα, χωρίς μεσάζοντες (εφημερίδες, κλπ). Νομίζω ότι αυτή η μέθοδος θα εξοικονομούσε αρκετά απο τα χρήματα που χάνονται κάθε μήνα και είναι καλύτερη απο όλες τις μεθόδους αστυνόμευσης των συγκοινωνιών.

Μια σκέψη ακόμα, για τις κυκλικές διαδρομές που δεν φτάνουν στο κέντρο της Αθήνας. Πρόκειται για τα μικρά λεωφορεία που διαθέτουν οι περιφερειακοί Δήμοι για τη μετακίνηση των κατοίκων τους. Αν οι διαδρομές αυτές προεκτεινόντουσαν μέχρι τα όρια όμορων Δήμων και δεν λειτουργούσαν στενά σε σχέση με τις συγκοινωνίες που διασχίζουν την πρωτεύουσα, ίσως τα αποτελέσματα να ήταν πιο ανθρώπινα, να αμβλυνόταν η κυκλοφοριακή συμφόρηση του κέντρου. Γιατί, ας πούμε, να πρέπει να κατέβει κάποιος απο το Δήμο Βύρωνα στο κέντρο για να πάρει ένα λεωφορείο που παει στο Δήμο Δάφνης, ενώ θα μπορούσε άνετα να το πετύχει με μικρά δημοτικά λεωφορεία κυκλικής διαδρομής;

Υπάρχουν άφθονες σχετικές συγκοινωνιακές μελέτες στα συρτάρια του ΥΠΕΧΩΔΕ, απο την εποχή του αξέχαστου Α. Τρίτση, που είχε δώσει μεγάλη σημασία σε αυτό το ζήτημα. Το έχω ξαναγράψει και θα το επαναλαμβάνω κάθε τόσο, δεν με κουράζει να αναζητώ το καλύτερο.

Το οξύμωρο είναι ότι η τότε κυβέρνηση αγνόησε το πλήθος μελετών και την πρότασή τους για μικρά ευέλικτα λεωφορεία και προμηθεύτηκε (σε συμφερουσα τιμή και με συμφέροντες όρους, όπως ανακοινωθηκε τότε) αυτά τα τεράστια δυσκίνητα διπλά λεωφορεία με τη φυσούνα στο κέντρο, λεωφορεία κατασκευασμενα για ευθείς δρόμους και όχι για τα στενάκια της πόλης μας... και, όπως συμβαίνει φυσικά και ανέμελα στον τόπο μας, τα χρήματα για τις μελέτες και ο κόπος των μελετητών πήγε στράφι!

Αναρωτιέμαι, ώρες ώρες, μήπως η διόγκωση του κυκλοφοριακού προβλήματος (που θα είχε αποφευχθεί) ήταν το προαπαιτουμενο για την κατασκευή και επέκταση του μεγάλου έργου του Μετρό... Χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ότι η κατασκευή του Μετρο δεν ήταν, εδώ και πολλές δεκαετίες, απαραίτητη.

Χαίρετε.. σας χαιρέτησα; ;)
_____________________________________
ΣΗΜ. Ιδιαίτερα χρήσιμη η παράγραφος απο το παλιό ποστ του Old Boy:
//Ίσως τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά να οφείλονται σε μια συνειδητή επιλογή πριμοδότησης του ΙΧ εις βάρος της δημόσιας συγκοινωνίας, με στόχο τον μαρασμό των συγκοινωνιών και την αύξηση των πωλήσεων των αυτοκινητοβιομηχανιών (των πετρελαιάδων, των ανταλλακτικάδικων κ.ο.κ), ίσως έχουμε ακόμη μια ύπουλη εφαρμογή του παμφάγου νεοφιλελεύθερου δόγματος: θάνατος στον δημόσιο τομέα - επικράτηση πάση θυσία του ιδιωτικού.//

Μήπως μας οδηγήσει να σκεφτούμε τί πραγματικά συνέβαινε και πρέπει επιτέλους να πάψει να συμβαίνει. Μήπως δινεται, δηλαδή, απάντηση στο ερώτημα: «γιατί έχουμε τόσο απαράδεκτες, τόσο κακές συγκοινωνίες;»... Η μοναδική απάντηση, που είναι: «για να εισάγουμε όλο και περισσότερα τουτού απο τους εταίρους μας, για να φουντάρουμε μια ώρα αρχύτερα ως χώρα-λαμόγιο, για να εξυπηρετήσουμε τα συμφέροντα των νεοφιλελεύθερων της ΕΕ, κλπ κλπ»... Μη σας πω ότι αργήσαμε κιόλας!!!

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Πόσα τσιγάρα δρόμος;



- Πόσο μακριά είναι το χωριό μπάρμπα;
- Δυο τσιγάρα δρόμο.

Υποθέσαμε ότι θά'ταν κανα τέταρτο της ώρας, άντε είκοσι λεπτά, άντε το πολύ κάνα μισάωρο, αλλά το χωριό απείχε πάνω από δυο ώρες περπάτημα. Πάνω στο μουλάρι καθισμένος ο Γιάννης με το στραμπουληγμένο πόδι, το σκοινί το κράταγα εγώ επειδή σε μένα είχε εμπιστευτεί το ζωντανό η κυρά του και μου είχε δώσει οδηγίες πώς να του κραίνω μην αγριέψει, πίσω ακολουθούσαν οι δυο άλλοι συμφοιτητές.

- Πολύ αραιά τα καπνίζει τα τσιγάρα του ο μπάρμπας, είπε ο Γιάννης όταν πέρασε το πρώτο ημίωρο και δεν φαινόταν ούτε καπνός από χωριό, εκεί πάνω στις ερημιές της παραμεθορίου.
- Τι σε νοιάζει εσένα; Σάμπως περπατάς; Σαν μπέης έχεις κάτσει πάνω στο μουλάρι, τι να πούμε κι εμείς; είπε ένας εκ των δύο ακολούθων του μπέη, ο πιο ευαισθητούλης Κωστής.
- Για σας το λέω... μουρμούρισε ο Γιάννης.

Περπατούσαμε στη λασπουριά, σχεδόν αμίλητοι, χωρίς τα γέλια και τα πειράγματα των περασμένων ημερών. Οι γαλότσες βαριές, τίναζαν λάσπη στο κάθε βήμα. Ο πιο ευαίσθητος Κωστής φόραγε σκαρπίνια. Τις πρώτες μέρες τα πρόσεχε σαν και τί, όλο τα καθάριζε και τα ξελάσπωνε κάθε πέντε βήματα, αλλά μετά το πήρε απόφαση και πλατσούριζε πιο πολύ κι από μας τους υπόλοιπους. Εκανε σαν το άτακτο παιδάκι που ξέφυγε από την προσοχή της μαμάς του.

- Να το χωριό! είπα μόλις ξεχώρισαν μακριά, στον απέναντι λοφίσκο, ανάμεσα σε συννεφένιους καπνούς, μερικές γκρίζες πέτρινες στέγες.
- Ναι, αυτό θά'ναι! αλλά είναι μακριά ακόμα...
- Να ρωτήσουμε το παιδί.

Στο δρόμο, που ο θεός να τον κάνει δρόμο, φάνηκε νά'ρχεται ένα παιδί πάνω σε ένα άλογο. Το ρωτήσαμε και είπε ότι «όχι, δεν είναι αυτό το χωριό που ζητάτε, σε ένα τσιγάρο δρόμο θα πρέπει να κόψετε αριστερά», ο Γιάννης ρώτησε πόσο βαστάει ένα τσιγάρο στα μέρη του, είπε «δεν έχω ρολόι πατριώτη» και χάθηκε καλπάζοντας.

Δεν χρονομέτρησα σε πόση ώρα πέσαμε στου δρόμου τη διχάλα, πάντως στρίψαμε κατά τις οδηγίες. Κάτι στέγες κεραμιδένιες φάνηκαν χαμηλά μπροστά μας.

- Επιτέλους! ανέκραξε ο μέχρι εκείνη τη στιγμή αμίλητος Νίκος, ο κρητικός που τό'παιζε σκληροτράχηλος και κουβάλαγε το σακκίδιο στην πλάτη. Δεν ήθελε να το φορτώσει στο μουλάρι, όπως είχαμε κάνει εμείς, γιατί «εδώ μεσα έχω το ημερολόγιό μου», όπως είχε πει.
- Ναι, αυτο θα είναι.. μακάρι να είναι αυτό! φώναξε ο Κωστής πηδώντας άγαρμπα μεσα σε μια λακκούβα και τινάζοντας μπόλικα νερά.

Το μουλάρι τρόμαξε και, παρά τα "ότch ότch" που του απηύθηνα με καθησυχαστική φωνή κατά τις οδηγίες της κυράς του, πέταξε κάτω το Γιάννη που στραμπούληξε και το άλλο πόδι, και όρμησε τρέχοντας σαν τρελλό μαζί με τα σακκίδια προς το άγνωστο. Σηκώσαμε τον πολλαπλώς τραυματία με προσοχή, τον ξελασπώσαμε όσο γινόταν και, βαστώντας τον προσεχτικά οι άλλοι δυο από τις μασχάλες, προχωρούσαμε πλέον σαν τον κάβουρα προς την κατηφόρα μέχρι που φάνηκε ξανά το παιδί με το άλογο σαν από μηχανής θεός.

- Τι έγινε πατριώτες; ρώτησε, απαντήσαμε τα περί φυγής εν εξάλλω του ζωντανού, μας είπε «μην ανησυχείτε, περιμένετε εκεί που είστε» και σε λίγα λεπτά γύρισε θριαμβευτικά σέρνοντας το μουλάρι πίσω από το άλογό του.

Ξαναφορτώσαμε το Γιάννη που βογγούσε πάνω στο ζώο και κινήσαμε προς το στόχο μας. Μισό τσιγάρο δρόμος απόμενε, τί στο καλό, κάποτε θα φτάναμε! Και φτάσαμε.

Νεστόριο Καστοριάς, πριν από πολλά πολλά χρόνια. Ενας φούρνος που από πάνω είχε Χάνι. Με δυο δωμάτια κι ένα φαρδύ διάδρομο με τέσσερα κρεββάτια σκεπασμένα με χοντρές βελέντζες. Το ένα δωμάτιο το είχε ο δάσκαλος. Ηρθε η χανιτζού και απεφάνθη «τα πιδιά στού δουμάτιου κι του κουρίτσ' στου διάδρουμου», εγώ εξανέστην κι έβαλε ένα απο τα κρεββάτια του διαδρόμου στο δεύτερο δωμάτιο. Ισα που χώραγε, σκέπαζε και το τζάκι και θα ψοφάγαμε στο κρύο, αλλά "ανάγκα και θεοί πείθονται". Κανείς δε μπορεί να τά'χει όλα σε αυτή την παλιοζωή.

Το φαγητό ήταν εξαιρετικό, μοσχαράκι ντόπιο, ραγού μαγειρεμένο στη γάστρα. Κάναμε τη βόλτα μας και είδαμε πινακίδες μικρές σε κολώνες και σε δέντρα να διαφημίζουν τη βραδινή εκδήλωση «ΣΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΟΥ ΤΑΚΗ» και είπαμε να πάμε να δούμε. Και πήγαμε και είδαμε και ακούσαμε. Δεν έπεφτε καρφίτσα. Ολο το χωριό παρόν. Καθήσαμε, τιμής ένεκεν, στο τραπέζι του γραμματέα της κοινότητας. Κοψίδια κοψίδια κοψίδια και τσίπουρο, αλλά τότε δεν έπινα -ούτε κάπνιζα- ήμουν καλό κορίτσι. Τα όργανα βαρούσαν γερά, βαλσάκια και ταγκά με κλαρίνα και βιολιά. Σηκώθηκαν μερικές κυρίες με δαντελωτούς γιακάδες και βαρύτιμα σκουλαρίκια και χόρεψαν με τους συζύγους -τι χορός, ένα περα-δώθε ήταν, ένα σκαμπανέβασμα πάνω σε ψηλοτάκουνα όπου ισορροπούσαν βαριά σώματα ποτισμένα με βαριά αρώματα και οι καπετάνιοι να συγκρατούν τις γαλέρες μη ντεραπάρουν. Τελοσπάντων, σε λίγο άλλαξε το σκηνικό, τα κλαρίνα και τα βιολιά βρήκαν το δρόμο τους, ένας φαντάρος -ο Σελίμ απο την Ξάνθη, ένα πανύψηλο παληκάρι- σηκώθηκε και χόρεψε ένα χορό που δεν λέει να ξεκολλήσει από τη μνήμη μου και αν υπάρξει ποτέ ένας αποκρυπτογραφητής εγκεφάλων θα μπορέσω να τον μοιραστώ ευχαρίστως. Ολοι φωνάζαν «ζήτω ο τούρκος» και «ένα τσιπουρο στον τούρκο» κι από τα πολλά κεράσματα το παληκάρι θά'γινε ντέφι. Παραπάταγε όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, «γιατί φεύγετε;» ρώτησε ο κ. γραμματέας «πρέπει να σηκωθούμε πολύ νωρίς το πρωί» απαντήσαμε «μα γιατί; αύριο είναι Κυριακή» επέμενε και του εξηγήσαμε ότι πρέπει να τελειώσουμε τη δουλειά μας και να φύγουμε γιατί μας περιμένει ο κύριος καθηγητής και δεν επέμενε άλλο. Πώς να του εξηγούσαμε ότι δεν αντέχαμε το πολιτιστικό σοκ;

Πίσω στο Χάνι λοιπόν, όπου βρήκαμε το ένα από τα κρεββάτια του διαδρόμου φουσκωμένο να σκάει στο κλάμμα. Κάποιος βρισκόταν κάτω από τις βελέντζες. Ο πιο θαρραλέος -ο κρητικός, φυσικά- πλησίασε και σήκωσε λίγο τα σκεπάσματα. Από κάτω φάνηκε να ξεπροβάλλει ένα αγορίστικο μουτρο αναψοκοκκινισμένο, ξανθόμαλλο με ανοιχτογάλανα μάτια που είχαν γίνει κόκκινα από το κλάμμα. Τα αγόρια τον περικύκλωσαν, κάθισαν στις βελέντζες, άκουγαν την ιστορία του και τον παρηγορούσαν. Μπηκα στο δωμάτιο να προλάβω να ξεντυθώ να πέσω για ύπνο. Κοιμήθηκα αμέσως σαν ξερή, «η μέρα είχε πολλές συγκινήσεις που με είχαν κουράσει», όπως θα έγραφε σύγχρονη μυθιστοριογράφος του συρμού.

Το άλλο πρωί έμαθα τα καθέκαστα για τον κλαψιάρη νεαρό. Είχε έρθει, λέει, από το χωριό του, λέει, για να παντρευτεί, λέει, αλλά βρήκε την κοπέλλα που θα παντρευόταν, λέει, να έχει παντρευτεί έναν άλλον, λέει, την περασμένη Κυριακή και έτσι, λέει, θα πήγαινε να παρουσιαστεί φαντάρος χωρίς να παντρευτεί, λέει. Ηταν βοσκός, μόλις δεκαοχτώ χρονών, δυο χρόνια μικρότερος από μας. Τον ρώτησαν «γιατί θες να παντρευτείς τόσο μικρός; την αγαπούσες; γιατί κλαίς;» και απάντησε «για να φυλάει τα πρόβατα όσο λείψω στο στρατό, όχι, δεν την ξέρω καν, ο κουμπάρος μου τη βρήκε, κλαίω που με γέλασε ο κουμπάρος και τώρα δεν προλαβαίνω να βρω άλλη» κι έτσι έμαθα μια νέα παράμετρο των ανθρώπινων σχέσων, πολύ μακριά από τα ρομαντικά μυθιστορήματα που γνώριζα ίσαμε τότε.

Στο επόμενο χωριό ξέχασα τη φωτογραφική μου μηχανή στο σπιτι του παπά του χωριού, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία, όπως άλλη ιστορία είναι και εκείνη όπου φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι του ντόπιου ΤΕΑτζή με ντουφέκια κρεμασμένα πάνω από τα κεφαλάρια των κρεββατιών των στρωμμένων με λινά γαλάζια υπέροχα σεντόνια.

______________________
ΣΗΜ.1. σε συνέχεια του ακριβώς προηγούμενου ποστ περί αριθμητικών πράξεων. Διαίρεσις επετεύχθη. Στοπ.Τσιγάρο στοπ. Στοπ.
ΣΗΜ.2. ακούστε και το παλιό σατιρικό τραγουδάκι μου για το θέμα:

______________________
UPDATE: Εγραφα περισυ, Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009 στο ποστ Ενας ακαταλαβίστικος Νόμος για να μη γράψω "βλακώδης" «Να ξέρει τι να κάνει ο μικροεπαγγελματίας...» και σήμερα δίνεται η απάντηση στο πιάτο: νά τι να κάνει: ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ!

Καλό και ανέφελο Φθινόπωρο εύχομαι. Μόνο συννεφάκια καπνού επιτρέπονται. :)


Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

μια πολύτιμη ανάμνηση


Οταν γνωρισαμε το Γιαννη, κανεις δεν φανταζοταν πως θα εφευγε απο κοντα μας ξαφνικα και τοσο συντομα κι ετσι κανεις απο την παρεα μας δεν επεμενε να εξηγησει ολα οσα μας ελεγε με παθος, νομιζαμε οτι θα ειχαμε ολο τον καιρο μπροστα μας να καταλαβουμε -αλλά ο καιρος κατευθυνοταν κιολας προς τα πισω.
Οταν μιλουσε, στην κρύα αίθουσα (νομιζω στο κτιριο των πολ. μηχ/κών) και μεις σκυβαμε γυρω του να ακουμε καλυτερα, έμοιαζε με ενα ταλαιπωρο φοιτητη που ειχε χασει μερικες χρονιες, δεν εδειχνε πολυ μεγαλυτερος. Θυμαμαι τα ματια του, να καιγεται το βλεμμα μεσα τους σαν καρβουνακια, θυμαμαι κι ενα δερμα προσωπου σαν διαφανο.
Μολις πριν λιγους μηνες ειχε πατησει η δικτατορια στη χωρα μας και η εμπιστοσύνη είχε αρχισει να ειναι κατι τι δυσκολο.

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Μαθαινοντας κινεζικα

Παλια, κυκλοφορουσε ο κινεζικος διαλογος:

- Σεν Τσαν;
- ουόι, Σεν Σέντσαν;
- Ντμέντσαν... (με απογοητευση στο βλεμμα)

Παλια, επισης, κυκλοφορουσε ο καταλογος με τις προσκλησεις για το επίσημο δείπνο που θα παρέθετε ο αμερικανός πρέσβυς, όπου ήταν καλεσμένοι:

01. Ο αμερικανός ηθοποιός Parton Dagaston
02. Οι αμερικανοί επιχειρηματίες Hoston Bross
03. Η αμερικανίς δημοσιογράφος Ella Piaston
04. Ο ιάπων ρεπόρτερ Nassussiro Tokassoni
05. Η ιαπωνίς σοπράνο Yatabaza Tsokaraki
06. Η ιαπωνίς λογοτέχνις Namunaki Kunamuto
07. Ο ιαπων επιχειρηματίας Sugamoto Soi με την κόρη του Sugamoto Magazaki και τον μνηστήρα της Surotiri Yatamura
08. Ο κινέζος μοντελίστ Pso Lin
09. Η ισπανίς κόμισσα Maria Theresa Dolores de la Parta Kunata Ores
10. Οι ιταλοί μόδιστροι Alfonso Mastapiani και Marcello Mastacini
11. Η χιλιανή κοινωνιολόγος Alegria Timusia
12. Ο τούρκος χειρουργός Ali Mupefti
13. Ο άραψ πετρελαιοπαραγωγός Tahala Tahalassa
14. Ο έλλην εφοπλιστής I.M. Μαστακουνάς
15. Ο γερμανός εργοστασιάρχης Walton fon Vgalton
16. Οι έλληνες ομογενείς Tom Bazis και Meeton V. Gazis
17. Η γαλλίς ψυχολόγος Anne Marie de Manivelle
18. Η ρωσίς αστροναύτις Veronica Lechritova
19. Η βουλγάρα ταξιθέτις Tamara Nataluluda
20. Ο ινδός ποιητής Narochales Navrechandora
_____________________________
Υπαρχουν κι άλλα ονόματα "εφευρέσεις" της στιγμής, αλλά πού να τα θυμάμαι...
Δεν μπορω να φανταστω πώς ακούγονται σήμερα, πάντως παλιά γελάγαμε μέχρι δακρύων, ιδίως τις πρώτες πρωινές ωρες, όταν ξενυχταγαμε δουλεύοντας...

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Αναμνήσεις απο τα παλιά


Θυμάμαι, παλιά, όταν περναγε κριση το επαγγελμα μου, στο γραφειο μας επεφτε πολλή δουλειά, που σημαινει οτι η κριση επληττε τα μεγαλογραφεια. Εμεις οι μικροι είμασταν φτηνοί και δεν πεινάσαμε ποτέ. Δεν διωξαμε υπαλληλο, δεν περιορισαμε τα αναλωσιμα, δεν μειωσαμε τη ποιοτητα της εργασιας μας, τη στιγμη που οι "μεγαλοι" απελυαν κοσμο και εδιωχναν "μικρες" δουλειες. Γιατι τα γραφω αυτα; Ελα μου ντε.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Tropical Cyclone Fami (πανω απο Μαδαγασκαρη και Μοζαμβικη)


acquired February 2, 2010

Μια φορά, πολύ παλιά, ειχα γνωρίσει το δ/ντη Ταχυδρομειων της Μαδαγασκαρης. Μου ειχε περιγραψει τη χωρα του και εχασα πασα ιδεα, μια και, πριν τη περιγραψει, τη φανταζομουν ως ενα εξωτικο πανεμορφο τοπο. Ο ιδιος ηταν ενας κοντουτσικος ανθρωπακος με 4 γυναικες και 11 παιδια -τοτε, γιατι μεχρι τωρα (αν ζει κιολας) μπορει να εχει.. εμπλουτίσει την οικογένειά του! Ειχε μεινει καταπληκτος με το συστημα των διοδιων στους δρομους και ειχε πει πως οταν γυρισει στη πατριδα του θα το προτεινει, ωστε να αποκτησουν εκει περα κανα δρομο της προκοπης, αφού -κατα τα λεγομενα του- υπηρχαν μονο χωματοδρομοι. Φυσικα, με ειχε προσκαλεσει να παω καμια φορα, αλλα δεν το εκανα ποτε αυτο το ταξιδι. Μαλλον καλυτερα... ή οχι; Η Αφρικη με γοητευε οταν ημουν πολυ μικρη -Αλμπερτ Σβάϊτσερ, Λίβινγκστον, καταρράχτες Ζαμβεζη, κλπ κλπ- αλλα οταν μεγαλωσα ειχε ηδη χασει τη γοητεια της, ιδιως μετα την εκτελεση του Πατρις Λουμούμπα και τα ντοκυμαντερ του Τζακομεττι (σειρα "Σκυλίσια Ζωή")

-->> http://earthobservatory.nasa.gov/NaturalHazards/view.php?id=42523&src=nha

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Αναμιμνήσκομαι ημερών αρχαίων του Μπλογκοχωρίου

Περνώντας απο το κονάκι της ou ming θυμήθηκα (συνειρμοί ειναι αυτοί, δεν περιορίζονται) το πρώτο σχόλιο που είχα γραψει στο μπλογκ του αραχτού και είχε αναπαράγει μετ' επαίνων ο thas στο δικό του. Οθεν, ο araxtos και ο thas ευθύνονται που ξεκίνησα τη φοβερή αυτή σταδιοδρομία -το blogging, δλδ.
Ερε, οι παλιές καλές μέρες!
Ιδού και το πόνημα:

Σταρ

Πόσο γουστάρ'
να γίνω σταρ!

Πήγα σε μπαρ
μπας και τρακάρ'
κανα παπάρ'
να το τσεκάρ'
και να μπουκάρ'
να του τα πάρ'

Βρήκα παπάρ'
σαν το θρεφτάρ'
να με κυαλάρ'

Του δίνω θάρρ'
για να στανιάρ'
να με φλερτάρ'
και το προγγάρ'
να ξεφρακάρ'
απ' τα δολλάρ'

Ομως για σταρ
ούτε χαμπάρ'!

_

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Τι είπε ο στρατηγός Mac Arthur για τη νεότητα: ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΝΕΟΣ



Brigadier General MacArthur at
a French Chateau, September 1918



Η φίλη μου η Tερέζα είχε κορνιζάρει τα λόγια του και είχε κρεμάσει το κάδρο σε μέρος του σπιτιού που να το βλέπει ταχτικά: στην κουζίνα της.
Τα λογια του στρατηγού στα γαλλικά, όπως τα αντέγραψα:

ETRE JEUNE

LA JEUNESSE N' EST PAS UNE PERIODE DE LA VIE,
ELLE EST UN ETAT D' ESPRIT
UN EFFET DE LA VOLONTE,
UNE QUALITE DE L' IMAGINATION,
UNE INTENSITE EMOTIVE,
UNE VICTOIRE DU COURAGE SUR LA TIMIDITE,
DU GOUT DE L' AVENTURE SUR L' AMOUR DU CONFOR.

ON NE DEVIENT PAS VIEUX
POUR AVOIR VECU UN CERTAIN NOMBRE D' ANNEES;
ON DEVIENT VIEUX PARCE QU' ON A DESERTE SON IDEAL.
LES ANNEES RIDENT LA REAU,
RENONCER A SON IDEAL, RIDE L' AME.

LES PREOCCUPATIONS, LES DOUTES,
LES CRAINTES, LES DESESPOIRS,
SONT LES ENNEMIS QUI, LENTEMENTS,
NOUS FONT PENCHER VERS LA TERRE
ET DEVENIR POUSSIERE AVANT LA MORT.

JEUNE EST CELUI QUI S' ETONNE ET S' EMERVEILLE.
IL DEMANDE COMME L' ENFANT INSATIABLE: "ET APRES?"
IL DEFIE LES EVENEMENTS
ET TROUVE LA JOIE AU JEU DE LA VIE.

VOUS ETES AUSSI JEUNE QUE VOTRE FOI.
AUSSI VIEUX QUE VOTRE DOUTE.
AUSSI JEUNE QUE VOTRE CONFIANCE EN VOUS MEME.
AUSSI JEUNE QUE VOTRE ESPOIR.
AUSSI VIEUX QUE VOTRE ABATTEMENT.

VOUS RESTEREZ JEUNE TANT QUE VOUS RESTEREZ RECEPTIF.
RECEPTIF A CE QUI EST BEAU ET GRAND.
RECEPTIF AUX MESSAGES DE LA NATURE,
DE L' HOMME ET DE L' INFINI.

SI UN JOUR,
VOTRE COEUR ALLAIT ETRE MORDU PAR LE PESSIMISME
ET RONGE PAR LE CYNISME
PUISSE DIEU AVOIR PITIE DE VOTRE AME DE VIEILLARD.




Smoking his corncob pipe,
at the Manila City Hall,
Philippine Islands, 2 August 1945


Τα λόγια του στρατηγού σε μετάφραση:

ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΝΕΟΣ

Η ΝΕΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.
ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ,
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΘΕΛΗΣΗΣ,
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ,
ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΗ ΕΝΤΑΣΗ,
Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΕΙΛΙΑΣ,
Η ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΣΗ.

ΔΕΝ ΓΕΡΝΑΕΙ ΚΑΝΕΙΣ
ΟΤΑΝ ΑΠΛΩΣ ΕΧΕΙ ΖΗΣΕΙ ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΑΡΙΘΜΟ ΕΤΩΝ.
ΓΕΡΝΑΕΙ ΕΠΕΙΔΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΑ ΙΔΑΝΙΚΑ ΤΟΥ.
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΡΥΤΙΔΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΔΕΡΜΙΔΑ,
Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΑΝΙΚΩΝ ΡΥΤΙΔΩΝΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ.

ΟΙ ΦΡΟΝΤΙΔΕΣ, ΟΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ,
Ο ΦΟΒΟΣ, Η ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ,
ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΠΟΥ, ΑΡΓΑ ΑΛΛΑ ΣΤΑΘΕΡΑ,
ΜΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΝΑ ΚΛΙΝΟΥΜΕ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΗ
ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΣΚΟΝΗ ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΗ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ.

ΝΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΕΚΠΛΗΣΣΕΤΑΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΖΕΙ,
ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ ΣΑΝ ΤΟ ΑΠΛΗΣΤΟ ΠΑΙΔΑΚΙ: "ΚΑΙ ΜΕΤΑ;"
ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΗ ΧΑΡΑ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.

ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΝΕΟΣ, ΟΣΟ Η ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΓΕΡΟΣ, ΟΣΟ Η ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΝΕΟΣ, ΟΣΟ Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΝΕΟΣ, ΟΣΟ Η ΕΛΠΙΔΑ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΓΕΡΟΣ, ΟΣΟ Η ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑ ΣΟΥ.

ΘΑ ΜΕΝΕΙΣ ΝΕΟΣ ΟΣΟ ΘΑ ΜΕΝΕΙΣ ΔΕΚΤΙΚΟΣ.
ΔΕΚΤΙΚΟΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ.
ΔΕΚΤΙΚΟΣ ΣΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ,
ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ.

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ,
ΑΝ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΝΕΚΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
ΚΑΙ ΔΙΑΒΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΝΙΣΜΟ,
ΕΙΘΕ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΛΥΠΗΘΕΙ ΤΗΝ ΓΕΡΙΚΗ ΨΥΧΗ ΣΟΥ.


Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Bobby Kennedy: November 20, 1925–June 6, 1968



-->> http://www.aameps.com/dancer/PhotoCV.asp
-->> http://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Kennedy

Με τη βαβούρα των εκλογών, κόντεψα να το ξεχάσω. Δίναμε οκτάωρο Πολεοδομία εκείνη τη μέρα, πριν 41 χρονάκια -καθηγητής Θαλής Αργυρόπουλος. Ενα αγόρι άρχισε να κλαίει γοερά. Ηταν ο ίδιος που πανηγύριζε ανοιχτά για το γαλλικό Μάη. Μετά τα πανηγύρια, ένα μεγάλο πένθος φαίνεται πιο βαρύ. Επεσε μια παγωμάρα με την είδηση του θανάτου του Μπόμπυ. Αποφασίστηκε σε μισό λεπτό να παρατήσουμε το διαγώνισμα και να φύγουμε. Μια σπασίκλα μονάχα, με θείο κολλητό της δικτατορίας, έσκυβε πάνω στο σχέδιό της μουρμουρίζοντας ότι αυτή θα έμενε να τελειώσει. Φύγαμε όλοι από την αίθουσα. Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό και απορούσα πώς γίνεται να νιώθω τόσο χάλια μια τόσο όμορφη μέρα. Μαζευτήκαμε μερικοί φίλοι σπίτι μου και μιλούσαμε όλη τη νύχτα για το τί θα μπορούσε να κάνει αυτός ο Κέννεντυ. Μέχρι και να διώξει τους δικτάτορες. Ε, ήταν πριν 41 ολόκληρα χρόνια...

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Ο φόβος φυλάει τα έρημα*

Εχει δίκιο η παροιμία; Ο φόβος, κάπου διάβασα, ερεθίζει κάποιους αδένες που εκλύουν μια μυρωδιά και με αυτό τον τρόπο γίνεται αντιληπτός από εκείνον ακριβώς που φοβάται ο φοβισμένος. Ετσι, κατά κάποιο τρόπο, το θύμα προκαλεί το δράστη. Η μυρωδιά δεν είναι οσφρήσιμη από ανθρώπους, αλλά τα ζώα -όπως π.χ. ο σκύλος- την καταλαβαίνουν. Μεταξύ ανθρώπων ο φόβος λειτουργεί κάπως ως χημική αντίδραση, όπως επίσης και ο έρωτας!

Οταν ο φόβος υπάρχει ως συναίσθημα βαθειά ριζωμένο, η λογική δυσκολεύεται να το ξερριζώσει. Μακάρι να μπορούσα να μάθω στα παιδιά όλου του κόσμου να μη το νοιώθουν -τουλάχιστον για συνανθρώπους. Το μόνο που μου προξενεί μια ανατριχίλα ειναι οι κατσαρίδες. Ε, για να υπάρχει κάτι να φοβάμαι.

Ιστορία 1η:

Πριν μερικά χρόνια (5-6) είχα περπατήσει σε κακόφημες (τώρα) γειτονιές της Αθήνας -πίσω από το Δημαρχείο, κλπ- με ένα νεαρό γερμανό συνάδελφο, θέλοντας να τον ξεναγήσω με ένα ιδιαίτερο τρόπο στη παλιά εικόνα της πρωτεύουσας. Του έδειχνα τις ταμπέλες των δρόμων με τα αρχαία ονόματα, εκείνος δεν γνώριζε ούτε τον Αριστοτέλη, πόσο μάλλον το Σωκράτη και το Μένανδρο! Κάποια στιγμή σφίχτηκε στο μπράτσο μου τρομαγμένος και «πάμε να φύγουμε από δω, θα μας ορμήξουν» μου είπε, αλλά δεν μπόρεσα να τον καταλάβω. Αργότερα, σε ένα καφενεδάκι στον ημιόροφο ενός κτιρίου εκεί κοντά -ήθελε επειγόντως καφέ- τον ρώτησα γιατί ήθελε να φύγουμε τόσο γρήγορα, ήθελα να του δείξω και άλλα παλιά κτίρια, και μου απάντησε «μα δεν είδες πώς γυαλίζαν τα μάτια τους;»

Τον πήγα στα χασάπικα της Βαρβακείου για φαγητό, αλλά και εκεί τον τρόμαζαν οι φωνές των χασάπηδων που κραδαίναν τους μπαλντάδες τους! Τελικά, έφαγε μια σουπίτσα και στανιάρησε. Περιττό να πω ότι δεν ξανάρθε Ελλάδα.

Ιστορία 2η:

Πριν από καιμιά δεκαριά χρονάκια, είχα γνωρίσει στη Κρήτη ένα νεαρό γερμανό, που είχε αποφασίσει να γίνει έλληνας και μάλιστα κρητικός, είχε αλλάξει και το όνομά του το μικρό και είχε εξελληνίσει το γερμανικό του επίθετο. Ηταν φωτογράφος και η εργασία του βρισκόταν σε κάποια χώρα αφρικανική, όπου τραβούσε φωτογραφίες και τις πούλαγε σε περιοδικά σε όλο τον κόσμο.

Μου μιλούσε πολύ θερμά για τους ανθρώπους "εκεί κάτω" -όπως έλεγε- πόσο υποφέρουν και πόσο υπεύθυνοι είμαστε όλοι οι ευρωπαίοι γι αυτή την κατάντια των λαών της Αφρικής. Παράλληλα με την εργασία του, είχε αναλάβει κάτι δύσκολο: να κάνει μαθήματα τέχνης σε αφρικανόπουλα. Οχι να τους δείχνει έργα δυτικού τύπου και τέτοια, αλλά να τους εκθειάζει το δικό τους πολιτισμό, τα δικά τους έργα, τα οποία είχαν διδαχτεί επί γενιές ολόκληρες (από ιεραπόστολους και άλλους "καλούς" ανθρώπους) να υποτιμούν.

Εφταναν να θαυμάζουν ένα γυάλινο μπουκάλι δυτικού αναψυκτικού (ναι, το γνωστό είναι!) περισσότερο από ένα πανέμορφο αφρικάνικο ξυλόγλυπτο. Οπότε, έβαλε τα μεγάλα μέσα: τους έδειξε ένα βιβλίο με γλυπτά του Πικάσο, λέγοντας πόσο ο καλλιτέχνης -όπως ο ίδιος δήλωνε- είχε επηρεαστεί από την τέχνη των αφρικανών. Ακόμα και μετά από αυτό, καθώς μου είπε, τα παιδιά δυσπιστούσαν. Τόσο διαβρωμένο είναι το πνευματικό τους υπόβαθρο, τόσο πολύ υποτιμούν τον πολιτισμό τους, τη χώρα τους, κατ' επέκταση τον εαυτό τους.

Πριν ξαναφύγει για Αφρική, μου έδειξε μια αφίσα με παιδικά μάτια λέγοντας «ξέρεις τι σκέφτομαι;» του απάντησα ότι σίγουρα δε βλέπει την ώρα να ξαναντικρύσει αυτά τα μάτια, αλλά μου είπε «όχι, σκέφτομαι πως ούτε τα μισά από αυτά τα μάτια δεν θα ξαναδώ γιατί θα έχουν πεθάνει». Αυτή τη φράση έχω στο νου μου όταν βλέπω μάτια να γυαλίζουν. Είναι ο πόθος για κάτι καλύτερο και υψηλότερο από εκείνο που έχουν που τα κάνει να λάμπουν -ίσως και από θαυμασμό για μας, που, όπως νομίζουν, τα έχουμε όλα!

..άλλωστε, ο φθόνος είναι ένα συναίσθημα που ευδοκιμεί μεταξύ εχόντων και κατεχόντων..
Ενας φτωχός και πεινασμένος δεν έχει την πολυτέλεια να φθονεί.

-->> τον πρώτο γερμανό τον θυμήθηκα γράφοντας ένα σχόλιο στο βυτίο.
-->> μόλις θυμήθηκα τον πρώτο, καπάκι ήρθε στη σκέψη μου ο δεύτερος! αλλά δεν συνέχισα το σχόλιο, προτίμησα να γράψω αυτό το ποστ.
-->> και οι δυο είναι άντρες της ίδιας ηλικίας περίπου -30 με 35 χρονών την εποχή των ιστοριών που διηγούμαι- και οι δυο από μια χώρα με ιδιαίτερα προγραμματισμένο τρόπο ζωής, και οι δυο υπηρετούν τις τέχνες: ένας αρχιτέκτονας και ένας φωτογράφος.
-->> και όμως, διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους!

* Η παροιμία έχει την έννοια ότι όποιος είναι μόνος καλά κάνει και φοβάται για να έχει το νου του να προφυλάγεται. Ετσι νομίζω. Αν κάποιος γνωρίζει κάτι διαφορετικό, ας ενημερώσει.