Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ: ΧΡΙCΤΙΑΝΙΚΗ ΓΙΟΓΚΑ
Χρόνια πολλά στη μισή Ελλάδα! εμείς δεν έχουμε, αλλά δεν π'ράζ'... ε..
Χρόνια πολλά στη μισή Ελλάδα! εμείς δεν έχουμε, αλλά δεν π'ράζ'... ε..
Οι λεγόμενες γιορτινές μέρες, ποτέ δεν με συγκίνησαν. Αυτή η αγχώδης προσπάθεια για χαρούμενη διάθεση κατά παραγγελία, με νευρίαζε από παιδάκι. Δεν πίστεψα στον άη Βασίλη ούτε στη γέννηση του μωρού ενός μαραγκού στη στάνη κάποιων βοσκών, που τάχα θα έσωζε την ανθρωπότητα. Είχα κολλήσει φαίνεται το μικρόβιο της αμφισβήτησης από την κοιλιά της μάνας μου ή δεν έλαβα την προκαθορισμένη δόση εμβολίου όσο ήταν καιρός.
Την παλιά εποχή, την εποχή της ανέχειας μετά την κατοχή, δεν πολυγιορτάζονταν τα Χριστούγεννα. Λαχανοντολμάδες ήταν το χριστουγεννιάτικο γεύμα, γαλοπούλες και τέτοια ήταν άγνωστα πράγματα. Μόνο η Πρωτοχρονιά ήταν σημαντική γιορτή. Για Βαλεντίνους, κλπ φρούτα, ούτε λόγος. Τα δώρα των Χριστουγέννων λοιπόν, λεγόντουσαν "μπουναμάδες" και ήταν κάτι πάνινα μικρά κουκλόσχημα πανάκια από τσόχα. Ετσι, για αναμνηστικά. Βάζαμε και ημερομηνία πάνω τους, μη τυχόν τα ξαναχαρίσει κανείς την επόμενη χρονιά!
Κοίταζα την όμορφη κορδέλα μου να την παρασέρνει το νερό του καμπινέ και δε μ' ένοιαζε καθόλου για δαύτην, αλλά για το σκατόπαιδο που νόμιζε πως θα με πείραζε και γι αυτό την είχε ρίξει εκεί μέσα και τράβηξε και το καζανάκι. Σφάδαζε κρατώντας την κοιλιά του απο τα γέλια και φώναζε με τη βραχνή του φωνή «όλα τα κορίτσια είναι για τα σκουπίδια!» το κολόπαιδο.





Ερμηνεύω τον όρο "παιδί" ως άνθρωπο με αγνότητα/αθωότητα/ενδιαφερον για το καινούργιο και με φρέσκο μυαλό, και όχι ως άνθρωπο αδαή, με ελλειπή συνειδητότητα και γνώση. Τα παιδιά δεν είναι χαζά!
Αντιθέτως, ο όρος "δεν είμαστε παιδιά" ερμηνεύεται (από μένα) ως υποδηλών όχι τόσο μια σοβαρότητα... αλλά μια κάποια αρτηριοσκλήρυνση!!!
Για κάποιο μυστήριο λόγο, είχα μάθει από γεννησιμιού μου, που λένε, να ελέγχω τη τρομερή μου φαντασία. Για κάποιο μυστήριο λόγο, που του είμαι εξαιρετικά ευγνώμων, γνώριζα εξ απαλών ονύχων τι σημαίνει πλασματικό και τι πραγματικό.
Φυσικά, έπαιζα με αυτή τη γνώση και δεν άφηνα κανέναν άλλο (μεγάλο) να το καταλάβει. Επαιζα το παιχνίδι τους και τους άφηνα να με κοροϊδεύουν με φάτνες και αη-βασίληδες. Μου άρεσαν τα δώρα, φυσικά, αλλά εξακολουθώ να προτιμώ τα απρόβλεπτα δώρα από τα προγραμματισμένα «τώρα είναι γιορτές, τώρα θα πάρεις δώρο», κλπ. Μυστήριο και αυτό, ε;
Μου αρέσουν πάάάρα πολύ τα παραμύθια, αλλά δεν χάνω την ουσία τους, δεν μπερδεύω τον κόσμο της φαντασίας με τον απτό κόσμο. Ισως για τούτο να αντιπαρατίθεμαι ακόμα και τώρα με τον κόσμο των "μεγάλων", που τον βρίσκω εντελώς υποκριτικό και αδυνατώ να δεχτώ ότι ανήκω σε "αυτούς"! χαχαχα!!!
..ίσως για τον ίδιο λόγο να έχω γλιτώσει από την παράνοια που τριγυρίζει την εποχή μας..
–>> Οπως λέμε "με τριγυρίζει γρίππη"!!!
Νομίζω ότι όλα τα παιδιά -τα περισσότερα τουλάχιστον- το ίδιο κάνουν, αλλά το ξεχνούν αργότερα...
Καθόταν κουρκουμιασμένος μπροστά στο τζάκι το αναμμένο, με τις φλόγες να ξεπετιούνται κατακόκκινες και ολόθερμες προς τα πάνω, γλείφοντας την αρχή της μαυρισμένης καμινάδας. Κάπου κάπου τσιτσίριζε, όταν έσκαγε κάποιο ξύλο, που είχε συγκρατήσει λίγη υγρασία. Ο γλυκός αυτός θόρυβος τον νανούριζε και τ' όνειρό του απλωνόταν σα σεντόνι κατάλευκο, όπως το παγωμένο χιόνι που σκέπαζε σήμερα το χώμα. Είχε, λέει, ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τα καλά του κόσμου επάνω, με λογιών λογιών φαγιά και λογιών λογιών κρασιά. Στα πόδια του, λέει, γουργούριζε σα γατούλα μια όμορφη γλυκειά γυναίκα και μερικά παιδιά έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια παρέκει, πάνω στο παχύ κόκκινο χαλί. Μια μουσική απαλή ξεχυνόταν και γέμιζε όλο το χώρο με μια εξώκοσμη μελωδία. Χάιδευε με το χέρι του τα ολόμαυρα μεταξένια μαλλάκια της καλής του και, κάπου κάπου, τσιμπούσε και μια μπουκίτσα απ' τα θεσπέσια εδέσματα. Ολα μα όλα ήταν τόσο τέλεια, που μονάχα η φαντασία μπορεί έτσι να τα πλάσει.«Όταν ήρθε ο Καραμανλής από το εξωτερικό, εμείς δεν είχαμε ειδικά σώματα για ν' αντιμετωπίσουμε αυτές τις καταστάσεις. Φώναξε τότε τον υπουργό και του είπε "φτιάξτε τα". Καθίσαμε στο Υπουργείο μια ομάδα αξιωματικών και τα σχεδιάσαμε. Δεν υπήρχε πρότυπον, τίποτα. Το βασικό, τους έλεγα εγώ, είναι να φτιάξουμε μια δύναμη που θα απασχολείται αποκλειστικά (ή σχεδόν αποκλειστικά) με το θέμα αυτό. Να υπάρχουν 100 άνδρες και, όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε κάποια συνάθροιση, να καλούμε αυτούς κι όχι άλλους. Φτιάξαμε έτσι μια ωραία οργάνωση των ΜΑΤ. Πήραμε διάφορα όργανα: ασπίδες, δακρυγόνα κτλ. Πήραμε προσφορές για θωρακισμένα από διάφορα κράτη και τελικά επιλέξαμε να αγοράσουμε "αύρες" από το Βέλγιο.Σήμερα ξεκινά η τελευταία εβδομάδα λέξεων για το 2008. Η άσπρη λέξη είχε προγραμματίσει για αυτή την εβδομάδα λέξεις εορταστικές όπως μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες κ.τ.λ. Λόγω των γεγονότων και της διάθεσής μας η συγγραφή των παραπάνω λέξεων στάθηκε αδύνατη. Έτσι τελειώνουμε τη χρονιά με λέξεις που σταχυολογήσαμε από τα μηνύματά σας τις τελευταίες μέρες.
Συγκροτήθηκαν έτσι τα ΜΑΤ (Μονάδες Αποκαταστάσεως Τάξεως). Η ιδέα της ονομασίας τους ανήκε στο μετέπειτα υπουργό Αναστάσιο Μπάλκο. Για τη συγκρότηση των μονάδων δε χρειάστηκε να ψηφιστεί ειδικός νόμος. Αρκούσε μια απλή υπουργική απόφαση. Η δύναμή τους ήταν 150 αστυνομικοί στην Αθήνα. Μια δεύτερη μονάδα ΜΑΤ φτιάχτηκε στη Θεσσαλονίκη, ενώ αντίστοιχο σώμα οργανώθηκε κι από τη Χωροφυλακή».
Η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) δημιουργήθηκε για να εξασφαλίζει ειρήνη και τάξη. Διαβάζουμε στον ιστότοπο του Υπουργείου Εσωτερικών:
«Η Ελληνική Αστυνομία με τη σημερινή της μορφή δημιουργήθηκε το 1984, με τη συγχώνευση της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων (νόμος 1481/1-10-1984, ΦΕΚ Α΄-152). Σύμφωνα με το νόμο 2800/2000, είναι Σώμα Ασφάλειας και έχει ως αποστολή:
την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας.
την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας».
Οι βόμβες (ή κοκτέιλ) μολότοφ είναι «αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί που αποτελούνται από φιάλες με εύφλεκτο υλικό και κομμάτια υφάσματος ως φυτίλι.
Το όνομά τους προέρχεται από το Σοβιετικό πολιτικό Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότοφ. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Κόκκινου Στρατού εναντίων των Φιλανδών το Νοέμβριο του 1939 ο Μολότοφ σε ραδιοφωνικό του μήνυμα υποστήριξε πως η Σοβιετική Ένωση δεν έριχνε βόμβες αλλά "πανέρια" με τρόφιμα στους πεινασμένους Φιλανδούς. Τότε οι Φιλανδοί ονόμασαν τις βόμβες αυτές πικ-νικ Μολότοφ και ως αντίδραση χρησιμοποίησαν "φιάλες", τα κοκτέιλ μολότοφ κατά των σοβιετικών αρμάτων.
Τις βόμβες μολότοφ χρησιμοποίησαν και οι Σοβιετικοί εναντίον του Χίτλερ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.