Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Ελλειψη περιέργειας


Εβλεπα σε οθόνη την πόλη μου από ψηλά. Αργά αργά, ζουμάριζα μέχρι που έφτασα στη μικρή πλατεία, την άλλοτε γεμάτη ζωή, όπου γέροι άνθρωποι μαζευόντουσαν τα απομεσήμερα και λιαζόντουσαν αραγμμένοι στα παγκάκια, παιδιά παίζαν μετά το σχολείο κι οι μανάδες τους κουτσομπόλευαν πριν τα μαζέψουν για το σπίτι.

Σήμερα, η πλατεία έχει νεκρώσει. Ηλιος δεν φαίνεται πια, ένα θολό χρώμα αρρωστημένο σκεπάζει τα δέντρα, σαν να έχει πέσει βρώμικη σκόνη. Αραιά και που, κάποιοι τρέχουν με σηκωμένο γιακά και χαμηλωμένο το κεφάλι, διασχίζοντας διαγωνίως το χώρο που κάποτε ήταν ζωντανός.

Η ατμόσφαιρα δείχνει αποπνικτική -μέσα κι έξω- και'γώ είμαι υποχρεωμένος βάσει συμβολαίου να παρατηρώ και να συγκεντρώνω πληροφορίες για ό,τι βλέπω συμφωνα με τη λίστα:

01. χρώμα ενδυμάτων ατόμου
02. είδος ενδυμάτων ατόμου
03. ύψος ατόμου
04. βάρος ατόμου
05. φύλο ατόμου
06. αν φορά κοσμήματα, ρολόι, κλπ
07. χρώμα μαλλιών
08. χρώμα ματιών (αν είναι ευδιάκριτα)
09. ταχύτητα βηματισμού ατόμου
10. ηλικία ατόμου

Εκτός από τα αναγραφόμενα στη λίστα, πρέπει να σημειώνω οτιδήποτε έλκει την προσοχή μου. Η επιπλέον παρατήρηση στοιχείων αποδίδει στον ηλεκτρονικό παρατηρητή ένα αξιόλογο μπόνους και, στις σκοτεινές μέρες που ζούμε, δεν μπορώ να κάνω χατηράκια. Ενας συνάδελφος που δεν σημείωσε τον κουμπάρο του που έτρεχε βραδιάτικα σαν τρελλός, απολύθηκε από την Υπηρεσία και εξορίστηκε στον Αρη την επόμενη μέρα.

Αναρωτιέμαι, τί να συμβαίνει στον Αρη και γιατί στέλνουν τόσους πολλούς ανθρώπους εκειπέρα. Ισως, μια μέρα που θα έχω βαρεθεί τον εαυτό μου για την άχαρη δουλειά που κάνω, να διαπράξω ένα παρόμοιο σφάλμα. Ετσι, για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, αν και δεν φημίζομαι γι αυτήν. Αυτός ήταν άλλωστε και ο βασικός λόγος για την πρόσληψή μου στην εμπιστευτική αυτή θέση: Ελλειψη περιέργειας.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Ενας αριθμός (Α. Τσέχωφ)

 Τις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Επρεπε να της δώσω το μισθό της.
-Κάθησε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θά'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... λοιπον.. Συμφωνήσαμε τριάντα ρούβλια το μήνα...
-Για σαράντα.
-Οχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει... Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δυο μήνες εδώ...
-Δυο μήνες και πέντε μέρες...
-Δυο μήνες ακριβώς.. Τό'χω σημειώσει... λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε ενηά Κυριακές... δεν δουλεύετε τις Κυριακές, πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Επειτα, έχουμε τρεις γιορτές...
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικα την άκρη του φουστανιού της μα δεν είπε λέξη.
-Τρεις γιορτές... Μας κανουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σού είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαενηά. Αφαιρούμε, μας μένουν.. Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακόκκινο και νότισε. Αρχισε να τρέμει το σαγώνι της. Την έπιασε ένας νευρικος βήχας, έβαλε το μαντήλι στη μύτη της αλλά δεν έβγαλε άχνα.
-Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλυτζάνι του τσαγιού και το πιατάκι του... Βγάζουμε δυο ρούβλια... Το φλυτζάκι κάνει ακριβώτερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Αλλη μια μέρα που δεν πρόσεξες έκλεψε η καμαριέρα τα μποττάκια της Βαρβάρας. Πρέπει νά'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
-Οχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα... μουρμούρισε η Ιουλία.
-Τό'χω σημειώσει!
-Καλά...
-Βγάζουμε εικοσιεφτά ρούβλια μας μένουν δεκατέσσερα...
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δέκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
-Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε... Αυτά είναι όλα-όλα που δανείστηκα.
-Μπα; Και'γώ δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου αγαπητή μου! Τρία.. τρία, τρία.. ένα και ένα.. Πάρτα...
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με πρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
-Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
-Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα-δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
-Και γιατί με ευχαριστείς;
-Για τα χρήματα.
-Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
-Οι άλλοι δε μού 'διναν τίποτα!...
-Δε σού'διναν τίποτα. Φυσικά!... Σού έκανα μια φάρσα για να σού γίνει μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελλο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκηο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σα χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις πόδι, αν δεν δείξεις τα δόνια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.
_________________________________
ΣΗΜ.1. από το βιβλίο με διηγήματα του Αντον Τσέχωφ, σε μετάφραση του Κυριάκου Σιμόπουλου, εκδόσεις ΠΥΞΙΔΑ, 1955. ||δώρο του αγαπημένου φίλου Σ.Π.||
ΣΗΜ.2. διατηρησα την ορθογραφία, αλλά το μετέτρεψα σε μονοτονικό.
ΣΗΜ.3. το βιβλίο αυτό έχει ένα θαυμάσιο πρόλογο από το μεταφραστή.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Η ΤΕΛIKH ΜΑΧΗ - σύντομο διήγημα του Harry Harrison


Τα βράδια, αφού τελειώσει το δείπνο και τακτοποιηθούν όλα τα σχετικά, δεν υπάρχει τίποτε πιο ευχάριστο για μας τα παιδιά απ' το να καθόμαστε γύρω απ' τη φωτιά και ν' ακούμε τον Πατέρα να μας λέει ιστορίες.

Μπορεί να πείτε ότι αυτό είναι βλακώδες ή παλιομοδίτικο, τη στιγμή που υπάρχουν τόσα σύγχρονα είδη ψυχαγωγίας. Αν το πείτε, συγχωρέστε με, μα θα γελάσω συγκαταβατικά.
Είμαι δεκαοκτώ χρονών και, ως επί το πλείστον, έχω αφήσει τις παιδιάστικες βλακείες πίσω μου. Αλλά ο Πατέρας είναι ρήτορας κι η φωνή του υφαίνει μάγια που με δένουν ακόμη, και για να είμαι ειλικρινής, μ' αρέσει αυτό. Παρ' όλο που κερδίσαμε τον Πόλεμο χάσαμε πολλά κατά τη διαδικασία και ο κόσμος έγινε σκληρός κι αιμοβόρος. Σκοπεύω να παραμείνω νέος όσο πιο πολύ μπορώ.

«Πες μας για την τελική μάχη», λένε συνήθως τα παιδιά κι αυτήν την ιστορία λέει κατά κανόνα. Η ιστορία είναι τρομακτική, παρ' όλο που ξέρουμε ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν, αλλά δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια ανατριχίλα λίγο πριν πέσεις για ύπνο.

Ο Πατέρας παίρνει τη μπύρα του, πίνει μια γουλιά αργά, μετά πετάει με το δάχτυλο τον αφρό που έχει μείνει στο μουστάκι του. Αυτό είναι το σινιάλο ότι πρόκειται ν' αρχίσει.

«Ο πόλεμος είναι κόλαση κι αυτό μην το ξεχάσετε ποτέ», λέει και τα δύο μικρότερα χαχανίζουν, γιατί αν αυτά είχαν προφέρει αυτή τη λέξη, θα τους έπλεναν το στόμα με σαπούνι.

«Ο πόλεμος είναι κόλαση, πάντα ήταν, κι ο μόνος λόγος που σας λέω αυτήν την ιστορία είναι επειδή δε θέλω να το ξεχάσετε ποτέ. Δώσαμε την τελική μάχη του τελευταίου πολέμου και πολλοί άντρες πέθαναν για να την κερδίσουμε. Και τώρα που όλα έχουν τελειώσει θέλω να το θυμάστε πάντα αυτό. Αν πέθαναν αυτοί ήταν για να ζήσετε εσείς. Και για να μη χρειαστεί ποτέ, μα ποτέ, να πολεμήσετε ξανά.

»Πρώτα-πρώτα, ξεχάστε κάθε ιδέα πως υπάρχει κάτι το ευγενικό ή ωραίο στη μάχη. Δεν υπάρχει! Πρόκειται για ένα μύθο που κράτησε πολύ και που μάλλον έχει τις ρίζες του στην προϊστορία, όταν ο πόλεμος σήμαινε μάχη σώμα με σώμα μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς καθώς ο άντρας υπερασπιζόταν το σπίτι απ' τον ξένο. Εκείνες οι μέρες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί κι εκείνο που ήταν καλό για το άτομο μπορεί να σημαίνει θάνατο για μια πολιτισμένη κοινότητα. Δε σήμανε θάνατο για κείνους;»

Τα μεγάλα σοβαρά μάτια του Πατέρα περιεργάζονταν τον κύκλο των ακροατών, αλλά κανείς δεν τολμά να τον κοιτάξει. Για κάποιο λόγο νοιώθουμε ένοχοι, παρ' όλο που οι περισσότεροι έχουμε γεννηθεί μετά τον Πόλεμο.

«Κερδίσαμε τον Πόλεμο, αλλά δε θα τον έχουμε κερδίσει αληθινά αν δεν πάρουμε ένα μάθημα απ’ αυτόν. Μπορεί το Έσχατο Όπλο να το είχε ανακαλύψει η άλλη μεριά, και, αν είχε γίνει αυτό, νεκροί κι εξαφανισμένοι θα ήμασταν τώρα εμείς· κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχάσετε ποτέ. Εκείνο που έσωσε τον πολιτισμό μας και κατέστρεψε το δικό τους ήταν ένα καπρίτσιο της ιστορίας. Αν αυτό το τυχαίο συμβάν είχε κάποιο νόημα για εμάς είναι ότι πρέπει να είμαστε ταπεινοί. Δεν είμαστε θεοί και δεν είμαστε τέλειοι. Και πρέπει να εγκαταλείψουμε τον πόλεμο ως τρόπο επίλυσης των διαφορών μεταξύ ανθρώπων. Ήμουν εκεί και βοήθησα και ξέρω για ποιο πράγμα μιλάω».

Μετά απ’ αυτό έρχεται η στιγμή που όλοι περιμένουμε κρατώντας την ανάσα μας.
«Ιδού», λέει ο Πατέρας καθώς σηκώνεται κι απλώνει το χέρι ψηλά στον τοίχο. «Αυτό είναι το όπλο που βρέχει θάνατο από μακριά και είναι ο Έσχατο Όπλο».

Ο Πατέρας κρατά το τόξο πάνω απ’ το κεφάλι του και, στην αναλαμπή της φωτιάς, μοιάζει με φιγούρα βγαλμένη από κάποιο δράμα, έτσι όπως η σκιά του εκτείνεται πάνω στον τοίχο σ' όλο το πλάτος της σπηλιάς. Ακόμη και το μικρότερο μωρό σταματάει να ξύνει τις ψείρες του κάτω από τα γούνινα σκεπάσματά του και παρακολουθεί με το στόμα ορθάνοιχτο.

«Ο άνθρωπος με το ρόπαλο ή το πέτρινο μαχαίρι ή το ακόντιο δε μπορεί να σταθεί κόντρα στο τόξο. Κερδίσαμε τον Πόλεμο, αλλά πρέπει από δω και πέρα να χρησιμοποιούμε το όπλο αυτό μόνο για ειρηνικούς σκοπούς, για να σκοτώνουμε τις έλκεις και τα μαμούθ. Αυτό είναι το μέλλον μας».

Χαμογελάει καθώς ξανακρεμάει προσεκτικά το τόξο στη θέση του.

«Ο πόλεμος έχει γίνει τρομακτικό πράγμα. Η εποχή της αιώνιας ειρήνης έχει αρχίσει».


-----------------------
"War and Peace,
you 're walking just straight on the edge
War and Peace,
you 're dying in War, but you even can't live in Peace."
-----------------------


ΣΗΜ.1. Η απάντηση αυτή δόθηκε στις 12 Μαρτίου 2002, 12:40 από τον DeathBlossom στο θέμα συζήτησης "ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ;" που είχα θέσει στο παλιό forum του Pathfinder, με την εξής εισαγωγή εκ μέρους του:
>>Αν με τη λέξη βαρβαρότητα εννοείς τους πολέμους που συμβαίνουν κατά καιρούς στον κόσμο τότε σου παραθέτω το παρακάτω σύντομο διήγημα του Harry Harrison που μιλάει ακριβώς γι αυτό. Καλά κάνεις και παραμένεις αισιόδοξη, "σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος" άλλωστε. Και μέχρι τώρα συνεχίζουμε να παραμένουμε άνθρωποι ευτυχώς ή δυστυχώς. Ορίστε λοιπόν, διαβάστε και κρίνετε το ποιόν του ανθρώπου: (ακολουθεί το διήγημα Η ΤΕΛΙΚΗ ΜΑΧΗ)
ΣΗΜ.2. Θυμήθηκα αυτό το διήγημα μετά το σχόλιο που εστειλε η alepouda στο twitter «τα οπλα ειναι δεικτης υποαναπτυξης της ανθρωπότητας στο συνολο της»
____________________
πρωτοανέβηκε εδώ-->> http://rodiat2.blogspot.com/2006/07/ikh-harry-harrison.html

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Πού πηγαίναμε;

Σκοτείνιαζε, έτσι μου φάνηκε, που βρέθηκα να βαδίζω σε μια έρημη κακοτοπιά. Μα πού πήγαινα; Οταν το σκέφτηκα αυτό, θυμήθηκα και το σπίτι μου, κι επεθύμησα να γυρίσω πίσω. Θ' ανησυχούσαν. Οχι, όχι, μόλις είχε βραδιάσει και θα πρόφταινα νά'μαι κοντά τους, πριν ακόμα έρθουν τα μεσάνυχτα.
Αλλά μ' αυτή τη σκέψη είδα τότε το μέρος που βρισκόμουνα. Ηταν ένα μακρινό μακρινό. Και ταράχτηκα απ' την απελπισία. Μα πόσο καιρό λείπω;... Και γιατί ήρθα εδώ;...
Και όμως βάδιζα, αντί να σταματήσω.
Ξαφνικά μου φάνηκε πως ήταν ξημέρωμα και δεν ήταν βράδυ! Μα το ξέρουν οι δικοί μου, ή με περιμένουν;
Ο τόπος μαύριζε από τα δέντρα, δέντρα ψηλά στους βράχους, δέντρα εδώ και κει μαζεμένα. Κι ένας ουρανός δίχως άστρο, αστράκι να λάμπει...
Πάλι σκέφτηκα πού πήγαινα; Και τρόμαξα. Είδα όμως τότε, πως δεν ήμουνα μόνος, είδα κι άλλους να έρχονται κοντά μου και παρηγορήθηκα.
Κάτι τους είπα σε λίγο, αλλ' αυτοί δε μ' απάντησαν, δε μ' άκουσαν, και βάδιζαν κοντά μου με σκυμμένο το κεφάλι...
Και μια σιωπή, μια βαριά σιωπή ήταν παντού χυμένη. Μα κι ο κρότος των βημάτων μας δεν ακουγόταν, έτσι περνούσαμε, χωρίς θόρυβο, δίχως κανέναν κρότο. Πού πηγαίναμε;
Πάλι το σκέφτηκα, αλλά και πάλι το λησμόνησα και βάδιζα, μαζί με τους άλλους, που κάποτε κι αυτούς τους λησμονούσα. Τώρα όμως, όταν τους έβλεπα αυτούς, τους νόμιζα πως ήτανε γνωστοί μου, φίλοι μου.
Ετσι βαδίζοντας βρήκαμε μια θάλασσα, που απλωνόταν ήσυχη ήσυχη, χωρίς την παραμικρή κίνηση, μια νεκρή θάλασσα.
Α, τώρα, σκέφτηκα, θα πάμε πίσω με πλοίο ή βάρκα...
Κι αισθάνθηκα πάλι τη λαχτάρα να βρεθώ κοντά στους δικούς μου.
Αλλά δε σταθήκαμε κει, και ούτε κοιτάξαμε αν υπήρχε βάρκα ή πλοίο. Προχωρήσαμε. Τώρα όμως κατεβαίναμε έχοντας δίπλα μας και κοντά μας την ακίνητη θάλασσα. Και βρεθήκαμε σε μια μεριά χαμηλή, κυκλωμένη από υψώματα και που η γη της ήτανε μαύρη πίσσα. Μα και τα νερά τής θάλασσας όμοια, ή πιο μαύρα απ' αυτή φαινότανε νά'ναι...
Μια βάρκα όμως ήτανε εκεί σαν αφημένη, έρημη, μια βάρκα μαύρη, παλιά. Και μπήκαμε μέσα χωρίς να μιλήσουμε, χωρίς να πει ο ένας στον άλλο λέξη. Κοιτάξαμε έπειτα ζητώντας το βαρκάρη.
Κανείς δε φαινότανε να υπάρχει εκεί, η βάρκα ήταν έρημη!
Και αυτό το μέρος ξακολουθούσε να φωτίζεται θαμπά, όπως όταν ξημερώνει, ή όταν βραδιάζει...
Η βάρκα όμως ξαφνικά κινήθηκε μόνη της, ξεκόλλησε απ' τα ρηχά νερά, και το πανί της, μαύρο κι αυτό, άνοιξε, και φούσκωσε χωρίς να φυσά άνεμος, κι άρχισε να φεύγει, να γλιστρά στα ήσυχα νερά, τα μαύρα...
Μα πού πηγαίναμε; Εβλεπα τις σκοτεινές μορφές των συντρόφων μου, τους έβλεπα να κάθονται σιωπηλοί, κοιτάζοντας εμπρός με προσοχή, εκεί που η βάρκα έτρεχε γρήγορα.
Λησμόνησα πού βρισκόμουνα, σα να κοιμήθηκα βαθιά, να με πήρε ο ύπνος δίχως όνειρα. Και όταν συνήρθα, κοίταξα τους συντρόφους μου. Αλλά τους είδα σα σβηστούς, σβηστούς μέσα σε κείνο το μικρό φως, και η ματιά μου πέρασε απ' τα σώματά τους στην άλλη μεριά...
Και η βάρκα έτρεχε γρήγορα. γλιστρούσε στα νερά χωρίς θόρυβο, και πάντα με φουσκωμένο πανί. Και το τιμόνι να κουνιέται κάποτε σα μόνο του να διεύθυνε τη βάρκα.
Πάλι λησμόνησα, πάλι σα να βυθίστηκα σε ύπνο δίχως όνειρα. Και όταν ήρθα στον εαυτό μου, είδα τους συνταξιδιώτες μου μόλις να φαίνονται, μόλις σα φκιαγμένοι απ' αραιό καπνό.
Κοίταξα και γύρω και πάλι έριξα τη ματιά μου σ' αυτούς.
Τώρα δεν είδα τίποτα, τίποτα! Η βάρκα μόνο μ' έναν επιβάτη, με μένα, έτρεχε. Κι αυτό πίστεψα.
Αλλ' όταν ζήτησα να δω το σώμα μου, δεν τό'δα! Είχε χαθεί κι αυτό.
Γρήγορα όμως κατάλαβα τι συνέβαινε.
Στη βάρκα αυτή μέσα, που χωρίς οδηγό έτρεχε, μόνο ο νους μου ταξίδευε τώρα, έτρεχε στο άγνωστο, απέραντο ταξίδι...
_______________
ΣΗΜ. Το διήγημα είναι του Δημοσθένη Βουτυρά, γραμμένο -ποιος το πιστεύει;- στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Στο ζήτημα "Βουτυράς" θα επανέλθω. Μελέτησα με προσοχή πάρα πολλά διηγήματά του επί ένα μήνα -περίπου 2.500 σελίδες!- και μου φαίνεται σαν να ανακάλυψα ένα καινούργιο κόσμο...

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Ο σκύλος της φίλης του φίλου μου κι η μικρή του ιστορία

Ενα μέτριου μεγέθους λευκό κανίς είναι ο σκύλος της φίλης του φίλου μου, ονόματι Μπικ. Μετά την τελευταία της έκτρωση και μετά τη διαβεβαίωση του γιατρού της πως αποκλείεται ν' αποχτήσει ποτέ παιδιά, πήρε αυτό το σκυλάκι αντί να υιοθετήσει ένα μωρό. Ο Μπικ ήταν ένα χαρούμενο κουτάβι, που χοροπηδούσε χαζοχαρούμενα μόλις έβλεπε την αφεντικίνα του -πολύ σπάνια στη διάρκεια της ημέρας, μια και εκείνη εργαζόταν τότε σε κάποια μεγάλη επιχείρηση. Την έβλεπε τα βράδια, που τον έβγαζε βόλτα και τον τάιζε κρατώντας τον αγκαλίτσα, εκεί, στη φαρδιά πολυθρόνα με το λουλουδάτο κάλυμμα σε τόνους γαλάζιους, απέναντι απ' την τηλεόραση. Εκείνες τις ώρες ήταν πράγματι το μωρό της, ο μικρούλης της Μπικ. Πάντα τον είχε ασπροφουφουλιασμένο, με πεντακάθαρη τη φουντωτή γούνα του, με περιποιημένα νυχάκια και γαλάζια κορδελλίτσα στο λεπτό του λαιμουδάκι. Το καλοκαίρι τον κούρευε σύμφωνα με την τελευταία λέξη της σκυλίσιας μόδας και τον καμάρωνε για το στυλ του.

Πέρναγαν ήρεμα κι ωραία οι δυο τους, μέχρι που η φίλη του φίλου μου αποφάσισε να δώσει μια σκυλίτσα για συντροφιά στο μοναχοπαίδι της το Μπικ, τη Λούση. Η Λούση ήταν μικρόσωμη με χρώμα ελαφρώς μελένιο, χαριτωμένη και τσαχπίνα. Τόσο πολύ τσαχπίνα, που ο καημένος ο Μπικ δεν άντεξε στον πειρασμό να την ερωτευτεί βαθειά, παρ' όλο που δεν ταίριαζαν στο μέγεθος. Ετσι κάπως άρχισαν τα μαρτύριά του. Κάθε που η Λούση είχε την περίοδό της, ο Μπικ κλειδωνόταν στην αποθήκη, ένα μικρό θεοσκότεινο δωματιάκι δίπλα στην κουζίνα, κι έμενε εκεί μέσα ουρλιάζοντας πονεμένα και ξύνοντας την πόρτα με τα νύχια. Εκεί του σερβιριζόταν το φαγητό του κι οι μόνες ευχάριστες ώρες που περνούσε, ήταν οι ώρες του βραδινού περιπάτου, αντάμα με τη «μαμά» του και την αγαπημένη του. Τι χοροπηδητά έκανε σαν τρελλός μόλις έβλεπε την αγαπημένη του -έτοιμος για όλα που λένε- το άγρυπνο μάτι της φίλης του φίλου μου όμως δεν του άφηνε κανένα περιθώριο για ξεμονάχιασμα.

Πέρασαν μερικά χρόνια με εναλλασσόμενες περιόδους ευτυχίας και δυστυχίας για το Μπικ κι αν εξαιρέσουμε τη φορά που πιάστηκε η ουρίτσα του στο ασσανσέρ και κόπηκε η άκρη της, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του πολύ τυχερό. Η φίλη του φίλου μου όμως σιγά σιγά έστρεφε την αγάπη και την προσοχή της προς τη Λούση, αδιαφορώντας ή ακόμα και φερόμενη εχθρικά προς το μεγάλο της «γιό», όπως είχε συνηθίσει να λέει το αρσενικό σκυλάκι της. Θέλεις η πίκρα που είχε εισπράξει απ' την ερωτική της ζωή, θέλεις τα διάφορα ρητά που χαρακτηρίζουν μ' αυτά το ανδρικό φύλο οι ξενέρωτες γεροντοκόρες, επέστρεφε σ' αυτό το καημένο αρσενικό πλασματάκι όλη της την απέχθεια για τους άντρες και μάλιστα με τόκο. Στόλιζε τη Λούση με κορδελλάκια, φανταιζί λουράκια, χαριτωμένα ζιλέ για το κρύο κι άφηνε το Μπικ σχεδόν ατημέλητο, σαν τον αιώνιο άντρα, όπως τον είχε πλασμένο η φαντασία της.

Η συμφορά ήρθε ένα κυριακάτικο απόγευμα, όταν η Λούση άρπαξε, με τη λαιμαργία που τη διέκρινε πάντα, μια φόλα και την καταβρόχθισε πριν προλάβει να επέμβει η «μαμά» της. Τρέξιμο στον κτηνίατρο της γειτονιάς, στα επείγοντα περιστατικά του κυνοκομείου, τίποτα όμως, δυστυχώς, η σκυλίτσα ξεψύχισε με τα ματάκια καρφωμένα στο ταβάνι, μ' ένα κατηγορώ και μια τεράστια απορία καθρεφτισμένα μέσα τους. Η φίλη του φίλου μου το πήρε πολύ βαριά. Ούτε για τη μάνα της είχε κλάψει τόσο πολύ. Ολα τα δάκρυα μαζεμένα έτρεχαν σα βρύση και δεν ήθελε να δει κανένα, κλεισμένη στο πολυτελές διαμέρισμά της για ένα εικοσαήμερο. Εδιωξε και την οικιακή βοηθό -να μην αντικρύζει τις «στιγμές αδυναμίας» της, όπως συνήθιζε ν' αποκαλεί τις στιγμές που ένα πλάσμα αναζητά κάποιο άλλο να μοιραστεί τον πόνο- κι ούτε βόλτες, ούτε τίποτα για τον κακομοίρη το Μπικ. Ισα ίσα ένα φαγάκι του μαγείρευε εντελώς μηχανικά κι αυτό ήταν όλο. Την ανάγκη του την έκανε στο μπαλκόνι κι ας διαμαρτυρόντουσαν οι αποπάνω για τη μπόχα που ανέβαινε στα ρουθούνια τους. Ενα πρωινό όμως, αποφάσισε να βγει. Είχε πάρει και τη σύνταξή της πλέον και μπορούσε να διαχειρίζεται το χρόνο της όπως ήθελε. Βγήκε λοιπόν τραβολογώντας το «πρωτότοκό» της απ' το λουρί, σα νά 'σερνε κάποιο κουρέλι.

Ο Μπικ είναι τώρα πολύ γέρος, πλησιάζει την ηλικία «απόσυρσης» απ' τα εγκόσμια. Η Λούση του, που του έδινε ζωή κι ενέργεια, τον παράτησε μονάχο και τράβηξε για τον παράδεισο των σκυλιών, και που να καταλάβει τώρα αυτός, πώς έγινε αυτό, με το χαζούλικο μυαλουδάκι του. Η ηλικία και τα αρθριτικά του -το γήρας δεν έρχεται μονάχο του ούτε για τα σκυλιά- όπως κι η μισή του ουρίτσα, τον ταλαιπωρούν αφάνταστα και σα να νιώθει, πως όπου νά 'ναι θα πάει να συναντήσει την αγαπημένη του.

Θα πίστευε κανείς πως μετά απ' όλο αυτό το πατατράκ, η συμπεριφορά της φίλης του φίλου μου θ' άλλαζε προς το καλύτερο απέναντι στο πρώτο της ζωντανό απόκτημα. Οχι όμως, μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Ολη την πίκρα της και τη θλίψη τη μεταβιβάζει στο φτωχό ζωάκι, σα να φταίει εκείνο που δεν είδε τη φόλα για να την καταβροχθίσει εκείνο, σα να φταίει που δεν υπήρξε ποτέ λαίμαργο, σα να φταίει που άκουγε κι ακολουθούσε προσεχτικά τις οδηγίες της αφεντικίνας του. Ετσι κυλούν οι μέρες, αφόρητα βαρετές και για τα δυο πλάσματα, τα μόνα κι έρημα, που δε βρίσκουν καμμιά χαρά ούτε στην αναπόληση των κοινών ευτυχισμένων στιγμών τους. Σα να μη τα συνδέει τίποτα, εντελώς τίποτα. Σα να τα χωρίζουν αξεπέραστα εμπόδια. Σαν η κοινή αγάπη τους για τη Λούση να έγινε ένα αδιαπέραστο Σινικό τείχος. Σα νά 'σπασε η αλυσίδα που τα ένωσε κάποτε. Η φίλη του φίλου μου στέκει απόλυτα εχθρική, χωρίς συμβιβασμό στην ιδέα της απώλειας της αγαπημένης της σκυλίτσας -προέκταση άραγε του εαυτού της;- κι ο Μπικ παραδομένος στην κακή του μοίρα, αποστερημένος απ' τη χαρά της ζωής που δεν του δόθηκε, περιμένει εντελώς απελπισμένα το χαμό του.

Αυτή είναι η μικρή ιστορία του σκύλου της φίλης του φίλου μου κι ίσως θα μπορούσε να είναι μια ιστορία και γι ανθρώπους. Αλλά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία...

-->> πρωτοανέβηκε εδώ: -->>
http://rodiat3.blogspot.com/2006/02/blog-post_27.html

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

Τα πλακάκια του "Κήρυκα"

Ο σιορ Γρηγοράκης, του σιορ Τζανέτου του νοδάρου ο γιός, άπλωσε το δεξί του κι έχωσε την πένα στο καλαμάρι με το μελάνι το μαβί. Αφού την ετίναξε να φύγει η σταγόνα η περίσσεια, έβαλε με προσοχή την τελευταία τελεία στο χαρτί που είχε μπροστά του, μια τελεία ολοστρόγγυλη σαν και του τύπου. Την εκαμάρωσε για μισό λεπτό κι ίσα που επρόλαβε ν' απλώσει προς τα δεξιά της μια παχιά παύλα, πριν το μελάνι στην πένα στεγνώσει εντελώς. Α, ήτανε πολύ προσεχτικός ο σιορ Γρηγοράκης. Δεν τ' αρέσανε οι μουντζαλιές, γι αυτό.

Απομακρύνθηκε ολίγον τι από το γραφείο του παπάκη του, του νοδάρου, όπου ήτανε καθισμένος κι έγραφε εδώ και κάτι ώρες, κι εκαμάρωσε το γραπτό. Τα ωραία και περίτεχνα κεφαλαία του με τις τζιριτζάντζουλες εξεχώριζαν από μίλια και βάλε. Ητανε μεγάλος μάστορης ο σιορ Γρηγοράκης στο να σιάχνει κεφαλαία γράμματα, ιδίως εκείνο το έψιλον πολύ το επετύχαινε. Ετούτο το γραπτό θα το πήγαινε στην εφημερίδα "Ο Κήρυκας" να το τυπώσουνε στο παχύ φύλλο της Κυριακής, κάτω από τα μνημόσυνα. Εκεί όπου βάζουνε συνήθως τα ποιήματα που βραβεύονται.

Αυτό ήτανε τ' όνειρό του. Να δει τυπωμένο ένα γραπτό του, να βραβευτεί και να τυπωθεί το ποίημά του, κι ας τί καλό! Εφώναξε και τη Μαυρογιαννάκαινα την πλύστρα, να έρθει από την αυλή, να ιδεί το γραπτό. Εκείνη δεν εμπόριε γιατί άπλωνε τη μπουγάδα, αλλά "θα 'ρθώ σιορ Γρηγοράκη μου, μόλις αποσώσω" του εφώναξε. Η λαχτάρα του όμως ήτανε τόσο μεγάλη, που εβγήκε στην αυλή να της το δείξει, είχε ανάγκη από έναν έπαινο, και "μπράβο αφέντη, τι ωραίο πράμα που είν' τούτο πού έσιαξες" του είπε η καψερή, που δεν εγνώριζε γράμματα αλλά ένιωθε να εκτιμά τις ωραίες ζωγραφιές με τις ουρίτσες.

Ανέμιζε το χαρτί στον ήλιο και φάνταζαν σαν πεταλούδες τα κεφαλαία του. Ολο το γραπτό ήτανε γραμμένο με μελάνι μαβί, αλλά στα κεφαλαία είχε προσθέσει και λίγο πράσινο που τα εφώτιζε όπως οι πυγολαμπίδες το σκοτάδι, ο ήλιος όμως τους έδινε τη χάρη της πεταλούδας. Τόσο ωραίο γραπτό, δεν επίστευε στα μάτια του πως ήτανε δικό του έργο! Με τη βεβαιότητα της έγκρισής του από τον συντάκτη του "Κήρυκα", εξεκίνησε για τα γραφεία της εφημερίδας.

Οπως επήγαινε στο δρόμο, εσυνάντησε τη δασκάλα του πιάνου, τη σιόρα Ελενα. Επεριπάτει σκυφτή, ωσάν να γύρευε κάτι τι χαμένο στο ρείθρο του καλντεριμιού, αλλά μια στιγμή που εσήκωσε το βλέμμα και είδε να πλησιάζει ο αγαπημένος της μαθητής άστραψε από χαρά. Εκείνος εκοκκίνησε από αιδημοσύνη σαν κοπελούδα, γιατί, εντελώς μεταξύ μας, την εγουστάριζε τη σιόρα Ελενα παρ' όλο που τον επέρναγε κοντά δέκα χρονάκια.

- Καλήν ημέρα σιόρα Ελενα, πώς είστε;
- Καλήν ημέρα γιε μου, δόξα σοι ο Θεός, και τί 'ναι τούτο που κρατείς;
- Ενα ποίημα! Το πάω στον "Κήρυκα" όπου έχει διαγωνισμό για ποίηση ετούτη την εβδομάδα.
- Αλήθεια, μόλις επήγα τώρα και το δικό μου.
- Ναίσκε; Γράφετε κι εσείς ποίηση; Δεν το εγνώριζα.
- Ε, κάπου κάπου σκαρώνω κάνα δυο στιχάκια... Αλλά πήγαινε, μη σε κρατώ, και καλήν επιτυχία.
- Καλήν επιτυχία επίσης!

Τον έτρωγε η περιέργεια τώρα να μάθει τι σόι ποιήματα γράφει η σιόρα Ελενα, και μπας και είναι καλύτερο το δικό της από το δικό του, αλλά μέσα του ήτανε τόσο βέβαιος για την ικανότητά του στην καλλιγραφία, που εσβήστη κάθε φόβος και ταραχή κι έφτασε πετούμενος στην είσοδο των γραφείων της εφημερίδας. Ο πορτιέρης του έκαμε μια μικρήν ανάκριση -λες και δεν τον ήξερε- πριν του επιτρέψει να περάσει για να συναντήσει τον κύριο συντάκτη, τον υπεύθυνο για το διαγωνισμό.

Επήρε μια βαθειάν ανάσα, όρθωσε το κορμί, έσφιξε το στομάχι, και προχώρησε με βήματα αργά ατενίζοντας πέρα μακριά, στο τέρμα του διαδρόμου, την κοπέλα που εσφουγγάριζε τα πλακάκια. Επήγαινε προς τα πέρα πισωπατώντας στα τέσσερα, το κεφάλι σκυφτό, να φαίνεται ο σφιχτός της κότσος με τις φουρκέτες τις κοκκάλινες προς την πλευρά του. Ενα μαύρο κουβάρι, στρογγυλό σαν μπάλα, ήτανε το κεφάλι της και, όπως πισωπατούσε σφουγγαρίζοντας, εφαινόταν σαν να σπρώχνει αυτή η μπάλα από μαλλιά το υπόλοιπο κορμί που, όπως ήταν μαζεμένο κουρκουμιαστά, έμοιαζε με άλλη μια μπάλα, πολύ μεγαλύτερη όμως.

Εθαύμασε την ικανότητα της φαντασίας του να φτιάχνει ιστορίες και εικόνες από το τίποτα, χαμογέλασε από μέσα του με τη σκέψη να σκαρώσει ένα ποίημα για ετούτη την κοπέλα-μπάλα-μπαλίτσα, και συνέχισε να προχωρεί με το κεφάλι ψηλά πάντα. Στο νου του, το είχε παρμένο κιόλας το βραβείο της ποίησης. Οσο προχωρούσε όμως, όλο και πιο υγρό γινότανε το πάτωμα και, σε στρίψη ματιού, εξαγλίστρησε κι εβρέθηκε τέντα κάτω φαρδύς πλατύς.

Ετρεξε η κοπέλα που σφουγγάριζε, έβαλε τις φωνές, ανοίξανε οι πόρτες των γραφείων, εβγήκανε συντάκτες και συντακτάκια, ρεζίλι των σκυλιών έγινε ο σιορ Γρηγοράκης. Τον εσηκώσανε με ζόρι -τα είχε τα παχάκια του- και τον εκαθίσανε σε μια καρέκλα, αλλά εκείνος σφάδαζε από τους πόνους. Ηρθε το φορείο να τονε πάρει για το νοσοκομείο, τον εξέτασε ο δετόρος, ευτυχώς είχε σπάσει μόνο το χέρι του το δεξί, σ' ένα μήνα θα ήτανε πάλι γερό σαν και πρώτα, έτσι του είπε με βεβαιότητα και το ετύλιξε σε ένα πανί που το περιέλουσε με μπόλικο γύψο. Μετά, κρέμασε το ξερό του σε ένα άσπρο μεγάλο μαντίλι κι ετοιμάστηκε να πάρει το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι.

"Πονάτε σιορ Γρηγοράκη;" τον ερώτησε ο δετόρος κι εκείνος απάντησε "όχι γιατρέ μου" αλλά πονούσε και τατάραζε -από μέσα του όμως. Γιατί; Επειδή το γραπτό του με το ποίημα, αυτό το υπέροχο γραπτό που πεταλούδιζε ιριδίζοντας στον ήλιο, με τις ουρίτσες του και τα ωραία δίχρωμα κεφαλαία του, με την ολοστρόγγυλη τελεία και την παχιά παύλα στο τέλος, αυτό το αριστούργημα της καλλιγραφίας, αχ, είχε απλωθεί πάνω στα φρεσκοσφουγγαρισμένα πλακάκια των γραφείων του "Κήρυκα" και είχε αφήσει εκεί πάνω το μελάνι του και το χέρι του το μπανταρισμένο με το γύψο ήτανε αδύνατο να το ξαναγράψει και ο διαγωνισμός δεν έπαιρνε παράταση και είχε ξεχάσει και το ποίημα που μέχρι πριν λίγες ώρες το σιγοτραγούδαγε πίσω απ' τα δόντια του.

Μόλις έφτασε στο σπίτι εξάπλωσε στον καναπέ ώσπου να γυρίσει η θειά του -ορφανόν από μωρό τον εμεγάλωνε η αδερφή του παπάκη του. Είχε πάει να κάνει βίζιτα στου παπά Δοξανά τη γυναίκα, που ήτανε πάλι λεχώνα. Καρπερός ο παπάς, τόλμησε να ψιλοχαμογελάσει κιόλας ξεχνώντας τους πόνους του -έναν απ' έξω κι έναν από μέσα. Ο παπάκης του ο νοδάρος ήτανε σε κάτι χωριά περιοδεία, μια και περιμένανε εκλογές οσονούπω. Πώς αλλιώς θα εμπόριε να κάτσει στο μεγάλο γραφείο να γράψει το ποίημα; Αχ, το ποίημα! Πάλι εμελαγχόλησε με τη σκέψη του χαμένου αριστουργήματος. Εγειρε πάντως και τον επήρε ο ύπνος αγάλια αγάλια.

Αργά το μεσημέρι εκόπιασε η θειά κι έδωσε όρντινο να στρωθεί το τραπέζι κι έμαθε και τα μαντάτα για τον κανακάρη της. Επήγε κοντά το λοιπόν, του εχάιδεψε τα μαλλιά σαν να ήτανε και πάλι μωρό της αγκαλιάς, εκείνος αναστέναξε "μάνα μου" είπε κι άνοιξε το ένα μάτι, το δεξί, γιατί το άλλο ήτανε βουλιαγμένο στο βελούδινο μαξιλάρι του καναπέ. Είπανε τα νέα όλα, για το ποίημα και το διαγωνισμό του "Κήρυκα" και το συναπάντημα με τι σιόρα Ελενα και την κοπέλα με τον κότσο που εσφουγγάριζε τα πλακάκια και για την τούμπα και για το χαρτί που εβράχηκε κι εξέβαψαν τα μελάνια απά στο πάτωμα.

- Και τούτο δώ τι είναι μάτια μου; ερώτησε η θειά.
- Ποιο;
- Ετούτο, απά στο γραφείο του παπάκη σου.

Είπε, κι έδειξε ένα χαρτί με γραμμένα καλλιγραφικά γράμματα με ουρίτσες, στολισμένα κεφαλαία δίχρωμα σαν πεταλουδίτσες, με την τελεία την ολοστρόγγυλη στο τέλος και την παύλα την παχιά.

- Α! Αυτό είναι! και πού εβρέθηκε θειά; Θαύμα έγινε, θαύμα!

- Οχι και θαύμα αφέντη, η σιόρα Ελενα το ήφερε λίγο πριν έρτεις από το νοσοκομείο και είπε να το υπογράψεις κιόλας που το ξέχασες.

Είπε η Μαυρογιαννάκαινα η πλύστρα, που έμπαινε για να πάει στο δωμάτιο υπηρεσίας να σιδερώσει τα σεντόνια και τα άλλα για τη λινοθήκη. Τα πουκάμισα και τα ψιλά τα σιδέρωνε η θειά αυτοπροσώπως.

- Βάλε με το μυαλό σου, κυρά μου, τι τρέξιμο έκανε η δασκάλα να προκάμει να φέρει ετούτο εδώ και μετά να ξαναπάει στον "Κήρυκα" να μάθει τι θα γίνει με το χαρτί του σιορ Γρηγοράκη μας και μου είπε να το παει αύριο, θα τον επεριμένουνε να το πάει.

Σαν ποίημα μονορούφι μίλησε η Μαυρογιαννάκαινα, χαρούμενη που ακουγόντουσαν με τόσο ενδιαφέρον τα λόγια της. Ο νεαρός ανακάθισε στον καναπέ κι επήρε στο χέρι του τ' αριστερό το χαρτί και είδε ότι φαινότανε κάπως αλλιώτικο και έριξε το βλέμμα στην πλύστρα. Εκείνη τού 'κλεισε το μάτι με νόημα και "ε, αφεντόπουλό μου, το εσιδέρωσα, ήτανε μουσκίδι μαθές" τού είπε και τον εκοίταξε μη και της εθύμωσε. Ο σιορ Γρηγοράκης όμως χαμογέλασε πλατειά και είπε "ε, όσο για μια υπογραφή, δεν θα κουραστώ να τήνε βάλω" και "θα το πας εσύ όμως θειά αύριο στη φημερίδα, έτσι;" κι εσηκώθηκε ελαφρά υποβασταζόμενος από τις δυο γυναίκες και κινήσανε κατά την τραπεζαρία. Ευτυχώς, είχανε φαΐ της ορεξιάς του, πατάτες γιαχνί, που τρώγονται με πιρούνι.

________________
ΣΗΜ. από τη συλλογή "τα κεφαλονίτικα"

-->> ανέβηκε πρώτη φορά στις 4 Σεπτέμβρη 2006, εδώ: -->>
http://rodiat3.blogspot.com/2006/09/blog-post.html
-->> λέω να ανεβάζω τα Σάββατα από ένα αναγνωσματάκι να δροσιζόμαστε :)

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Η ΤΕΛIKH ΜΑΧΗ σύντομο διήγημα του Harry Harrison

Τα βράδια, αφού τελειώσει το δείπνο και τακτοποιηθούν όλα τα σχετικά, δεν υπάρχει τίποτε πιο ευχάριστο για μας τα παιδιά απ' το να καθόμαστε γύρω απ’ τη φωτιά και ν' ακούμε τον Πατέρα να μας λέει ιστορίες.

Μπορεί να πείτε ότι αυτό είναι βλακώδες ή παλιομοδίτικο, τη στιγμή που υπάρχουν τόσα σύγχρονα είδη ψυχαγωγίας. Αν το πείτε, συγχωρέστε με, μα θα γελάσω συγκαταβατικά.
Είμαι δεκαοκτώ χρονών και, ως επί το πλείστον, έχω αφήσει τις παιδιάστικες βλακείες πίσω μου. Αλλά ο Πατέρας είναι ρήτορας κι η φωνή του υφαίνει μάγια που με δένουν ακόμη, και για να είμαι ειλικρινής, μ' αρέσει αυτό. Παρ’ όλο που κερδίσαμε τον Πόλεμο χάσαμε πολλά κατά τη διαδικασία και ο κόσμος έγινε σκληρός κι αιμοβόρος. Σκοπεύω να παραμείνω νέος όσο πιο πολύ μπορώ.

«Πες μας για την τελική μάχη», λένε συνήθως τα παιδιά κι αυτήν την ιστορία λέει κατά κανόνα. Η ιστορία είναι τρομακτική, παρ’ όλο που ξέρουμε ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν, αλλά δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια ανατριχίλα λίγο πριν πέσεις για ύπνο.

Ο Πατέρας παίρνει τη μπύρα του, πίνει μια γουλιά αργά, μετά πετάει με το δάχτυλο τον αφρό που έχει μείνει στο μουστάκι του. Αυτό είναι το σινιάλο ότι πρόκειται ν' αρχίσει.

«Ο πόλεμος είναι κόλαση κι αυτό μην το ξεχάσετε ποτέ», λέει και τα δύο μικρότερα χαχανίζουν, γιατί αν αυτά είχαν προφέρει αυτή τη λέξη, θα τους έπλεναν το στόμα με σαπούνι.

«Ο πόλεμος είναι κόλαση, πάντα ήταν, κι ο μόνος λόγος που σας λέω αυτήν την ιστορία είναι επειδή δε θέλω να το ξεχάσετε ποτέ. Δώσαμε την τελική μάχη του τελευταίου πολέμου και πολλοί άντρες πέθαναν για να την κερδίσουμε. Και τώρα που όλα έχουν τελειώσει θέλω να το θυμάστε πάντα αυτό. Αν πέθαναν αυτοί ήταν για να ζήσετε εσείς. Και για να μη χρειαστεί ποτέ, μα ποτέ, να πολεμήσετε ξανά.

»Πρώτα-πρώτα, ξεχάστε κάθε ιδέα πως υπάρχει κάτι το ευγενικό ή ωραίο στη μάχη. Δεν υπάρχει! Πρόκειται για ένα μύθο που κράτησε πολύ και που μάλλον έχει τις ρίζες του στην προϊστορία, όταν ο πόλεμος σήμαινε μάχη σώμα με σώμα μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς καθώς ο άντρας υπερασπιζόταν το σπίτι απ' τον ξένο. Εκείνες οι μέρες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί κι εκείνο που ήταν καλό για το άτομο μπορεί να σημαίνει θάνατο για μια πολιτισμένη κοινότητα. Δε σήμανε θάνατο για κείνους;»

Τα μεγάλα σοβαρά μάτια του Πατέρα περιεργάζονταν τον κύκλο των ακροατών, αλλά κανείς δεν τολμά να τον κοιτάξει. Για κάποιο λόγο νοιώθουμε ένοχοι, παρ' όλο που οι περισσότεροι έχουμε γεννηθεί μετά τον Πόλεμο.

«Κερδίσαμε τον Πόλεμο, αλλά δε θα τον έχουμε κερδίσει αληθινά αν δεν πάρουμε ένα μάθημα απ’ αυτόν. Μπορεί το Έσχατο Όπλο να το είχε ανακαλύψει η άλλη μεριά, και, αν είχε γίνει αυτό, νεκροί κι εξαφανισμένοι θα ήμασταν τώρα εμείς· κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχάσετε ποτέ. Εκείνο που έσωσε τον πολιτισμό μας και κατέστρεψε το δικό τους ήταν ένα καπρίτσιο της ιστορίας. Αν αυτό το τυχαίο συμβάν είχε κάποιο νόημα για εμάς είναι ότι πρέπει να είμαστε ταπεινοί. Δεν είμαστε θεοί και δεν είμαστε τέλειοι. Και πρέπει να εγκαταλείψουμε τον πόλεμο ως τρόπο επίλυσης των διαφορών μεταξύ ανθρώπων. Ήμουν εκεί και βοήθησα και ξέρω για ποιο πράγμα μιλάω».

Μετά απ’ αυτό έρχεται η στιγμή που όλοι περιμένουμε κρατώντας την ανάσα μας.
«Ιδού», λέει ο Πατέρας καθώς σηκώνεται κι απλώνει το χέρι ψηλά στον τοίχο. «Αυτό είναι το όπλο που βρέχει θάνατο από μακριά και είναι το Έσχατο Όπλο».

Ο Πατέρας κρατά το τόξο πάνω απ' το κεφάλι του και, στην αναλαμπή της φωτιάς, μοιάζει με φιγούρα βγαλμένη από κάποιο δράμα, έτσι όπως η σκιά του εκτείνεται πάνω στον τοίχο σ' όλο το πλάτος της σπηλιάς. Ακόμη και το μικρότερο μωρό σταματάει να ξύνει τις ψείρες του κάτω από τα γούνινα σκεπάσματά του και παρακολουθεί με το στόμα ορθάνοιχτο.

«Ο άνθρωπος με το ρόπαλο ή το πέτρινο μαχαίρι ή το ακόντιο δε μπορεί να σταθεί κόντρα στο τόξο. Κερδίσαμε τον Πόλεμο, αλλά πρέπει από δω και πέρα να χρησιμοποιούμε το όπλο αυτό μόνο για ειρηνικούς σκοπούς, για να σκοτώνουμε τις έλκεις και τα μαμούθ. Αυτό είναι το μέλλον μας».

Χαμογελάει καθώς ξανακρεμάει προσεκτικά το τόξο στη θέση του.

«Ο πόλεμος έχει γίνει τρομακτικό πράγμα. Η εποχή της αιώνιας ειρήνης έχει αρχίσει».


-----------------------
"War and Peace,
you 're walking just straight on the edge
War and Peace,
you 're dying in War, but you even can't live in Peace."
-----------------------


ΣΗΜ. Η απάντηση αυτή δόθηκε στις 12 Μαρτίου 2002, 12:40 από τον DeathBlossom στο θέμα συζήτησης "ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ;" που είχα θέσει στο παλιό forum του Pathfinder, με την εξής εισαγωγή εκ μέρους του:
>>Αν με τη λέξη βαρβαρότητα εννοείς τους πολέμους που συμβαίνουν κατά καιρούς στον κόσμο τότε σου παραθέτω το παρακάτω σύντομο διήγημα του Harry Harrison που μιλάει ακριβώς γι αυτό. Καλά κάνεις και παραμένεις αισιόδοξη, "σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος" άλλωστε. Και μέχρι τώρα συνεχίζουμε να παραμένουμε άνθρωποι ευτυχώς ή δυστυχώς. Ορίστε λοιπόν, διαβάστε και κρίνετε το ποιόν του ανθρώπου: (ακολουθεί το διήγημα Η ΤΕΛΙΚΗ ΜΑΧΗ)

-->> ανέβηκε πρώτη φορά την Πέμπτη, 27/7/2006, εδω: -->>
http://rodiat2.blogspot.com/2006/07/ikh-harry-harrison.html

-->> το αφιερώνω στους φίλους μου, ιδιαίτερα στον Κωστή: -->>
http://pitylos.blogspot.com/
και στον Λεωνίδα: -->>
http://sandbox.cs.uchicago.edu/blog_el/?p=506

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Η πασχαλιάτικη κορδέλα

Κοίταζα την όμορφη κορδέλα μου να την παρασέρνει το νερό του καμπινέ και δε μ' ένοιαζε καθόλου για δαύτην, αλλά για το σκατόπαιδο που νόμιζε πως θα με πείραζε και γι αυτό την είχε ρίξει εκεί μέσα και τράβηξε και το καζανάκι. Σφάδαζε κρατώντας την κοιλιά του απο τα γέλια και φώναζε με τη βραχνή του φωνή «όλα τα κορίτσια είναι για τα σκουπίδια!» το κολόπαιδο.

Κι όλα ετούτα τά 'κανε επειδή είχε μπαμπά καθηγητή πανεπιστημίου και μαμά ποιήτρια «έλα να σε συστήσω στην κυρία, είναι ποιήτρια» μου είπε η θεία μου, που ήταν βοηθός του καθηγητή «ξέρετε, γράφει και το Μαρινάκι μας ποιήματα» που να άνοιγε η γη να με καταπιεί επιτόπου, ποιήτρια αυτή η καραβαμμένη καρακάξα; Με το μαλλί το παρδαλό και τα μάγουλα που φωσφώριζαν απο τις κρέμες; Πφφφ... τέτοια ποιήτρια δεν πρόκειται να γίνω ποτέ κι αν είναι έτσι οι ποιήτριες, θα πάψω να γράφω ποιήματα μη τυχόν και την πατήσω και καταντήσω στα χάλια της.

Εντωμεταξύ, η κορδέλα μου έφερνε βόλτες στην καταβόθρα κι όσο τη ρουφούσε ο καμπινές σκεφτόμουνα τι ωραία που γλίτωσα απο αυτήν, τώρα πλέον δε θα φόραγα πια αυτό το αστείο πράγμα στο κεφάλι μου που το τράβαγαν τ' αγόρια στο σχολείο αλλά και όπου αλλού πήγαινα. Ευτυχώς, δεν είχαμε άλλη κορδέλα στο σπίτι. Η μάνα μου μπορεί να θύμωνε, επειδή ήθελε να μου φοράει κορδέλες και να με ντύνει μπεμπεδίστικα ακόμα και τώρα που είχα πατημένα τα έξι, ίσως για να τονίζει τη διαφορά ηλικίας μας, γιατί όπου πηγαίναμε με ρωτάγανε «αδελφούλες είσαστε;» και γελούσαν όταν τους έριχνα ένα φαρμακερό βλέμμα να παγώνει το αίμα σου -τόσο φαρμακερό, έτσι πίστευα τουλάχιστον.

Ο πατερούλης μου δε θα θύμωνε καθόλου, το ήξερα καλά αυτό γιατί έπαιρνε πάντα τα κομμάτια μου όταν με μαλώνανε κι εκείνος δε με μάλωνε ποτέ ποτέ ποτέ! Ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, μονάχα που δεν ήθελε να τον φωνάζω «μπαμπά» όπως έκαναν τα άλλα παιδιά με τους δικούς τους μπαμπάδες, αλλά να τον λέω «πατέρα» όμως τον φώναζα «πατερούλη» γιατί το «πατέρας» μου φαινότανε πολύ σκληρή λέξη επειδή μου θύμιζε τα τέρατα των παραμυθιών.

Ολα αυτά περνούσαν απο το νου μου όσο έβλεπα την κορδέλα να βυθίζεται στο βάθος της τρύπας κι όταν χάθηκε εντελώς έστριψα απότομα κι έριξα μια μπουνιά στην κοιλιά του βουτυρόπαιδου που άρχισε τώρα να σκούζει τσιριχτά σαν το σφαγμένο γουρουνόπουλο που είχα δει να τρέχει χωρίς κεφάλι τα Χριστούγεννα στο χωριό. Πριν το σφάξουν έσκουζε φυσικά. Μετά, άφηνε ένα ποτάμι αίμα πίσω του καθώς έτρεχε ακέφαλο στην αυλή με τις κότες που πετάγονταν δεξιά κι αριστερά στο πέρασμά του κακαρίζοντας αλαφιασμένες.

Φώναζε το λοιπόν ο βουτυρομπεμπές κι ας ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, φώναζε τη μαμάκα του να τον σώσει, ότι τάχα τον έδερνα και τον δάγκωνα. Αντί για τη μαμά του την ποιήτρια ήρθε ο μπαμπάς του στον καμπινέ και τον έπιασε απο τους ώμους λέγοντάς του ότι έτσι είναι τα κορίτσια, πολύ κακά πλάσματα δηλαδή και να μη κάνει παρέα μαζί τους. Μετά απο αυτό, ήρθε η θεία μου η βοηθός του και με πήρε παράμερα και με ρώτησε «αλήθεια είναι αυτά Μαρίνα μου;» της είπα «φυσικά όχι, αυτός έριξε την κορδέλα μου στον καμπινέ και’γω του έριξα μια μπουνιά» και φαίνεται ότι με πίστεψε αλλά με πήρε να φύγουμε. Η ποιήτρια έτρεξε πίσω μας ρωτώντας «τόσο βιαστικά φεύγετε;» δίνοντας να φορέσουμε τα παλτά μας γιατί έκανε κρύο ακόμα, αν και σε δυο μέρες είχαμε Πάσχα.

_______________________
ΣΗΜ. Το διηγηματάκι αυτό, που ανήκει στη σειρά "παιδικές αναμνήσεις" την οποία ξεκίνησα πειραματιζόμενη σε αυτό τον τρόπο γραφής, ανέβηκε πρώτη φορά εδώ: Η πασχαλιάτικη κορδέλα και αφορμή να το ανεβάσω ξανά στάθηκε η Composition Doll με τις γλαφυρές περιγραφές που κάνει για εποχές που έχουν περάσει. Η χώρα μας στάθηκε στα ποδάρια της, αλλά οι εποχές αυτές συνεχίζονται για πολλούς άλλους ακόμα...
-->> Δευτερη φορα ανεβηκε προπερσι το Μαρτη στο blogometro

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Ανθρωπος κάτω απ’ τη γέφυρα


Καθόταν γερμένος μπροστά στο τζάκι το αναμμένο, με τις φλόγες να ξεπετιούνται κατακόκκινες και ολόθερμες προς τα πάνω, γλείφοντας την αρχή της μαυρισμένης καμινάδας. Κάπου κάπου, η φωτιά τσιτσίριζε όταν έσκαγε κάποιο ξύλο, που είχε συγκρατήσει λίγη υγρασία. Ο γλυκός αυτός θόρυβος τον νανούριζε και τ' όνειρό του απλωνόταν σα σεντόνι κατάλευκο, όπως το παγωμένο χιόνι που σκέπαζε σήμερα το χώμα. Είχε, λέει, ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τα καλά του κόσμου επάνω, με λογιών λογιών φαγιά και λογιών λογιών κρασιά. Στα πόδια του, λέει, γουργούριζε σα γατούλα μια όμορφη γλυκειά γυναίκα και μερικά παιδιά έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια παρέκει, πάνω στο παχύ κόκκινο χαλί. Μια μουσική απαλή ξεχυνόταν και γέμιζε όλο το χώρο με μια εξώκοσμη μελωδία. Χάιδευε με το χέρι του τα ολόμαυρα μεταξένια μαλλάκια της καλής του και, κάπου κάπου, τσιμπούσε και μια μπουκίτσα απ' τα θεσπέσια εδέσματα. Ολα μα όλα ήταν τόσο τέλεια, που μονάχα η φαντασία μπορεί έτσι να τα πλάσει.

Μουρμούριζε μεσ' στον ύπνο του κι όλο χάιδευε το απαλό κεφαλάκι που ήταν γερμένο στα γόνατά του. Ξύπνησε όμως μια στιγμή, το στομάχι του γουργούριζε ανησυχητικά, και τ' όνειρο εξατμίστηκε μονομιάς. Το κεφαλάκι που χάιδευε έγινε η ψωρόγατα που είχε κουρνιάσει κοντά του, ένα έρημο ζωντανό κι αυτό. Η μελωδία έγινε θόρυβος σκληρός, πολλά αυτοκίνητα περνούσαν σήμερα πάνω απ' τη γέφυρα -ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Το τζάκι έκανε κι αυτό φτερά, μονάχα το παγωμένο χιόνι βρισκόταν στη θέση του, σκεπάζοντας όλα ένα γύρω, ακόμα και μέσα στην καρδιά του είχε προχωρήσει η παγωνιά. Ευτυχώς που κάποιος καλόψυχος άνθρωπος είχε αφήσει ένα ροζ υπνόσακκο στο παγκάκι, εκεί όπου συνήθως καθόταν τα μεσημέρια, διαφορετικά θά 'χε αποδημήσει κιόλας στον Παράδεισο.

Κόλαση ήταν η ζωή του ως τα σήμερα και τίποτα δεν έλεγε πως κι αύριο δε θα ήταν το ίδιο. Κάποτε, ναι, ήταν κι αυτός παιδί. Ενα παιδάκι σε μια δυστυχισμένη οικογένεια, όλο προβλήματα και τσακωμούς και μιζέρια. Μεγάλωσε χωρίς να μπορέσει να σπουδάσει, κάνοντας θελήματα σ' ένα μπακάλικο. Ετσι είχε γνωρίσει τα σπίτια με τα τζάκια και τα χαλιά. Εβλεπε τα παιδάκια και τα μάτια του βούρκωναν γιατί κι αυτός παιδάκι ήταν ακόμα. Ενα παιδάκι εβδομήντα τόσων χρονών, μοναχούλι του. Ζούσε σαν τα πετεινά τ' ουρανού, χωρίς σύνταξη, χωρίς άλλο έσοδο εκτός απ' την ελεημοσύνη των περαστικών. Το χέρι ούτε που τ' άπλωνε, ντρεπόταν. Η μορφή του όμως είχε μια γλυκύτητα και όποιος περνούσε τού 'δινε το κατι τις του. Πότε λίγο φαγητό, πότε κανα κέρμα, πότε κανα ρουχαλάκι, κι έτσι περνούσαν οι μέρες μετά το ατύχημα που είχε στην οικοδομή, όπου δούλευε πριν τρία χρόνια. Κουβάλαγε λάσπη στους χτιστάδες, όταν έπεσε η σκαλωσιά και πλάκωσε το χέρι του τ' αριστερό. Ούτε ασφάλεια, ούτε τίποτα. Τον άφησαν σα σκυλί δαρμένο σ' ένα νοσοκομείο και κανείς δεν θέλησε να τον ξαναδεί, μην έχουνε μπλεξίματα.

Οταν βγήκε απ' το νοσοκομείο, ξαναπήγε στη δουλειά, ο εργολάβος όμως ούτε ν' ακούσει για να τον ξαναπάρει. «Είσαι γέρος καημένε και σακάτης. Τι να σε κάνω;» του είπε δίνοντάς του λίγα χρήματα. «Όποτε έχεις ανάγκη, πέρνα να σου δίνω κάτι, αλλά για δουλειά δεν είσαι πλέον». Εβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη κι όταν ξαναπήγε στο γιαπί οι εργασίες είχαν τελειώσει και, πού να τον βρει τον εργολάβο, τον έχασε. Ετσι, έμεινε ένα σαράβαλο που τα μεσημέρια άραζε στα παγκάκια του πάρκου, κι όταν βράδιαζε κουρκουμιαζόταν κάτω απ' τη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου.

«Νά 'ναι καλά ο άνθρωπος που μ' άφησε τούτο το ρούχο» σκέφτηκε και σφίχτηκε πιο καλά μέσα στη ζεστασιά του υπνόσακκου. Εκλεισε ξανά τα μάτια με το πονεμένο βλέμμα και ξαναχάιδεψε το γατί. «Αχ! Μικρούλι μου, μοναχούλι σου κι εσύ και κατατρεγμένο!» ψιθύρισε μεσ' απ' τα λίγα και σαπισμένα του δόντια. «Αντε, να κοιμηθούμε λιγάκι ακόμα, όπου νά 'ναι θα ξημερώσει».

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, το χιόνι είχε στρωθεί για τα καλά, τα σχολεία κλειστά και τα παιδιά, που βγήκαν για να παίξουν χιονοπόλεμο, βρήκαν το χαμογελαστό γέρικο κουφάρι κάτω απ' τη γέφυρα -παγωμένο. Ενα ψωρόγατο νιαούριζε πονεμένα πλάι του. «Ξουτ! Ψωρόγατα!» φώναξε κάποιος, κι αυτό έφυγε τρέχοντας να βρει αλλού την τύχη του.

______________________
ΣΗΜ.1. Χτες, πλακωσε (και σκοτωσε) ο συρμος του ΗΣΑΠ εναν αστεγο. Για αγνωστη αιτια, λυθηκαν τα φρενα και τα βαγονια ορμησαν προς τα εξω αφου γκρεμισαν τον τοιχο του κτιριου του Σταθμου. Λεπτομερειες, εδω: -->>
http://www.capital.gr/news.asp?Details=455522
ΣΗΜ.2. Πρωτη αναρτηση εδω: -->>
http://rodiat3.blogspot.com/2006/01/blog-post_113820079879624765.html

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

ο Θανάσης επιστρέφει νικητής

(συνεχεια απο το προηγουμενο - Παρασκευή, 18 Ιαν. 2008)
Ο κ. διευθυντής είχε προτείνει στο Θανάση να τον κάνει γαμπρό του, να τον παντρέψει με την κόρη του, στοχεύοντας στην αναπαραγωγή του γονιδίου που δημιουργεί τα δώδεκα δάχτυλα. Ηταν φανατικός υποστηριχτής της ιδέας περί του εξαδάχτυλου που θα μας φέρει πίσω την Πόλη, κλπ κλπ, και επιθυμούσε τη συμμετοχή της οικογένειάς του στη πιθανότητα πραγματοποίησης αυτής της ιδέας, την οποία έβρισκε απολύτως εφικτή. Ετσι είναι. Στις διευθυντικές καρέκλες κάθονται αναπαυτικά άνθρωποι με μεγάλες ιδέες.

Ο Θανάσης λοιπόν, μπήκε σώγαμπρος στο σπίτι του κ. Καπούζογλου, αφού φυσικά γνώρισε και παντρεύτηκε μετά από σύντομο αρραβώνα την ωραία Ανθούλα, την κόρη Καπούζογλου και νυν κ. Αθανασίου Μπαχλάκη, αφού εγχειρίστηκε και απώλεσε τα επί πλέον δάχτυλα των χεριών του. Αυτή ήταν η συμφωνία, ο όρος που είχε επιβάλλει ο κ. διυθυντής: Να κόψει τα επιπλέον δάχτυλα. Η δικαιολογία ήταν αληθοφανής, να μη τρομάξει η ωραία Ανθούλα και το υπόλοιπο σόι. Το ζουμί όμως ήταν η αφανής παροχή του γονιδίου του στην οικογένεια, να μην υποπτευθεί κανείς τι κρύβεται πίσω από αυτό τον εσπευσμένο γάμο της κόρης ενός σημαντικού παράγοντα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου με έναν απλό υπαλληλάκο σαν τον Θανάση.

Για να θολώσει τα νερά, ο κ. διευθυντής έχρισε τον Θανάση προϊστάμενο Λογιστηρίου της επιχείρησης και διέδιδε δεξιά και αριστερά ότι πρόκειται για ελπιδοφόρο νέο με Αξίες και Αρχές, αντάξιο διάδοχό του. Η Ανθούλα, απλώς ακολουθούσε τις υποδείξεις του πατρός και ουδείς λόγος της έπεφτε περί γάμου, κ.τ.τ., παρ' όλ' αυτά όμως το Θανάση τον ερωτεύτηκε σφόδρα και σύντομα η κοιλιά της άρχισε να φουσκώνει και μετά την πάροδο εννέα μηνών ακριβώς γέννησε ένα υπέροχο μωρό. Οι ευτυχείς γονείς λάτρεψαν αμέσως το σπλάχνο τους, που ήταν ένα στρουμπουλό κοριτσάκι με επτά δάχτυλα στο αριστερό του χεράκι. Ο δυστυχής παπούς, με βαριά καρδιά, άνοιξε λογαριασμό στη Τράπεζα στο όνομα της μικρής και περίμενε με αγωνία την επόμενη εγκυμοσύνη της κόρης του, η οποία συνέβη σύντομα και ήταν ατελέσφορη όπως και η πρώτη: κοριτσάκι και πάλι, με επτά δάχτυλα στο δεξί του χεράκι.

Η οικογένεια Αθανασίου Μπαχλάκη αριθμούσε τώρα τέσσερα μέλη με σαραντατέσσερα δάχτυλα χεριών, μόνο που τα δάχτυλα ήταν μοιρασμένα λάθος. Ετσι, οι μικρές εγχειρίστηκαν χωρίς αναβολή, για λόγους αισθητικής. Μετά από δυο χρόνια ανάπαυλας, η Ανθούλα ξανάμεινε έγκυος και το υπερηχογράφημα έδειξε αγόρι. Περιττό να ειπωθεί η χαρά του χαζοπαπού κ. Καπούζογλου, ο οποίος άρχισε να κάνει ένα σωρό παρανομίες προς αύξηση του μπάτζετ της επιχείρησης, ώστε να είναι ικανή να χρηματοδοτήσει μια μελλοντική αποστολή στην Πόλη για να την κατακτήσει ο μικρός μόλις θα ενηλικιωνόταν.

Η Ανθούλα γέννησε, αλλά -"άνθρακες ο θησαυρός"- το αγοράκι είχε επτά δάχτυλα σε κάθε πόδι. Το γονίδιο του Θανάση έπαιζε άσχημα παιχνίδια στον κ. διευθυντή, που όμως δεν έχανε το κουράγιο του και περίμενε με αισιοδοξία την επόμενη γέννηση, η οποία δεν άργησε να έρθει. Μετά από δεκαοκτώ μήνες, γεννήθηκε το δεύτερο αγοράκι του ζεύγους, με επτά δάχτυλα στο αριστερό του ποδαράκι. Τότε, ο παπούς έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και ανέλαβε ο Θανάσης το τμήμα εισαγωγών-εξαγωγών της επιχείρησης.

Μετά από αρκετά χρόνια, ο Θανάσης με την Ανθούλα απέκτησαν ένα λόχο παιδιών, θηλυκών και σερνικών, με δάχτυλα πάντα υπεράριθμα αλλά όχι σωστά κατανεμημένα, τα οποία εγχειριζόντουσαν μόλις συμπλήρωναν τα παιδιά το δεύτερο έτος της ηλικίας τους. Ο Θανάσης ανέπτυξε το εμπορικό του δαιμόνιο και, παρά τις αντιρρήσεις του ξεμωραμένου πλέον πεθερού του, η επιχείρηση πρόκοψε εξαιρετικά, ιδίως στην Πόλη, όπου εξήγαγε το 90% των ολοβάμβακων και ολομέταξων προϊόντων της.

«Την πήραμε την Πόλη μπαμπά!» είπε μια μέρα η Ανθούλα στον πατέρα της και κείνος έπεσε ξερός από τη χαρά του. Τον θάψαν με μεγάλες τιμές, κηδεία με δημόσια δαπάνη λόγω της προσφοράς του στην κοινωνία: μια αλυσίδα ξενώνων για κακοποιημένες γυναίκες -σε πανελλαδικό επίπεδο- που είχε χτίσει για να μειώσει τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Πού να ήξερε τι εννοούσε η αγαπημένη του κόρη! Αν μπορούσε να φανταστεί ότι η Πόλη ειχε πλημμυρίσει από μεταξωτές και βαμβακερές μαντίλες ελληνικής παραγωγής, ίσως να είχε αφήσει νωρίτερα το μάταιο τούτο κόσμο...

-->> πρωτη αναρτηση εδω: -->>
http://rodiat4.blogspot.com/2007/09/287.html

__________________
ΣΗΜ. τα ονοματεπώνυμα είναι φανταστικά και ουδεμία σχέση έχουν με τη πραγματικότητα, όπως και ολόκληρη η ιστορία.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2008

περί της φαγούρας του Θανάση - αφιερωμα λογω της ημερας

Είναι Δευτέρα πρωί, κι ο Θανάσης ξυπνά με μια τρομερή φαγούρα στο μουστάκι. Στην αριστερή γωνία. Μισοκοιμισμένος ακόμα, γυρίζει μπρούμυτα και τρίβεται στο μαξιλάρι. Πέρα-δώθε καναδυό φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η φαγούρα ίσα ίσα δυναμώνει. Στρίβει στο αριστερό πλευρό και χρησιμοποιεί το δείκτη του δεξιού χεριού σε ένα απαλό ξύσιμο. Τίποτα. Η φαγούρα απλώνεται σε όλη την έκταση του άνω χείλους. «Να σε πάρει ο διάολος για μουστάκι» μουρμουρίζει κι αποφασίζει να σηκωθεί.

Δεν είναι η συνηθισμένη ώρα που ξυπνά, αλλά δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Πάει γραμμή στο λουτρό, κατούρημα, κοίταγμα στον καθρέφτη του νιπτήρα, πλύσιμο χεριών και προσώπου, βούρτσισμα δοντιών, κινήσεις καθημερινές, ρουτινιάρικες. Η φαγούρα ξεχειλίζει λες από το μουστάκι και απλώνεται προς τα μάγουλα. Τα τρίβει με τις παλάμες του με μανία, πάνω-κάτω, τίποτα, η φαγούρα εξαπλώνεται στο πρόσωπό του όπως ένας λεκές από λάδι σε ύφασμα λινό. Σα να την πίνει το δέρμα του.

Αν και δεν είναι η μέρα του να ξυριστεί -τα γένια του είναι ανοιχτόχρωμα και ξυρίζεται μέρα παρά μέρα- παίρνει τον αφρό και τον απλώνει με προσοχή. Νιώθει μια προσωρινή δροσιά, ηρεμεί για λίγο, όσο να περάσει τη λεπίδα στο πρόσωπό του. Η φαγούρα στα μάγουλα καταλαγιάζει, το μουστάκι του όμως τον φαγουρίζει τόσο που βάζει τα μεγάλα μέσα: Το ξύνει με τα νύχια και των δώδεκα* δαχτύλων του. Το δέρμα κάτω από τον παχύ θύσσανο, χρώματος κοκκινωπού, γίνεται κατακόκκινο κι αυτό. Αποφασίζει να το ξυρίσει και το κοντοκουρεύει με το ψαλιδάκι των νυχιών ώστε να το πιάνει η λεπίδα. Τελειώνει με το ξύρισμα του μουστακιού, «πω πω σαν κόλος έγινε η μούρη μου» λέει από μέσα του, και ρίχνει μπόλικη κολόνια. Τον τσούζει το αλκοόλ, μπερδεύεται το τσούξιμο με τη φαγούρα, πράγμα που τον κάνει να πιστέψει ότι το μαρτύριό του έχει πάρει τέλος.

Αμ δε! Μόλις σκουπίζει τα απομεινάρια του αφρού από τους κροτάφους, η φαγούρα επιστρέφει απειλητική. Δεν περιορίζεται στο άνω χείλος και στα μάγουλα, σκαρφαλώνει από τους κροτάφους και προς το τριχωτό της κεφαλής του. Σκύβει στο νιπτήρα για ένα σύντομο λούσιμο. Ξεβγάζει το σαμπουάν καλά καλά με κρύο νερό και τινάζει τα μαλλιά σα βρεγμένο σκυλάκι. «Αχ, αυτό ήταν!» αναστενάζει με ανακούφιση, αλλά η φαγούρα παραμονεύει. Τώρα κατεβαίνει στο σβέρκο κι από το σβέρκο απλώνεται στους ώμους κι από κεί στην πλάτη και στο στήθος ταυτόχρονα κι ο Θανάσης ανεβοκατεβάζει τα χέρια του όπου προλάβει, δεν ξέρει τι να πρωτοξύσει.

Τα νύχια του γεμίζουν αίμα και τρίχες και συνεχίζει να ξύνει το δέρμα του χωρίς να σκέφτεται ότι το πληγώνει, «μόνο να τελειώσει αυτό το πράγμα να πάω στη δουλειά» σκέφτεται, αλλά "αυτό το πράγμα" δεν τελειώνει με τίποτα. Τηλεφωνεί στον προϊστάμενο πως του έτυχε μια αναπάντεχη δυσκολία και δε θα μπορέσει να πάει σήμερα, μετά στο φίλο του το Νότη, το γιατρό, και κλείνει ραντεβού μετά από μια ώρα, να τον δει ως επείγον περιστατικό. Οσο ντύνεται, η φαγούρα κατακλύζει ολόκληρο το σώμα του. Περνώντας από την κοιλιά και τα οπίσθια, κατεβαίνει προς τους μηρούς γύρω-γύρω, τα γόνατα, τις γάμπες, τους αστραγάλους. Το μόνο απρόσβλητο μέρος μένουν οι πατούσες ευτυχώς, κι έτσι μπορεί να φορέσει παπούτσια και να περπατά.

Ξύνοντας διαρκώς και χωρίς ανάπαυλα το κορμί του, ο Θανάσης φτιάχνει και ρουφά δυο γουλιές καφέ, αν και δεν τον χρειάζεται, μια και η φαγούρα τον έχει ξυπνήσει για τα καλά. Να πάει στο νοσοκομείο με λεωφορείο αποκλείεται. Πώς να σταθεί ανάμεσα σε τόσο κόσμο και να ξύνεται; Να πάρει τη μηχανή του, ούτε λόγος. Θα γκρεμοτσακιστεί πουθενά. Το αυτοκίνητό του δεν κυκλοφορεί σήμερα, αλλά και να κυκλοφορούσε δε θα το ρισκάριζε. Ταξί; Ασε καλύτερα, τι θα πει ο ταξιτζής, θα τον περάσει για κάναν μουρλό. Το νοσοκομείο απέχει τέσσερις στάσεις από το σπίτι του κι έτσι θα πάει με τα πόδια.

Τέσσερις στάσεις λεωφορείου είναι περίπου ένα χιλιόμετρο κι αυτό το χιλιόμετρο, τη σημερνή μέρα, ισοδυναμεί με την άνοδο στο Γολγοθά για το Θανάση. Προχωρεί δυο τρία βήματα και σταματά για να ξυστεί. Δαγκώνει τα χείλια, τινάζει το κεφάλι, σφίγγει τους γλουτούς, κινεί παράξενα τους ώμους τρίβοντας τ' αυτιά, γέρνει μια δεξιά και μια αριστερά τρίβοντας -μια με τό 'να χέρι και μια με τ' άλλο- τις γάμπες, βάζει το δεξί χέρι στην τσέπη ν' ανακουφίσει προσωρινά τ' αχαμνά του, σαν το ανέκδοτο με το κουστούμι του σακάτη δείχνει. Αν και τόσο νωρίς το πρωί δεν κυκλοφορούν αργόσχολοι, μερικοί περαστικοί τον παρατηρούν κουνώντας με συμπόνια το κεφάλι, κι ο Θανάσης δεν σταματά να ξύνεται, να ξύνεται, να ξύνεται, ώσπου φτάνει στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου. Εκεί, ως δια μαγείας, παύει η φαγούρα, όπως ακριβώς αναστέλλονται για λίγο οι πόνοι της γέννας μόλις η επίτοκος φτάσει στην κλινική.

Ξαφνιάζεται ο έρημος, παρόλ' αυτά όμως θα τον δει το γιατρό, πρέπει να του εξηγήσει τι του συνέβει, μη και το ξαναπάθει. Το ραντεβού είναι σε ένα τέταρτο της ώρας και ο Θανάσης το εκμεταλλεύεται για να πιει ένα καφεδάκι στο κυλικείο του νοσοκομείου σαν άνθρωπος. Αγοράζει κι ένα κρουασάν και κάθεται σ' ένα παγκάκι, μελετώντας από μέσα του τα συμβάντα, ώστε να απαριθμήσει ένα προς ένα τα συμπτώματα στο φίλο του το Νότη, το δερματολόγο. Το τέταρτο της ώρας περνά αρκετά αργά, τόσο μεγάλη είναι η απόλαυση αυτού του διαλείμματος. Κάποια στιγμή, αποφασίζει να σηκωθεί και να προχωρήσει προς το ιατρείο. Ο Νότης τον περιμένει με αγωνία γιατί ο φίλος του ο Θανάσης δεν τον έχει ξαναενοχλήσει για θέματα υγείας. Δεν έχει καταλάβει καν ότι πρόκειται για δερματολογικό πρόβλημα, ο Θανάσης του τα μάσαγε στο τηλέφωνο, «έρχομαι να στα πω από κοντά» του είχε πει, κι ο Νότης είχε σκεφτεί πως το τηλεφώνημα του φίλου του θα μπορούσε να αφορά ίσως κάποιον συγγενή του, κάποιο ρουσφετάκι, ή και κάνα θαλασσοδάνειο ακόμα.

Χτυπά την πόρτα, μπαίνει, χαιρετιούνται οι δυο φίλοι, «ποιο είναι το πρόβλημα;» ρωτά ο γιατρός καθισμένος στο γραφείο του, «άστα φίλε μου, που να σου λέω τι έπαθα» απαντά ο Θανάσης, και, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, η φαγούρα ενσκήπτει ξαφνικά και δριμύτερη! Τινάζεται πάνω και αρχίζει να ξύνεται με μανία, ενώ ο γιατρός τινάζεται κι αυτός από την καρέκλα του. Τέτοια περίπτωση δεν του έχει ξανατύχει. Ανοίγει ένα ντουλαπάκι, παίρνει κάτι χάπια, γεμίζει ένα ποτήρι πλαστικό με νερό από το νιπτηράκι, «για πάρε δυο απ' αυτά, να δούμε» λέει και τείνει στο Θανάση το ποτήρι και τα χάπια. Απλώνει ο Θανάσης το χέρι να πιάσει το ποτήρι και «ωπ, τι γίνετ' εδώ;» ρωτά ξαφνιασμένος ο Νότης ο γιατρός, «έχεις έξι δάχτυλα σ' αυτό το χέρι;» και παίρνει πίσω χάπια και ποτήρι.

Ο Θανάσης παρατηρεί το χέρι του το δεξί πρώτα, ύστερα το αριστερό, μετρά τα δάχτυλά του, τα βρίσκει πράγματι δώδεκα και «γιατί, εσύ πόσα έχεις;» ρωτά τον ξαφνιασμένο γιατρό. «Δέκα, όπως όλοι οι άνθρωποι» απαντά ο γιατρός και «για έλα πιο κοντά να εξετάσω αυτό το φαινόμενο» συνεχίζει, ενώ τα μάτια του έχουν πεταχτεί έξω από την κατάπληξη. Ο Θανάσης σταματά για λίγο το ξύσιμο, η φαγούρα φαίνεται να έχει αλλεργία στα ξαφνιάσματα, ενώ ο δερματολόγος τηλεφωνεί στον ορθοπεδικό, λέγοντάς του «παράτα τα κι έλα γρήγορα στο ιατρείο μου στα επείγοντα, συμβαίνει κάτι τι απίστευτο!»

Σε χρόνο μηδέν, που λένε, ο ορθοπεδικός βρίσκεται άναυδος κι αυτός μπροστά στον εξαδάχτυλο Θανάση και του ζητά να βγάλει τα παπούτσια του για να δει πόσα δάχτυλα έχει στα πόδια. Μετρούν όλοι μαζί με προσοχή, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, στο ένα πόδι, άλλα πέντε στο άλλο και «α, γι αυτό δεν σε τρώνε και οι πατούσες σου!» αναφωνεί ο δερματολόγος και ο ορθοπεδικός βιάζεται να συμφωνήσει, ενώ ο Θανάσης δεν εννοεί να καταλάβει ποια είναι η σχέση της φοβερής του φαγούρας με τον αριθμό των δαχτύλων στα χέρια του, ο οποίος ήταν ο ίδιος από την ώρα που γεννήθηκε. Το έκτο δάχτυλο σε κάθε του χέρι, βεβαίως, δεν προστέθηκε στα ξαφνικά σήμερα το πρωί!

Οι δυο γιατροί, μετά από ένα σύντομο συμβούλιο, προτείνουν στο Θανάση μια αγωγή με χάπια και, αν αυτή δεν τελεσφορήσει, να του αφαιρεθούν τα επι πλέον δάχτυλα. «Μια επεμβασούλα είναι, μη φοβάσαι, θα γίνει με τοπική αναισθησία» τον καθησυχάζει ο ορθοπεδικός, «εγώ ο ίδιος θα στην κάνω και θα προτείνω να μη σου κοστίσει τίποτα, αν συναινέσεις να ανακοινώσω την περίπτωσή σου στο διεθνές ετήσιο συνέδριο των ορθοπεδικών» τελειώνει την κουβέντα του και ο φίλος δερματολόγος συνεχίζει «είναι ευκαιρία Θανάση μου, σκέψου το, θα σου έλεγα μάλιστα να μην επιβαρύνεις καν τον οργανισμό σου με χάπια αλλά να εγχειριστείς αμέσως».

Ο Θανάσης, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν συμπαθεί τα μαχαίρια και μάλιστα χωρίς να το σκεφτεί λιγουλάκι, έτσι αποφασίζει την πρώτη περίπτωση με τα χάπια, οπότε ο Νότης του ξαναδίνει τα αντισταμινικά που είχε βγάλει λίγο πρωτύτερα από το ντουλαπάκι και η φαγούρα υποχωρεί αρκετά, τόσο που ο Θανάσης αποφασίζει στη συνέχεια να πάει στη δουλειά του. Χαιρετά με ανακούφιση τους γιατρούς σωτήρες του, φεύγει από το νοσοκομείο, παίρνει το τρόλλεϊ και βρίσκεται στην υπηρεσία του. Η φαγούρα κοντεύει να γίνει ανάμνηση.

Μόλις μπαίνει στο γραφείο, αρχίζουν τα κρυφομιλήματα και τα χαχανητά. Δεν αργεί να καταλάβει τι συμβαίνει, έχει ξυρίσει το μουστάκι και το πρόσωπό του είναι αλλαγμένο, σίγουρα περί αυτού πρόκειται. Καλημερίζει χωρίς πολλά πολλά, κάθεται στη θέση του και ξεκλειδώνει τα συρτάρια του γραφείου του, όταν η κυρία Καπούζογλου λέει «με όλο το θάρρος, τι έγινε κύριε Θανάση το μουστάκι σας, το έφαγε η γάτα;» βέβαιη ότι η φράση της είναι μια φράση η οποία υποδηλώνει εξυπνάδα, κοιτάζοντας παράλληλα προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις για να λάβει υποστήριξη στο ανόητο χιούμορ της. Αντιπαρερχόμενος την κρυάδα, ο Θανάσης τη ρωτά με τη σειρά του «αλήθεια, ξέρετε πόσα δάχτυλα έχω στα χέρια μου;» και «φυσικά δέκα, όπως όλοι οι άνθρωποι, τι ερώτηση!» απαντά η κυρία Καπούζογλου χαχανίζοντας «εκτός αν εννοείται και κάποιο άλλο δάχτυλο» συνεχίζει δήθεν πονηρά.

Η κυρία Καπούζογλου δεν είναι καθόλου κυρία, αν και παντρεμένη εδώ και πέντε χρόνια με τον κύριο διευθυντή της υπηρεσίας. Είναι το καρφί του κυρίου διευθυντή, αυτό το ξέρουν όλοι στο γραφείο, και παίζει το ρόλο της εύθυμης και καλοπροαίρετης τάχα, ενώ από πίσω δεν διστάζει να τα χώνει σε όλους. Ο Θανάσης νιώθει μια γλυκειά ικανοποίηση που θα την κάνει σε λίγο να χάσει το χρώμα της. «Για μετρήστε τα λοιπόν, αν είστε περίεργη βεβαίως, να δούμε, είναι ή δεν είναι δέκα;» της λέει τείνοντας και τα δυο του χέρια στο ύψος των ματιών της και η κυρία Καπούζογλου βάζει μια τσιρίδα και πέφτει ξερή στο πάτωμα. Σε στρίψη ματιού, όλοι οι υπάλληλοι τρέχουν να μετρήσουν τα δάχτυλα των χεριών του Θανάση, αντί να συνεφέρουν την κυρία Καπούζογλου, η οποία στο μεταξύ συνέρχεται μόνη της και, οπωσδήποτε, θα τους ανταποδώσει με πρώτη ευκαιρία την αδιαφορία τους για το άτομό της.

Οταν σε δέκα λεπτά μπαίνει ο κύριος διευθυντής αναστατωμένος από το σούσουρο που ακούγεται ίσαμε τον επάνω όροφο, όπου βρίσκεται το γραφείο του, και βλέπει το Θανάση ανεβασμένο σε μια καρέκλα να μουτζώνει δεξιά κι αριστερά και όλο το προσωπικό της υπηρεσίας να κοάζουν μαζί του εν χορώ «πάρε έξι!» και «πάρε δώδεκα!» κοντεύει να πάθει συμφόρηση. Βλέπει και τη σύζυγό του να κάθεται σαν ξέπνοη παράμερα και το εγκεφαλικό είναι στο δρόμο. «Απολύεσαι! Τώρα! Μάζεψτα και τράβα!» κραυγάζει θέλοντας να ισορροπήσει με τις κραυγές τη δειλία και την αδυναμία του, πιθανότατα και το μικρό του τσουτσούνι, καθώς η κυρία Καπούζογλου «μπράβο Μενέλαε» και «μπράβο κύριε διευθυντά μου» του λέει, «αλλά μέτρα και τα δάχτυλα του Θανάση μας» προσθέτει για να του βγει από πάνω, ο κύριος διευθυντής τα μετρά, τα ξαναμετρά και αυτομάτως ηρεμεί.

Είναι η πρώτη φορά που τα δώδεκα δάχτυλα του Θανάση δρουν ως ηρεμιστικό. Ισως και η τελευταία, γιατί μετά την πρόταση που του κάνει κατ' ιδίαν ο κύριος διευθυντής, ο Θανάσης αποφασίζει να πάει να κόψει τα περισσευούμενα.

------------------
ΣΗΜ.1. η λέξη "δώδεκα" γράφτηκε τυχαία και όταν πρόσεξα αυτό το λάθος αποφάσισα να το αφήσω και να μη το διορθώσω, έτσι η ιστορία οδηγήθηκε μόνη της προς τη δική της συνέχεια και το δικό της τέλος, αποφάσισε δλδ το κείμενο αντί για μένα προς τα πού θα πάει -πράγμα που μου συμβαίνει συχνά, χωρίς να βρίσκω κάποια εξήγηση γι αυτό.

-->> πρωτογραφτηκε εδω: -->>
http://rodiat4.blogspot.com/2006/11/183.html