Σελίδες

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

(επικοινωνία με το φόβο του ποιήματος)

Το ποίημα που με κυνηγά
δε θα με φτάσει ποτέ.
Τρέχω γρήγορα, πανάθεμά με!
...ευτυχώς.


Τρέμοντας σήκωσα το ακουστικό και σχημάτισα το νούμερο του φόβου μου. Στο τρίτο κουδούνισμα άκουσα τη φωνή του:

- Αλλό! Εδώ φόβος!

Πού να τολμήσω να βγάλω κιχ! Κρατούσα το ακουστικό σα να ζεμάταγε, ίσα ίσα για να μη πέσει κάτω. Η φωνή συνέχισε:

- Επικοινωνείτε με το φόβο σας. Περιγράψτε με παρακαλώ, να φύγω! Ε, έχω κι άλλες δουλειές σήμερα, δε γίνεται να μένω κολλημένος στο τηλέφωνο όλη μέρα!
- Α-α-α-λλη φορά... Ψέλισα τρεμουλιαστά.
- Τώρα! Τώρα που αποφασίσατε επιτέλους! Δεν υπάρχει «άλλη φορά».
- Χμμμ... ναι... Τι να πω;
- Εγώ θα σου πω τι να πεις;

Αγρίεψε ο λεγάμενος, δείχνοντας την πραγματική του φύση, έξω απο ευγένειες και τσιριμόνιες.

- Ε... δεν είναι και τόσο εύκολο να περιγράψω, δηλαδή...
- Γιατί δεν είναι εύκολο; Πες μου άνθρωπέ μου, τι φοβάσαι τελοσπάντων!
- Φοβάμαι... εχμ... Να, φοβάμαι ένα ποίημα!
- Χαχαχαχα! Γέλασε βροντερά. Ενα ποίημα; Πώς είναι δηλαδή αυτό το ποίημα; Τρομαχτικό; Με νύχια γαμψά και χαυλιόδοντες;
- Οχι... είναι μάλλον ένα όμορφο ποίημα...
- Μάλλον; Γιατί «μάλλον»; Δεν το έχεις δει ποτέ; Δεν τολμάς να το κοιτάξεις;
- Δε μπορώ... δε γίνεται να το κοιτάξω, επειδή βρίσκεται πίσω μου... με κυνηγάει!
- Αστο να σε φτάσει λοιπόν!
- Τρέχω γρηγορώτερα από κείνο...
- Σταμάτα να τρέχεις! Απλό.
- Κι αν με προσπεράσει;
- Ε, τότε, θα κυνηγάει κάποιον άλλο και όχι εσένα.
- Αυτό ακριβώς είναι που φοβάμαι...
- Δηλαδή;..
- Να, δε φοβάμαι μήπως με προφτάσει, αλλά μή και δεν κυνηγά εμένα... μήπως δεν είναι το δικό μου ποίημα που με κυνηγά.
- Χμμμ... είναι αρκετά σοβαρά τα πράγματα... με φέρνεις σε δύσκολη θέση...
- Γιατί κυρ Φόβε; (Πήρα τα πάνω μου: Κοτζάμ φόβος σε δύσκολη θέση!)
- Παθαίνω κρίση προσωπικότητας με κάτι τέτοια. Ποιός είμαι τελικά; Είμαι ή δεν είμαι ο δικός σου φόβος;
- Μα... ο αριθμός τηλεφώνου...
- Ναι, ξερω. Πήρες το δικό μου νούμερο. Ποιός στο έδωσε όμως;
- Μόνος μου το βρήκα.
- Εδώ είναι το κουμπί. Αφού βρήκες μόνος σου τον αριθμό τηλεφώνου μου, γνωρίζεις καλά σε ποιόν απευθύνεσαι, έτσι;
- Και ναι και όχι...
- Τι θα πει αυτό; Αμφιβάλλεις για μένα; Υπάρχω ή δεν υπάρχω;
- Υπάρχεις, σίγουρα υπάρχεις, μην ανησυχείς γι αυτό!
- Α, εντάξει τότε. Υπάρχω λοιπόν και είμαι ένα ποίημα. Σωστά;
- Σωστά.
- Και τι σόϊ ποίημα είμαι που με φοβάσαι; Για λέγε...
- Αυτό είναι που δεν ξέρω. Δεν το ξέρω καθόλου.
- Φρόντισε να το μάθεις λοιπόν και ξαναπάρε με.
- Ναι... θα προσπαθήσω...
- Ε, δε θα με τρελλάνεις κιόλας!

Μπαμ! Μου έκλεισε το ακουστικό στα μούτρα. Για κάποιο παράξενο λόγο, σταμάτησα να τρέμω. Ακούμπησα το ακουστικό απαλά στη θέση του, άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο δρόμο. Περπατούσα άσκοπα για πολλή ώρα, μέχρι που ξεδιάκρινα το ποίημά μου. Είχε κόψει δρόμο για να μου βγεί μπροστά. Το είδα να με περιμένει στη γωνία. Προχωρούσα προς εκείνο, κι όσο πλησίαζα, τόσο το βήμα μου κοντοστεκόταν και μίκραινε, σα να μην ήθελα να το φτάσω ποτέ...

Το ποίημα όμως χαμογελούσε. Ηταν εκεί και με περίμενε. Ηταν δικό μου. Για να βεβαιωθώ, να μην αμφιβάλλω καθόλου, μόλις έφτασα απέναντί του το ρώτησα:


- Είσαι λοιπόν δικό μου;
- Εμ; Απάντησε χαμογελαστά.

- Είσαι έτοιμο να σε γράψω; Ξαναρώτησα για σιγουριά.
- Εμ; Ξαναχαμογέλασε αφοπλιστικά.
- Γιατί τότε σε φοβόμουν;
- Αυτό είναι απλό... γλυκοψιθύρισε. Εσύ δεν ήσουν έτοιμος!

- Χμμμ.. μάλλον έχεις δίκιο, απάντησα και, βγάζοντας το στυλό απο την τσέπη μου, άρχισα να το γράφω στα γρήγορα, πριν μετανοιώσει.

-------
1ο τελείωμα:

Οταν γύρισα σπίτι, σήκωσα το ακουστικό για να τηλεφωνήσω στο φόβο μου να μην ανησυχεί, όλα είχαν πάει περίφημα. Ο αριθμός όμως ήταν φευγάτος απο το νου μου, τον είχα ξεχάσει, και η συσκευή του τηλεφώνου μου είναι παλιάς τεχνολογίας και δεν αποθηκεύει ούτε καν τον αριθμό της τελευταίας κλήσης. Ε, είπα μέσα μου, αφού δεν του τηλεφωνώ, θα καταλάβει...

-------
2ο τελείωμα:

Μόλις το ποίημα αντίκρυσε το στυλό, έκανε απότομα μεταβολή κι άρχισε να τρέχει. «Παλιά μου τέχνη κόσκινο» σκέφτηκα, και σαν κουρδισμένος ξεκίνησα και 'γώ ξωπίσω του. Είχαμε αλλάξει ρόλους κι αυτός ο ρόλος, του κυνηγού, μου πήγαινε γάντι. Ηταν δικό μου, το ήξερα πλέον, κι έπρεπε να το πιάσω. Είχα δει καλά την όψη του, θα το αναγνώριζα ανάμεσα σε χίλια, γιατί να τρέχω; αναρωτήθηκα και γύρισα ήσυχος στο σπίτι μου, βέβαιος πως κάποια άλλη φορά, σε κάποιο άσκοπο περίπατο, κάπου, θα το ξανασυναντήσω...

-------
3ο τελείωμα:

Το μελάνι όμως ήταν στα τελευταία του και το ποίημα έμεινε στη μέση. Το πήρα τότε αγκαζέ και, ψάχνοντας για περίπτερο να ψωνίσω καινούργιο στυλό, ένοιωσα πλάϊ μου το ποίημα να λυώνει, να εξαερώνεται, να χάνεται. Ετσι είναι τα ποιήματα, σκέφτηκα, τόσο εύθραυστα και ρευστά κι αέρινα... Τι να φοβηθεί κανείς απ' αυτά;


Πρωτη φορα εδω: -->>
http://rodiat3.blogspot.com/2006/05/blog-post_01.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: