Σελίδες

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

Οι μαύρες κουκούλες της εξουσίας

Οταν τα όργανα της εξουσίας νιώθουν την ανάγκη να κρύψουν κάποια αυθαιρεσία καταφεύγουν στην κουκούλα. Μέχρι σήμερα γνωρίζουμε την κουκούλα του δημίου και του καταδότη. Τώρα μάς ζητούν να συνηθίσουμε και την κουκούλα του αστυνομικού. Κι όπως τότε, έτσι και τώρα, η κουκούλα αποκαλύπτει περισσότερα απ' όσα σκεπάζει.

Οταν η αστυνομία βγαίνει στην παρανομία

Οι κουκουλοφόροι Ράμπο της Ελληνικής Αστυνομίας που έδρασαν στον τσιγγάνικο καταυλισμό του Ασπρόπυργου δέχτηκαν τα πυρά σύσσωμης της κοινής γνώμης, της βουλής και των μέσων ενημέρωσης. Κοινός παρονομαστής της κριτικής, η καταφανής υπερβολή: οπλισμένοι σαν αστακοί και γεροδεμένοι άνδρες, εναντίον ανυπεράσπιστων και άοπλων νεαρών, γέρων, γυναικών, παιδιών. Ομόφωνη υπήρξε η διαπίστωση ότι αυτές οι ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας προορίζονται για άλλους στόχους, και συνεπώς ότι το "σφάλμα" εντοπίζεται στη χρήση των κουκουλοφόρων ΕΚΑΜ και όχι απλών αστυνομικών για τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Ομως τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς. Η οργάνωση των ειδικών αστυνομικών δυνάμεων μπορεί να προπαγανδίζεται σ' όλες τις χώρες ως αναγκαία για την πάταξη της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά στην πράξη οι αρχές καταφεύγουν σ' αυτές κάθε φορά που απαιτείται κάποια ενέργεια εντυπωσιασμού. 


Γι' αυτό το λόγο δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει η επιχείρηση του Ασπρόπυργου. Τόσο εύκολα ξεχάσαμε την παρόμοια επιδρομή στο Βληχό των Μεγάρων πριν από τέσσερα χρόνια (28.1.1992); Ο σχεδιασμός ήταν ταυτόσημος, η κάμερα και πάλι παρούσα. Και μάλιστα τότε δεν υπήρχε καν το επιχείρημα-άλλοθι του πρωινού αιματηρού επεισοδίου, κατά το οποίο τραυματίστηκε ένας αστυνομικός. Η επίθεση των ΕΚΑΜ ήταν απροειδοποίητη και απρόκλητη.


Από τη δεκαετία του '60 οι αστυνομίες των προηγμένων δυτικών κρατών αρχίζουν να εκσυγχρονίζονται. Κάτω από διάφορα ονόματα, συγκροτούνται ειδικά τμήματα αστυνομικών, τα οποία έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι δεν υπόκεινται στην κλασική ιεραρχία του σώματας. Είναι τα SWAT (Special Weapons And Tactics, Ειδικά όπλα και τακτική) στις ΗΠΑ, το GSG-9 (Grenzschutzgruppe 9, Ομάδα προστασίας συνόρων 9) στη Γερμανία, το GIGN (Groupe d' Intervention de la Gendarmerie Nationale, Ομάδα Επέμβασης της Εθνικής Χωροφυλακής) στη Γαλλία. Οι ίδιες μονάδες κατά καιρούς μετασχηματίζονται σε νέα σώματα και παίρνουν άλλα ονόματα. Οι διάκρισή τους από τα καθαρώς στρατιωτικά σώματα είναι ασαφής. Αλλωστε όλα έχουν σαν πρότυπo την ιστορική βρετανική στρατιωτική μονάδα SAS (Special Air Service).


Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των σωμάτων είναι η απόλυτη ανωνυμία των ανδρών που τα στελεχώνουν. Η κουκούλα -ή καλύτερα η μπαλακλάβα- είναι μέρος της στολής. Ολες οι ενέργειές τους καλύπτονται πίσω από τη μάσκα. Η γαλλική Le journal du dimanche παρουσίαζε στις 10.4.1988 την ομάδα RAID (Recherche, Assistance, Intervention, Dissuasion) της αστυνομίας με το εύγλωττο παρατσούκλι "οι μαύροι πάνθηρες". "Με τη μαύρη μεταξένια κουκούλα τους, με τη μαύρη στολή τους, με το γιαλιστερό τους όπλο, με το ρεβόλβερ .357 μάγκνουμ, προκαλούν ασφαλώς τον τρόμο." Κατά την εφημερίδα, "η μαύρη μεταξένια κουκούλα που καλύπτει πάντοτε τους άνδρες του RAID κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεών τους έχει δύο στόχους: αφενός να εξασφαλίζει την ανωνυμία των αστυνομικών και αφετέρου να τρομοκρατεί τον αντίπαλο χάρη σ' αυτό το στιλ Φαντομά". Αυτή η ερμηνεία μοιάζει προφανής. Ομως για ποιο λόγο απαιτείται η ανωνυμία, αν οι αντίπαλοι είναι τόσο εξωκοινωνικά στοιχεία, όπως απαιτεί ο λόγος θέσπισης των ειδικών τμημάτων; Και ποιος είναι αυτός ο επαγγελματίας τρομοκράτης ή εγκληματίας που θα επηρεαζόταν ψυχολογικά από την εξωτερική εμφάνιση και τα ουρλιαχτά του αντιπάλου του;


Στην πραγματικότητα η μάσκα-κουκούλα επιβάλλεται στις ειδικές δυνάμεις επειδή αυτές ζουν και δρουν σε ένα καθεστώς "νόμιμης παρανομίας". Η ανωνυμία τους δεν τους προφυλάσσει τόσο από το ενδεχόμενο αντεκδίκησης, όσο από τον ίδιο το νόμο που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά είναι αδύνατον να τους καταλογισθούν ευθύνες. Στις 6 Μαρτίου του 1988 μια ομάδα του βρετανικού SAS δολοφόνησε στο Γιβραλτάρ τρία μέλη του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού χωρίς καμιά προειδοποίηση. Οπως έγινε γνωστό, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν πληροφορίες για κάποια μελλοντική επιχείρηση του IRA, και κατέφυγαν σ' αυτή την "προληπτική" αντιτρομοκρατική πράξη. Τέσσερα μέλη του βρετανικού κομάντο κλήθηκαν να δώσουν λόγο στη δικαιοσύνη. Παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο με τις μάσκες τους και ελλείψει στοιχείων απαλλάχθηκαν. Κανείς δεν μπορεί σήμερα να μας βεβαιώσει ότι αυτοί που κάθισαν στο εδώλιο είχαν πράγματι πάρει μέρος στην επιχείρηση. Το δικαστήριο στηρίχθηκε στη μαρτυρία ενός ανώνυμου αξιωματικού! Μ' άλλα λόγια, η κουκούλα απαλλάσσει τον αστυνομικό από οποιοδήποτε δικαστικό έλεγχο της δράσης του.


Απ' αυτή την άποψη η κουκούλα παρέχει στο όργανο τον τύπο της ανωνυμίας που του προσφέρει και η πολιτική περιβολή. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι τα ΜΕΑ και τα ΕΚΑΜ είναι μονάδες με πολλά κοινά στοιχεία. Η πολιτική περιβολή προστατεύει όμως μέχρις ενός ορισμένου σημείου. Οταν οι αστυνομικοί με τα πολιτικά επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο, τότε κινδυνεύουν από τη μαρτυρία της τηλεοπτικής και της φωτογραφικής κάμερας. Αυτό συνέβη με τον αστυνομικό Β. Αθανασόπουλο που ποδοπάτησε και τραυμάτισε βαριά τη διαδηλώτρια Μέλπω Κορωναίου τον περασμένο Απρίλιο. Η "Ελευθεροτυπία" είχε τότε δημοσιεύσει το επιβαρυντικό ντοκουμέντο, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης να επιβάλει στον "ατακτήσαντα" τρίμηνη διαθεσιμότητα.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος. Κατά την επίσκεψη του Πάπα στην Ουτρέχτη τον Απρίλιο του 1986 οι ειδικές δυνάμεις με πολιτική περιβολή συνέλαβαν κάποιους διαδηλωτές. Στο δικαστήριο του Αμστερνταμ οι μαρτυρίες των αστυνομικών έφτασαν χωρίς ονόματα, μόνο με αριθμούς: "Ο υπ. αρ. 35 καταθέτει ότι..." Παρά την πίεση του δικαστηρίου, οι αρχές δεν αποκάλυψαν τα ονόματα των "οργάνων". Μπορεί κανείς να φανταστεί πού μπορεί να οδηγήσει η αποδοχή της ανώνυμης μαρτυρίας.


Οσο για την εκφοβιστική επίδραση της κουκούλας, αυτή ισχύει ασφαλώς όταν πρόκειται για επιδρομή σε τσιγγάνικο καταυλισμό ή για αντιμετώπιση νεολαιίστικης διαδήλωσης ή ακόμα και έλεγχο σε ένα τυχαίο αυτοκίνητο. Επιδιώκεται μάλιστα να συνηθίσουν οι πολίτες στη μορφή του μασκοφόρου αστυνομικού. Χαρακτηριστικό είναι το ρεπορτάζ που μετέδωσε από την Σάντα Ανα της Καλιφόρνιας το Ασοσιέτεντ Πρες στις 11.7.1988: "Οι κάτοικοι της ναρκοκρατούμενης Μπροκ Στριτ δεν αναρωτιούνται πλέον για τους μασκοφόρους άνδρες που περιπολούν κάθε μέρα. 'Νίνζα! Νίνζα!' φωνάζει ένας νεαρός. Οι άνδρες είναι μέλη του εξαμελούς τμήματος καταπολέμησης των ναρκωτικών. Από τον Ιανουάριο, οι αστυνομικοί -όταν δεν κυκλοφορούν με πολιτικά- φορούν αυτές τις μάσκες που συμβολίζουν τους δολοφόνους της φεουδαλικής Ιαπωνίας, για να προστατεύσουν την ταυτότητά τους. Οι μάσκες, μαύρες κουκούλες με μια σχισμή μόνο για τα μάτια, προκάλεσαν την προσοχή των παιδιών. Τώρα, βλέπουν τους νίνζα σαν ήρωες. 'Είναι εντάξει οι νίνζα', λέει ο 12χρονος Σάμουελ Σάντσεθ. 'Είναι σκληροί, μοιάζουν με ληστές, αλλά είναι νίνζα, είναι αστυνομικοί'. Κι ο 6χρονος αδελφός του θέλει να γίνει νίνζα".


Η ειδυλλιακή αυτή περιγραφή του ειδησεογραφικού πρακτορείου δεν επιβεβαιώνεται από τη διεθνή δράση των μασκοφόρων αστυνομικών. Καταγγελίες απ' όλο τον κόσμο πιστοποιούν το αντίθετο: η μάσκα οδηγεί τους αστυνομικούς στην ασυδοσία:
* "Το μόνο που είδαμε ήταν κορμιά να πετάνε μέσα από τα παράθυρα. Οι αστυνομικοί φορούσαν χακί και είχαν μαύρες μάσκες για να φαίνονται μόνο τα μάτια τους." (Περιγραφή μιας συνηθισμένης επιδρομής σε σπίτι του Λος Αντζελες για τη σύλληψη υπόπτου. Τελικά ο ύποπτος ήταν αθώος και κάποιος άλλος πολίτης τραυματίστηκε θανάσιμα. Los Angeles Times, 22.4.1988).
* "Εξι μασκοφόροι αστυνομικοί επέδραμαν στο σπίτι μου την ώρα που έλειπα σε μια επίσκεψη με τον 7χρονο γιο μου. Δεν υπάρχει καμιά κατηγορία εναντίον μου." (San Francisco Chronicle, 2.5.1989).
* "Καθόμουν ήσυχος και τα 'πίνα σε μια παμπ, όταν ξαφνικά έπεσαν επάνω μου οπλισμένοι μασκοφόροι αστυνομικοί". (Ο 35χρονος άγγλος Πάτρικ Μαγκί αφέθηκε την επομένη ελεύθερος. The Daily Telegraph, 21.4.1992).
* "Στις δύο μετά τα μεσάνυχτα καμιά 50αριά μέλη των ειδικών δυνάμεων επέδραμαν σε μια κατοικία, ρίχνοντας φωτοβολίδες και πυροβολώντας γύρω τους". (Πίστευαν ότι θα έβρισκαν όπλα, αλλά είχαν λάθος πληροφορίες, Der Spiegel, 13.6.1994).


Η εμφάνιση λοιπόν των κουκουλοφόρων τμημάτων σημαδεύει μια νέα περίοδο της αστυνομικής οργάνωσης. Επειδή το κράτος δικαίου επέβαλε συγκεκριμένους περιορισμούς στον παλιό αστυνομικό (υποχρέωση τήρησης μιας αυστηρής διαδικασίας κατά τη σύλληψη ή την έρευνα, υποχρέωση στολής με διακριτικά, επώνυμη παρουσία), ήρθαν τα νέα τμήματα που υποτίθεται ότι προορίζονται για τον "ανορθόδοξο" και "μέχρις εσχάτων" πόλεμο με την τρομοκρατία. Στην πραγματικότητα αυτός ο πόλεμος στρέφεται, όπως είδαμε, εναντίον όλων των πολιτών. Εκτός κι αν όλες αυτές οι θεαματικές επιδρομές σε αδύναμους στόχους απαιτούνται για να διατηρούν τους κουκουλοφόρους σε φόρμα.


Χωρίς διακριτικό

Μόλις κόπασαν οι διαμαρτυρίες για την ρατσιστική επίθεση των κουκουλοφόρων ειδικών δυνάμεων στον τσιγγάνικο καταυλισμό στον Ασπρόπυργο, τα πράγματα ξαναπήραν την κανονική τους μορφή. Για τη χρήση της κουκούλας και την απουσία διακριτικών κατά τις επιδρομές των ανδρών των ΕΚΑΜ, δεν γεννάται θέμα! Ο υπουργός Κ. Γείτονας, αν και συντετριμμένος επειδή "έγιναν υπερβάσεις και εκτυλίχθηκαν σκηνές αγριότητας και βίας κατά Ελλήνων πολιτών, των αθιγγάννων", δεν θέλησε τελικά να θίξει τα δικαιώματα των κουκουλοφόρων υφισταμένων του. "Γιατί είναι απαραίτητο οι αστυνομικοί στις επιχειρήσεις τους να φορούν κουκούλες και να έχουν αυτό τον ειδικό εξοπλισμό, όταν πηγαίνουν στον τσιγγάνικο καταυλισμό;" ρωτούσε ευλόγως ο βουλευτής του ΚΚΕ Δήμος Κουμπούρης. "Μπορεί η ασφάλεια όσων επιχειρούν να επιβάλλει κάποια μέτρα, αλλά η κάλυψη του προσώπου και η αφαίρεση των στοιχείων των οργάνων της τάξεως παραπέμπει σε άλλη εποχή. Σημαίνει και κάποια ασυδοσία δράσεως των οργάνων, εάν μπορούν να έχουν καλυμμένο το πρόσωπο και να μην μπορεί κανείς να καταγράψει τα στοιχεία τους", σημείωνε ορθότατα ο Απόστολος Κακλαμάνης. "Υπάρχει διεθνής πρακτική για τέτοιες δυνάμεις και για λόγους ασφαλείας των ανδρών έναντι αντεκδικήσεων πρέπει να υπάρχει κάλυψη των προσώπων. Υπάρχει Κανονισμός, δηλαδή εφόρεσαν τις κουκούλες βάσει κανονισμού", ομολογούσε ο υπουργός Δημόσιας Τάξης στη Βουλή (1.3.96).


Πράγματι, η ιδέα της συγκρότησης των μονάδων κομάντος στην Ελληνική Αστυνομία ήταν εισαγόμενη (επιβεβλημένη από τους συμμάχους μας ίσως) και συνταγματικά οριακή. Οι 100 περίπου άνδρες των ΕΚΑΜ που υποτίθεται ότι προπονούνται καθημερινώς -εδώ και μια δεκαετία- στην Αμυγδαλέζα για κάποιες φοβερές αποστολές, εξαρχής είχαν "λυμένα τα χέρια τους", όχι μόνο για να αντιμετωπίσουν τους στυγερούς εγκληματίες, αλλά και για να παρακάμψουν τα δικαιώματα των πολιτών. "Υπάρχει ένα δομικό πρόβλημα", υπογραμμίζει ο συνταγματολόγος Ανδρέας Λοβέρδος. "Εφ' όσον εκρίθη αναγκαίο να υπάρχουν αυτές οι ειδικές μονάδες, θα έφτανε κάποτε η ώρα να πληρώσουμε και τις παρενέργειές τους. Οταν επιλέγεις να πάρεις τη μορφή και τις μεθόδους του αντιπάλου σου, του κακοποιού, για να τον κτυπήσεις, είναι επόμενο να κινηθείς και συ εκτός των ορίων της νομιμότητας. Τα γεγονότα στον τσιγγάνικο καταυλισμό έδειξαν ότι μια διωκτική εκδήλωση μπορεί να μετατραπεί σε κοινή αλητεία. Ειδικά όταν ευδοκιμεί και αναπτύσσεται η ιδέα της συλλογικής ευθύνης του 'αντιπάλου'".


Δύο διαδικασίες αναζήτησης ευθυνών έχουν δρομολογηθεί. Η Αστυνομία διεξάγει την κλασική ΕΔΕ της και ένας εισαγγελέας ερευνά το ποινικό μέρος. Τι θα βρουν όμως; "Τα καλυμμένα πρόσωπα και η απουσία των διακριτικών δεν αφαιρούν μόνο από τους πολίτες το δικαίωμα άμυνας και ελέγχου των αυθαιρετούντων οργάνων, αλλά και υπηρεσιακά δεν μπορούν να αποδοθούν ευθύνες, όπως προβλέπεται από το νόμο. Κάτω από έκρυθμες περιστάσεις, χάνεται κάθε περιθώριο άμυνας, κοινωνικής και ατομικής. Μπαίνουν σπίτι σου, σε δέρνουν, σου παίρνουν πράγματα και συ δεν ξέρεις για ποιους πρόκειται", μας εξηγεί ο κ. Λοβέρδος.


Θεωρητικά βεβαίως η ηγεσία της Αστυνομίας, όπως και ο πολιτικός της προϊστάμενος αλλά και ολόκληρη η κυβέρνηση, έχουν κατά νόμο ευθύνες όταν εξαπολύουν τους ασύδοτους κουκουλοφόρους τους. Εκείνοι έχουν την υποχρέωση να πείσουν την κοινωνία ότι λειτουργούν σύμφωνα με το δικαιοκρατικό σύστημα και η κοινωνία με τους συλλογικούς θεσμούς της έχει την υποχρέωση -και το δικαίωμα- να ζητά να αποδοθούν ευθύνες. "Αυτό το σύστημα οργάνωσης της ευθύνης και των κυρώσεων, κατατείνει στον περιορισμό του οργάνου της τάξεως από την παραβίαση της διακριτικής του ευχέρειας. Στα όρια της διακριτικής ευχέρειας της ηγεσίας της αστυνομίας ήταν να εκτιμήσει αν πρέπει να πάει η ειδική μονάδα με αυτή την αμφίεση και τη μέθοδο στον Ασπρόπυργο ή όχι. Στα όρια της αρμοδιότητας της κοινωνίας και όλης της ιεραρχίας είναι να αποδοθούν οι ευθύνες. Η αλυσίδα των ευθυνών που δημιουργεί ένα τέτοιο περιστατικό, και κυρίως οι πολιτικές ευθύνες που αποκρυσταλλώνονται, είναι η κοινωνική άμυνα, η δική μας άμυνα απέναντι στον κίνδυνο μετατροπής των σωμάτων ασφαλείας σε κοινούς κουκουλοφόρους", συμπληρώνει ο συνομιλητής μας.


Μπάτσοι, γορίλες...

Η ριζοσπαστικότερη εκδοχή κουκούλας στην ιστορία της αστυνομίας δοκιμάστηκε πριν από δύο χρόνια στο Μαϊάμι σε μια επιχείρηση που στέφθηκε μεν από απόλυτη επιτυχία, πλην όμως ξεσήκωσε θύελλα συζητήσεων σχετικά με τα όρια μεταμφίεσης των αστυνομικών οργάνων. Γιατί είναι αλήθεια ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω αποστολής που ονομάστηκε με τον κωδικό "Επιχείρηση Κίκι", ο αστυνόμος-δόλωμα το τράβηξε περισσότερο από ό,τι είθισται: Διάλεξε μια πετυχημένη αποκριάτικη στολή γορίλα, έκανε τις σωστές κινήσεις χτυπώντας τα χέρια στο στήθος και περίμενε το θύμα του μέσα σε ένα κλουβί γεμάτο από αληθινά περιττώματα γορίλα.


Η σκηνή, όπως την περιγράφουν οι "Λος Αντζελες Τάιμς" (18.5.94), εκτυλίχθηκε σε ένα μικρό και παράμερο αεροδρόμιο του Μαϊάμι. Στο σημείο αυτό κατέφθασε στις 25 Ιανουαρίου 1994 ο Βίκτορ Μπέρναλ, διεθυντής μεξικανικών ζωολογικών κήπων, συνοδευόμενος από πράκτορες της Υπηρεσίας Προστασίας Αγρίων Ειδών που του είχαν παρουσιαστεί ως έμποροι ζώων, προκειμένου να αγοράσει παράνομα ένα νεαρό γορίλα και να τον φυγαδεύσει στη χώρα του. Ο Μπέρναλ έμεινε ικανοποιημένος από τον ετοιμοπαράδοτο γορίλα που του έδειξαν κι έβγαλε να πληρώσει τα συμφωνημένα 92.500 δολάρια για να τον αποκτήσει. Την ίδια στιγμή, ο γορίλας άνοιξε το κλουβί και πετάχτηκε έξω. Ο επίδοξος αγοραστής άρχισε να ουρλιάζει και το έβαλε στα πόδια. Και άργησε πολύ να συνέλθει, παρόλο που ο γορίλας είχε βγάλει τη μάσκα του και του έδειχνε επί ώρα την αστυνομική του ταυτότητα.


Το δικαστήριο που εξέτασε την υπόθεση κλήθηκε να απαντήσει κατά πόσον είναι θεμιτές οι ενέδρες που καταφεύγουν στη μεταμόρφωση ενός αστυνομικού σε γορίλα. Και απάντησε θετικά, αγνοώντας τις κραυγές της υπεράσπισης που, απ' ό,τι φάνηκε, επέλεξε το λάθος επιχείρημα: "Εδώ καθημερινά μαχαιρώνουν, βιάζουν και ληστεύουν τον κόσμο στους δρόμους", υποστήριξε ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του ο συνήγορος του Μπέρναλ Ντόναλντ Μπίρμαν, "και η αστυνομία απασχόλησε επί ημέρες δεκαέξι πράκτορές της και έναν ακόμη τον έκανε γορίλα προκειμένου να πιάσει επ' αυτοφώρω έναν διακεκριμένο ξένο που -σε τελευταία ανάλυση- δεν επιδίωξε τίποτα περισσότερο από το καλό του ζώου".

(Ελευθεροτυπία, 17/3/1996)

_____________

ΣΗΜ.  η 2η σελίδα εδώ: http://www.iospress.gr/ios1996/ios19960317b.htm

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021

η ανώνυμη γυναίκα του Μασίστη

οι ιστορίες του Ηρόδοτου είναι γεμάτες από αρχαία ονόματα και τοπωνύμια, αλλά υπάρχει και μια γυναίκα ανώνυμη, η γυναίκα του Μασίστη, του αδερφού του Ξέρξη. Η γυναίκα αυτή αναφέρεται ως ωραία και γλυκειά, και υποθέτω ότι θα ήταν και καλή σύζυγος, μια και ο άντρας της την υπεραγαπά. Ελα όμως που την ερωτεύτηκε ο Ξέρξης και, μια και δεν του καθότανε, για να τη φέρει πιο κοντά του πάντρεψε την κόρη του ζεύγους και ανηψιά του, την Αρταΰντη (τι χαριτωμένο ονοματάκι!), με το γιο του το Δαρείο. 
 
Μη σου φανεί παράξενο που γίνανε με τη μία τα αδέρφια (Ξέρξης και Μασίστης) συμπέθεροι, έτσι γινότανε τότε στην Ασία. Αλλωστε, η ενδογαμία είναι συνηθισμένη στα σπουδαία σόγια ακόμα και σήμερα που οι βασιλικές οικογένειες έχουν συγγενική σχέση μεταξύ τους, μη τυχόν χαλάσει το γαλάζιο του αίματος.
 
Μόλις πήγε η νυφούλα στο βασιλικό παλάτι, η μάνα της η ωραία και γλυκειά αλλά ανώνυμη, έμεινε στα αζήτητα. Μετά από μια ηλίθια παρεξήγηση, η γυναίκα (και ξαδερφούλα) του Ξέρξη, η Άμηστρις (τι όνομα κι αυτό!) έβαλε στο νου της ότι ο άντρας της την απατούσε με την ανώνυμη, πού να πάει ο νους της ότι ο γερο-Ξέρξης ζαχάρωνε την μικράν! Ετσι, απαίτησε απο τον άντρα της και παντοδύναμο βασιλέα να της παραδώσει τη συμπεθέρα στα χέρια της. Πού να βάλει ο νους των αντρών (του Ξέρξη και του Μασίστη δηλαδή) το μέγεθος της πανουργίας που η τρελλή ζήλεια γεννάει.. 
 
Η Άμηστρις υποδέχτηκε την ανώνυμη γυναίκα και την πετσόκοψε κανονικά, κομματάκια την έκανε την αθώα και ανίδεη. Σπλάττερ σκέτο και χειρότερο. Τέτοια ανατριχιαστικά γράφει ο Ηρόδοτος και σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Αναρωτιέμαι όμως, γιατί δεν αναφέρει το όνομα της σφαγμένης γυναίκας; Αποκλείεται να μη το ήξερε, σκέφτομαι. Ισως για να ξορκίσει το κακό; Ισως για να μείνει η ιστορία αυτή μονάχα ωσάν καταγγελία; Από την άλλη όμως, σκέφτομαι πάλι, μήπως με παρόμοιες ιστορίες διασκέδαζαν εκείνα τα χρόνια; Επειδή όλες σχεδόν οι ιστορίες του έχουν μια γερή δόση ανατριχίλας...
____
Ψάχνοντας για εικόνες του Ξέρξη, πέτυχα μια ενδιαφέρουσα διπλωματική εργασία-->> http://ikee.lib.auth.gr/record/136102/files/GRI-2015-14042.pdf

η Ιστορία του Πολυκράτη και το συμπέρασμα

ας πούμε σήμερα δυο λογάκια για τον Πολυκράτη, τον Τύραννο της Σάμου, και μη νομίζεις ότι η λέξη "τύραννος" είχε την απαίσια σημασία που (έφτασε να) έχει σήμερα. Ο Τύραννος ήταν απλώς ο αρχηγός μιας πόλης (χώρας θα λέγαμε σήμερα) και πότε ήτανε καλός (συχνότατα) και πότε απαίσιος και μάλλον από τους κακούς Τυράννους η λέξη πήρε το τωρινό της νόημα. Ο Πολυκράτης λοιπόν, ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος και συνετός κυβερνήτης, αλλά πάνω απ' όλα ήτανε πολύ τυχερός! τού τρέχανε τα πράγματα, που λένε. Να σκεφτείς ότι ο φίλος του ο Αμασης, ο βασιλέας της Αιγύπτου, τρόμαξε μη σύρει κατά πάνω του ο Πολυκράτης το φθόνο των Θεών, γιατί τότε, στα παλιά τα χρόνια, οι Θεοί ήτανε πολύ φθονεροί: δεν αντέχαν να υπάρχουν θνητοί ευνοημένοι τόσο πολύ από την Τύχη που ήταν ανεξάρτητη θεότητα και δεν χαριζότανε μονάχα στους Θεούς, όπως γίνεται σήμερα που αυτή η Κυρία κατσικώθηκε στα Β.Π. και σε ορισμένα νησάκια και δε λέει να το κουνήσει από κει!

Εστειλε γράμμα και γραφή λοιπόν ο Αμασης στον Πολυκράτη με την προτροπή να πετάξει από πάνω του ό,τι πολυτιμότερο είχε, να στερηθεί δηλαδή κάτι αγαπημένο, μπας και γλιτώσει το θεϊκό φθόνο. Ο Πολυκράτης, που εκτιμούσε τη γνώμη του φίλου του, τήρησε τη συμβουλή κατά γράμμα. Μπήκε σε ένα από τα (πολλά) καράβια του, ανοίχτηκε στα βαθειά, έριξε μεσοπέλαγα (με πόνο ψυχής και χύνοντας αφθονα δάκρυα) το πολυτιμότερο και πολυαγαπημένο δαχτυλίδι του, και γύρισε στο νησί του.
Ελα όμως που ένας ψαράς που ψάρευε μια μέρα στ' ανοιχτά, πέτυχε να ψαρέψει ένα φοβερό ψάρι, τόσο όμορφο και τεράστιο, που ήταν αντάξιο μόνο για βασιλικό γεύμα, κι έτσι το πήγε κατευθείαν στο Παλάτι αντί να πάει να το πουλήσει στην Αγορά. Οι Αγορές, βλέπεις, ήταν υποδεέστερες ακόμα εκείνη την εποχή, δεν είχαν καν στο νου τους να καπελώσουν τις άλλες εξουσίες. 
 
Παίρνει λοιπόν ο βασιλικός σεφ την ψαρούκλα, της βάζει ένα κάρρο μυρωδικά, την ψήνει στα κάρβουνα και τη σερβίρει στον Πολυκράτη. Χαρές που έκανε ο Τύραννος μόλις αντίκρυσε το φαΐ! Ανοίγει με τα σχετικά εργαλεία (δεν λέει κάτι για μαχαιροπήρουνα και δεν ξέρω) την κοιλιά του ψαριού και τι βρίσκει μέσα; το πολυτιμότερο και πολυαγαπημένο δαχτυλίδι του! Αυτό κι αν λέγεται κολοφαρδία.
 
Ο Αμασης, μετά από αυτό, έκοψε κάθε συνδεσμο με το φίλο του, επειδή ήθελε να αποφύγει την μήνιν των Θεών, που λένε. Πάει αυτός, τον χάσαμε από φίλο και συμβουλάτορα. Τον Πολυκράτη δεν τον πείραξε η στάση του Αμαση, έδειξε κατανόηση, αλλά μετά από το "ψαρικό" επεισόδιο χτύπησε κόκκινο η Τύχη του κι αυτό έγινε μετά από ένα χαζό γεγονός, μια ηλίθια παρεξήγηση με έναν κάποιον Οροίτη, που νόμισε (ο Οροίτης) ότι ο Πολυκράτης τον περιφρόνησε σε κάποια συζήτηση κι αποφάσισε να τον εκδικηθεί. 
 
Γίνανε διάφορες φάσεις, ο Οροίτης τον κάλεσε δήθεν για να του χαρίσει ένα θησαυρό κι ο Πολυκράτης έπεσε στην παγίδα, με αποτέλεσμα τον ατιμωτικό θάνατο του (κατακαημένου κι αγαθιάρη τελικά) Πολυκράτη, που σταυρώθηκε χιαστί κι ανάποδα από το σιχαμένο Οροίτη. 
 
Εμείς τι μαθαίνουμε από αυτή την ιστορία; ότι πρέπει να προσέχουμε: όσοι μας κάνουν το φίλο δεν είναι αναγκαστικά φίλοι μας, ίσως μάλιστα να είναι οι χειρότεροι εχθροί μας. Αυτό θα εμποδίσει την πίστη προς τους ανθρώπους; όχι, φυσικά, απλώς θα μας κάνει λιγουλακι προσεχτικότερους.

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

Εγκλήματα κατά της Γενετήσιας Ελευθερίας

Ολόκληρο το μήνα Φεβρουάριο απασχόλησαν τους Ελληνες πολίτες διάφορα σεξουλικά εγκλήματα, έγιναν καταθέσεις μαρτύρων, ο δ/ντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης, μαζί με την υπόληψή του έχασε και τη θέση του, και αρκετοί ακόμη καλλιτέχνες του θεάτρου και άλλων καλών τεχνών βρέθηκαν στη θέση του κατηγορούμενου. Ο χορός των καταγγελιών άνοιξε τον περασμένο μήνα από την καταγγελία της θαρραλέας αθλήτριας Σοφίας Μπεκατώρου, που αποκάλυψε σε δημόσια εξομολόγηση τα όσα σεξουαλικά εγκλήματα υπέστη ως ανήλικη από τον Αντώνη Αδαμόπουλο, παράγοντα της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας.

Μεταφέρω το αρθρο του Δημήτριου Χ. Καραγιάννη, δικηγόρου, όπου περιγράφονται σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα τα Εγκλήματα κατά της Γενετήσιας Ελευθερίας και Εγκλήματα Οικονομικής Εκμετάλλευσης της Γενετήσιας Ζωής.

Άρθρο 336. Βιασμός. 1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. 2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

Άρθρο 337. Προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. 1. Όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. 2. Με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος από 12 ετών.

Άρθρο 338. Κατάχρηση σε ασέλγεια. 1. Όποιος καταχράται την παραφροσύνη γυναίκας ή την από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενη ανικανότητά της να αντισταθεί για να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί της, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Όποιος καταχράται τις παραπάνω καταστάσεις και ενεργεί άλλη ασελγή πράξη σε γυναίκα ή άντρα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

Άρθρο 339. Αποπλάνηση παιδιών. 1. Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη, με φυλάκιση. 2. Αν στην περίπτωση του στοιχείου γ’ της προηγούμενης παραγράφου ο υπαίτιος όταν τέλεσε την πράξη δεν είχε συμπληρώσει τα 17 έτη, το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλλει μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. 1. Αν μεταξύ του υπαιτίου και του παθόντος τελέστηκε γάμος, δεν ασκείται ποινική δίωξη, και αν τυχόν είχε ασκηθεί δεν συνεχίζεται, αλλά κηρύσσεται απαράδεκτη. Η ποινική δίωξη ασκείται ή συνεχίζεται μετά την ακύρωση του γάμου.

Άρθρο 340. Γενική διάταξη. Αν κάποια από της πράξεις των άρθ. 336, 338 και 339, είχε ως συνέπεια το θάνατο του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ή ισόβια κάθειρξη.

Άρθρο 341. Απατηλή επίτευξη συνουσίας. Όποιος επιτύχει να έλθει σε συνουσία με γυναίκα προκαλώντας ή χρησιμοποιώντας πλάνη εξαιτίας της οποίας η παθούσα θεώρησε ότι η συνουσία πραγματοποιήθηκε σε γάμο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Άρθρο 342. Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια. 1. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο ανιών εξ’ αγχιστείας ή ο θετός γονέας, που ενεργεί ασελγή πράξη με ανήλικο κατιόντα ή με το θετό του τέκνο. ο επίτροπος ή ο επιμελητής ή οι κάθε είδους ανατροφείς με τον ανήλικο που έχουν στην επιμέλειά τους. οι δάσκαλοι ή παιδαγωγοί με τους ανήλικους μαθητές τους ή με εκείνους που παιδαγωγούν. οι κληρικοί με τα ανήλικα πνευματικά τους τέκνα. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρούνται οι υπηρέτες και οι συγκάτοικοι, αν ενεργήσουν ασελγή πράξη με ανήλικο που ανήκει στον ίδιο οικιακό κύκλο, καθώς και κάθε άλλος που ενεργεί ασελγή πράξη με ανήλικο που του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά.

Άρθρο 343. Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρούνται: α) ο δημόσιος υπάλληλος που ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο που εξαρτάται υπηρεσιακά από αυτόν, εκμεταλλευόμενος αυτή τη σχέση. β) οι διορισμένοι ή οπωσδήποτε εργαζόμενοι σε φυλακές ή άλλα κρατητήρια, σε σχολές, παιδαγωγικά ιδρύματα, νοσοκομεία, κλινικές ή κάθε είδους θεραπευτήρια και αναρρωτήρια ή σε άλλα ιδρύματα, προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα που έχουν ανάγκη από βοήθεια, αν ενεργήσουν ασελγή πράξη με πρόσωπο που έχει εισαχθεί σ’ αυτά τα ιδρύματα.

Άρθρο 344. Έγκληση. Στις περιπτώσεις των άρθρων 337, 338, 339, 342 και 343 για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση. Στις περιπτώσεις του άρθρου 336 η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Ο εισαγγελέας όμως μπορεί κατ’ εξαίρεση με αιτιολογημένη διάταξή του ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, να απέχει οριστικά από την άσκηση της ποινικής δίωξης, ή, αν έχει ασκήσει την ποινική δίωξη, να εισαγάγει την υπόθεση στο αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών. αυτό μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη εκτιμώντας τη δήλωση του θύματος ή των κατά το άρθρο 118 προσώπων ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό του θύματος.

Άρθρο 345. Αιμομιξία. 1. Η συνουσία μεταξύ συγγενών εξ αίματος ανιούσας και κατιούσας γραμμής τιμωρείται ως προς τους ανιόντες με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ως προς του κατιόντες με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. μεταξύ αμφιθαλών ή ετεροθαλών αδελφών η συνουσία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 2. Συγγενείς κατιούσας γραμμής μπορούν να απαλλαγούν από κάθε ποινή, αν κατά το χρόνο της πράξης δεν είχαν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους.

Άρθρο 346. Ασέλγεια μεταξύ συγγενών. 1. Η επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξης που γίνεται μεταξύ των συγγενών που αναφέρονται στο άρθρο 345 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. 2. Η παρ.2 του άρθρου 345 έχει εφαρμογή και σ’ αυτήν εδώ την περίπτωση.

Άρθρο 347. Ασέλγεια παρά φύση. 1. Η παρά φύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων που τελέστηκε: α) με κατάχρηση μιας σχέσης εξάρτησης που στηρίζεται σε οποιαδήποτε υπηρεσίας. β) από ενήλικο με αποπλάνηση προσώπου νεότερου από 17 ετών ή από κερδοσκοπία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος ασκεί την ασέλγεια της παρ.1 κατ’ επάγγελμα.

Άρθρο 348. Διευκόλυνση ακολασίας άλλων. 1. Όποιος κατ’ επάγγελμα διευκολύνει με οποιοδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. 2. Με φυλάκιση μέχρι 3 ετών και με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος διευκολύνει την ασέλγεια μεταξύ άλλων χρησιμοποιώντας απατηλά μέσα και αν ακόμη δεν ενεργεί κατ’ επάγγελμα.

Άρθρο 349. Μαστροπεία. 1. Όποιος για να εξυπηρετήσει ακολασία άλλων προάγει στην πορνεία ή εξωθεί στη διαφθορά ανήλικα πρόσωπα η υποθάλπει ή διευκολύνει τη πορνεία ή τη διαφθορά των ανηλίκων τιμωρείται με φυλάκιση εννέα μηνών μέχρι τριών ετών και με χρηματική ποινή, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί για άλλη βαρύτερη αξιόποινη πράξη. 2. Η ποινή επιτείνεται σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και σε χρηματική ποινή, αν το έγκλημα τελέστηκε: α) εναντίον προσώπου νεότερου από δεκαέξι ετών. β) με απατηλά μέσα. γ) από τον ανιόντα συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ή από θετό γονέα, σύζυγο, επίτροπο ή από άλλον στον οποίο έχουν εμπιστευθεί τον ανήλικο για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη, έστω και προσωρινή. 3. Όποιος κατ’ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή.

Άρθρο 350. Εκμετάλλευση πόρνης. Άνδρας που συντηρείται ολικά ή εν μέρει από γυναίκα που ασκεί κατ’ επάγγελμα την πορνεία και από την εκμετάλλευση των σχετικών ανήθικων κερδών της τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών μέχρι τριών ετών.

Άρθρο 351. Σωματεμπορία. 1. Όποιος για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων: α) προσλαμβάνει ή παρασύρει, έστω και με τη συναίνεσή της, ανήλικη γυναίκα με σκοπό την πορνεία. β) με τη βία, με απατηλά μέσα, με απειλές, με επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας ή με κάθε άλλο εξαναγκαστικό μέσο προσλαμβάνει ή παρασύρει ενήλικη γυναίκα με σκοπό την πορνεία. γ) με τα προαναφερόμενα μέσα κατακρατεί παρά τη θέλησή της σε οίκο ανοχής μια γυναίκα ή την εξαναγκάζει να παραδοθεί σε πορνεία τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους μέχρι τριών ετών κι με χρηματική ποινή αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης. 2. Το πιο πάνω όριο φυλάκισης επιτείνεται έως πέντε έτη, αν το έγκλημα διέπραξε ένα από τα πρόσωπα του άρθρου 349 παρ.2 στοιχ. γ’. 3. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται και αν ακόμη οι κατ’ ιδίαν πράξεις που απαρτίζουν τα συστατικά στοιχεία των παραπάνω εγκλημάτων εκτελέστηκαν σε διάφορες επικράτειες.

Άρθρο 352. Μέτρα ασφαλείας. Στις περιπτώσεις των άρθρων 347 παρ.2, 348, 349, 350 και 351 εφαρμόζονται και οι σχετικές με τον οίκο εργασίας και τους περιορισμούς διαμονής διατάξεις των άρθρων 72, 73 και 74.

Άρθρο 353. Πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις. 1. Όποιος δημόσια επιχειρεί ακόλαστη πράξη και προκαλεί μ’ αυτήν σκάνδαλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 2. Όποιος εν γνώσει προσβάλλει βάναυσα την αιδώ άλλου με ακόλαστη πράξη που επιχειρείται ενώπιόν του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη αυτής της πράξης απαιτείται έγκληση.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

σχετικά με τη σεξουαλική παρενόχληση

 

ό,τι και να πεις, θέλει κότσια να γραφτεί αυτό το κείμενο, από άνδρα μάλιστα, για τη σεξουαλική παρενόχληση. Γονείς, γρηγορείτε! Η Πολιτεία κοιμάται και περιμένει σεξουαλική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας απο το.. κατηχητικό.

«Είμαι σήμερα σχεδόν 46 χρόνων, για να ξέρετε δηλαδή σε ποια γενιά ανήκω. Όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί μου, δεν είχα διδαχθεί τίποτε σχετικά με το σεξ, το άλλο φύλο, το ποιες συμπεριφορές είναι παραβιαστικές, ούτε στο σπίτι, ούτε στο σχολείο.
 
Θυμάμαι τον εαυτό μου έκτη δημοτικού, όντας εντελώς παιδί ακόμα, να κυνηγάει συμμαθήτριες στο διάλειμμα και να τις χουφτώνει. Το κάναν κι άλλοι και ήταν "αστείο."
 
Θυμάμαι που κάναμε ντου στις κοριτσίστικες τουαλέτες. Κι αυτό αστείο.
 
Θυμάμαι λίγο αργότερα, στα 13, που κάποιοι συμμαθητές μου κι εγώ μαζί μπαίναμε στα λεωφορεία και αγγίζαμε με τρόπο, δήθεν κατά λάθος, γυναικεία σώματα.
 
Θυμάμαι την ίδια εποχή που όταν βλέπαμε μια κοπέλα με μίνι, κάθε φορά μας έπεφτε ένα νόμισμα και σκύβαμε να το μαζέψουμε. Θυμάμαι που το ίδιο κάναμε και με μια καθηγήτρια που φορούσε κάπως κοντές φούστες και που είχαμε γράψει για αυτήν χυδαία στιχάκια που τραγουδούσαμε στα διαλείμματα και κάποια στιγμή, με πρωτοβουλία κάποιου που είχε επιρροή σ’ όλη την τάξη, αγόρια και κορίτσια αρχίσαμε να μαζεύουμε υπογραφές να φύγει διότι "ντυνόταν άσεμνα". Δεν φτάνει που την παίρναμε μάτι, το παίζαμε και στυλοβάτες της ηθικής.
 
Θυμάμαι που λίγο αργότερα στα 15, και δεν ήμουν ο μόνος, όταν μου άρεσε κάποια, την ακολουθούσα για αρκετή ώρα είτε για να τη χαζεύω, είτε με τη σκέψη ότι μπορεί να έβρισκα το θάρρος να της μιλήσω.
 
Θυμάμαι που στα 16 άρχισα εγώ και κάποιοι άλλοι να επισκεπτόμαστε οίκους ανοχής, για μπουρδελοτσαρκα όπως λέγαμε, και κάποιοι να πηγαίνουμε με εργαζόμενες κοπέλες χωρίς καν να αναρωτηθούμε μέχρι τότε σε τι συνθήκες δούλευαν τα κορίτσια αυτά, μετανάστριες από ανατολικές χώρες, έμαθα αργότερα ότι το ενενήντα τοις εκατό δούλευαν καταναγκαστικά, έπαιρναν κάποιες μέχρι και 100 πελάτες τη βάρδια, έβγαζαν εκατομμύρια και τις πληρώνανε με πέντε ευρώ και δύο πιτόγυρα.
Εντωμεταξύ, από τα δεκαοχτώ μου είχα αρχίσει να έχω σχέσεις και εμπειρίες και με άλλες κοπέλες, που ας πούμε τους άρεσα. Το σεξ τότε συχνά δεν ήταν εύκολο: λέγανε όχι οι περισσότερες όταν πλησίαζες σ' αυτό, κι ήτανε υποτίθεται μέρος του παιχνιδιού για να μην φανούνε εύκολες. Το λέγανε, δεν το πολυλάμβανες υπόψη και τελικά ενέδιδαν κι όλα καλά.
 
Μου ‘τυχε όμως και μια φορά που όταν προχώρησα, κατάλαβα ότι αυτό το όχι που είπε εκείνο το κορίτσι πραγματικά το εννοούσε, οπότε, κι ας μην το ήθελα, την είχα στην πραγματικότητα βιάσει.
Την ίδια εποχή, γνωστοί μου, καλά παιδιά κι άξια παλληκάρια, ποτίζανε με αλκοόλ κοπέλες στα ραντεβού, θυμάμαι ιστορία που κάποια πήγε σπίτι της με γνωστό, την πήρε ο ύπνος, έπεσε αναίσθητη ουσιαστικά, κι αυτός έκανε τη δουλειά του κι έφυγε κλείνοντας την πόρτα ενώ αυτή ακόμα ήταν σε λήθαργο. Θυμάμαι άλλον που μαζί με άλλους τέσσερις κάνανε σεξ [βίασαν] ο ένας μετά τον άλλον σε ημι-αναίσθητη Αγγλίδα.
 
Δεν χρειάζεται να πω καν ότι ντρέπομαι για όσα έκανα εκείνη την εποχή, όσα αναφέρω παραπάνω, που δεν είναι και λίγα.
 
Σας βεβαιώνω ότι ήμουνα πολύ ευαίσθητο άτομο, όπως είμαι και σήμερα, μεγαλωμένος ως καλό παιδί, με τρόπους, με λογοτεχνία, καλά ιδανικά και το μόνο που μ' ενδιέφερε τότε ήταν η αγάπη. Φερόμουν σκατένια όμως γιατί δεν είχα ιδέα από συμπεριφορά απέναντι στο άλλο φύλο, κι όχι μόνο κανείς δεν με έμαθε να κάνω κάτι καλύτερο αλλά και η κοινωνία ενθάρρυνε τέτοιες συμπεριφορές. Μέχρι να συνειδητοποιήσω, να καταλάβω, χρειάστηκε χρόνος.
 
Την ίδια εποχή, επειδή ήμουν ένα παιδάκι που μικρόδειχνε, με πολύ ντελικάτα χαρακτηριστικά, είχα δεχθεί ο ίδιος παρά πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις από άντρες, μέχρι και μια απόπειρα βιασμού.
Δεν ψάχνω δικαιολογίες αλλά μεγαλώσαμε σ' ένα αρρωστημένο πατριαρχικό περιβάλλον και τουλάχιστον μέχρι και τη γενιά τη δική μου, πιστεύω βαθύτατα πως αν δεν ισχύει το "όλοι οι άντρες", ισχύει το "σχεδόν όλοι οι άντρες". Η διαφορά είναι ότι στην πορεία κάποιοι λίγοι, όπως εγώ, κατάλαβαν και άλλαξαν. Οι περισσότεροι όμως συνέχισαν, δεν είχαν τα εφόδια και την ενσυναίσθηση να κατανοήσουν, ούτε θέλαν να εγκαταλείψουν τα προνόμιά τους. Ακόμα κι όταν είχανε 100 τοις 100 συναινετικές σχέσεις, κατέληξαν άθλιοι εραστές, σύντροφοι, σύζυγοι, και τελικά άθλιοι γονείς.
Όταν ακούω ότι το #metoo υπερβάλλει, απλά γελάω.
 
Θέλω να προλάβω να ζήσω σ' έναν κόσμο που θα ‘χει θάψει βαθιά στο παρελθόν εποχές σαν αυτή που μεγάλωσα, σπαρακτικά κακοποιητικές για τις γυναίκες, σπαρακτικά όχι τόσο για την οξύτητα του δράματος, αλλά για το αντίθετο: όλα γίνονταν με σχετικά λίγο δράμα, όλη η κακοποίηση ήταν τόσο κανονικοποιημένη, που γινότανε σιωπηλά και αθόρυβα, συνήθως χωρίς μισό ουρλιαχτό, χωρίς μισή κραυγή.»

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020

Της Κοκκώνας το σπίτι

η πρώτη μου συνάντηση με τους καλλικάντζαρους έγινε όταν διάβασα (στα 10 μου, ωραία ηλικία!) αυτό το διήγημα, που περιλαμβανόταν στη συλλογή διηγημάτων του Αλεξ. Παπαδιαμάντη με τίτλο "Παπαδιαμάντη, τα παιδικά" (δεν θυμάμαι απέξω την έκδοση και πού να ψάχνω τώρα..) Το διήγημα ολόκληρο εδώ, σε μονοτονικό-->> https://www.sansimera.gr/anthology/274 

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβή, εγλιστρούσε διά να καταβή.

Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθη η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.

Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι τού γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν.

Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνη κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.

Δεν είχεν αξιωθή ν’ απολαύση την οικοκυράν της. Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, ανήρ αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχε ερωτευθή ποτε εις το Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη Βασιλευούση, και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξίδιον να φέρη έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευτρεπίση, να στολίση την νεόκτιστον οικίαν και την κάμη αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την οποίαν εμελέτα να φέρη από την Πόλιν.


    Αλλ' η οικία δεν έμελλε να τελειώση και η Κοκκώνα δεν έμελλε να κατέλθη. Η Κοκκώνα, οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν, απέθνησκε φθισική εις το Σταυροδρόμι, και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρευούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνία επί της τύχης της, έμενε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».

Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 1859, δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμνον μέγαν κρότον επί των πλακών του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο είς εκράτει φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας κλειδομανδαλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. Τα παιδία εμάλωναν ως δύο γνήσιοι φίλοι.

- Εγώ είδα πσόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το εν.

- Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο· μια πεντάρα μόδωκε. Να τηνε.

Και εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων του μίαν πεντάραν.

- Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι· δε με γελάς.
    - Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.
    - Μ’ αφήνεις να σε ψάξω;
    - Θα σ’ πέση το φανάρι.

Διά μιάς ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ητοιμάζετο να ψάξη τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν), ευθύς άμα κατήρχοντο από εκάστην των οικιών, όπου ανέβαινον κι ετραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδιον πεντάρα και πεντάρα και κανείς εκ των δύο να μην είναι «κάσσα» μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχε υποπτευθή τον Αγγελήν. 

Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα. Εκεί είχον σταματήσει και ο Νάσος ήρχισε να ψάχνει τον Αγγελήν. 

Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, ίστατο αδιάφορος, αλλ’ άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύη τον κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γελέκον του αριστερά προς την μέσην, και το έσφιγγε με όλην την δύναμιν του, εμποδίζων την χείρα του φίλου του να φθάση έως εκεί.

- Δεν μ’ αφήνεις να σε ψάξω!
 - Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.
 - Είσαι ψεύτης!

Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικήν χείρα.

- Είσαι ψεύτης και κλέφτης!

Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη, και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού την όψιν, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως ενδυμασίαν, αντήχησε·


 - Τι μαλώνετε, βρε;

Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και εδοκίμασαν να τραπώσιν εις φυγήν, αφήνοντα το φανάριον καταγής. Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον, το οποίον έσβησεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας τα δύο τρέμοντα παιδία.

- Ποιος είναι κάσσα, βρε;

Τα δύο παιδία ήσπαιρον κι’ εδοκίμαζαν να φύγουν.

- Μη φοβάσθε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.

 Έψαξε τες τσέπες των δύο παιδίων, και συγχρόνως τα έσυρε προς την θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν όπισθεν της θύρας, ωχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και έψαξεν εν ανέσει τον Αγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες εις τα θυλάκια. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα τόσα και εις αυτού το θυλάκιον. Ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.

-Πηγαίνετε τώρα, και μη φοβάσθε. Άλλη φορά να μην μαλώνετε.

    Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύση και πως να εορτάση τα Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος, και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας τών ελαιοτριβείων, πότε βοηθών τους γριπάρηδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου γρίπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμη; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;

Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, και το οποίον δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατήρχοντο από την άνω συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβή κανείς και να περάση ως σκαλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. Από εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμα των από την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των.

Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον. Έλαβε παλαιόν σιδηρούν τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον ,μετέθεσε, το επ' αυτώ δύο μήνας πρωιμώτερα την Αποκριάν- εφόρεσε παλαιά ράκη τα οποία επρομηθεύθη κάπου, και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου κατοικίας της Κοκκώνας, και εχώθη μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου, η πρώτη συνωρίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πώς ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πως ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλωναν.

Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα άλλα. Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τον κρότον των βημάτων των, τας ευθύμους φωνάς των, και εψιθύριζε:

- Μας έρχεται άλλη ζυγιά.

Η τελευταία ζυγιά, ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλωναν, αλλ' εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνην την βραδιάν.

- Να φτιάσωμε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.
- Να κόψουμε μια λεύκα.
- Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.
- Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.
- Εσύ θα είσαι μαραγκός, κι εγώ πρωτομάστορας.
- Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μιά φωνή.

Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τέταρτην φοράν, από την κρύπτην του.

Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και ηθέλησαν να φύγουν. Αλλ’ ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδον του, και τους ελήστευσε.

- Είναι άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.

Τα παιδία τον εκοίταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησε, εν τω μεταξύ, ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη, και μετέδωκε θάρρος και εις τον Αργύρην.

- Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος άνθρωπος.
- Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώσει ο Στάμος.
- Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;
- Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.

Την φοράν ταύτην, ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβήση τον φανόν, διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκοίταξε τόσον καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ του να τον αναγνωρίση.

- Πέστε μου, βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.
- Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.

Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελεύθερα.

    Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα ήρχισε να δέρνη την στέγην, τας ξυλώσεις, και τας δοκούς του αφατνώτου πατώματος της ερήμου κατοικίας. Πολλοί λίθοι, με υπόκωφον δούπον, διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας έπιπτον εις το έδαφος του ισογείου.

Στράτευμα παιδίων είχεν εξορμήσει από το προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του Σκαλικαντζάρου.

Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλώσωσιν, έκαμαν αγάπην. Μετά φιλικωτάτην δε συζήτησιν εκ συμφώνου, απεφάνθησαν ότι το παράδοξον ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπή ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγη, θα ειπή ότι δεν ήτον ούτε σκαλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτον λοιπόν; Θα ήτον άνθρωπος, χωρίς άλλο.

Η δευτέρα ζυγιά των παιδίων έφθασε μετ’ ου πολύ, είτα η τρίτη και η τετάρτη. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν έφοδον κατά της οικίας.

Ο Παλούκας, την στιγμήν εκείνην, εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει πλέον ν' αποσυρθή, αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύση την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχίων, και την του αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγη και πάλιν έμενεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.

- Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.
- Να μιά ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.

Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγη, θα ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.

Απεφάσισε ν’ αρπάξη μίαν σανίδαν και μεταχειριζόμενος αυτήν ως σπάθην άμα και ως ασπίδα, να εκτελέση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήση με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.

- Να κι άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.
- Να κι άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδία.

Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτέραν γωνίαν του ισογείου, στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινα δοκόν του πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην. Αλλά κι' εκεί, μέγας λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου, ελόξευσε και τον έπληξε μετά μετρίας βίας εις τον ώμον.

- Βρε! α π ό  σ π ό ν τα α, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.

Ευτυχώς δι’ αυτόν, οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το βάθος του παιδικού θράσους.

Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά φρόνιμον σκέψιν, απεφάσισε ν’ αναρριχηθή εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί από τα ικρία και τες ξυλωσιές της οικοδομής) πατών από οπήν εις οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της αυλής του γερο-Παγούρη.

Ητον ως δύο μπόγια υψηλά, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο υψηλότερον κατά τρεις ή τέσσαρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.

Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων από το άλλο μέρος του αυλογύρου, όπου ήξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.

Ο δούπος της πτώσεώς του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.

Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας του αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.

Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά τού είχαν πέσει από την τσέπην.

Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψη.

Ο Αγγελής, έν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνει με την φούχταν, ενώ τα άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν τού φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους και κράζοντα:

- Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!

Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του γερο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρον του, ήνοιγε το παράθυρον και ηρώτα έκπληκτος:

- Τι είναι; τι τρέχει;… ποιος είναι;... ποιοί είστε;... ε! δεν ακούτε!

Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, και έφευγεν διά της μεσημβρινής θύρας, και τα άλλα παιδία πέραν του βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντο τον Παλούκαν, όστις είχε γίνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα·

- Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/274

© SanSimera.gr
τον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβή, εγλιστρούσε διά να καταβή.
    Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθη η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.
    Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι τού γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν.
    Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνη κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/274

© SanSimera.gr

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβή, εγλιστρούσε διά να καταβή.
    Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθη η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.
    Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι τού γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν.
    Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνη κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.

    Δεν είχεν αξιωθή ν’ απολαύση την οικοκυράν της. Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, ανήρ αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχε ερωτευθή ποτε εις το Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη Βασιλευούση, και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξίδιον να φέρη έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευτρεπίση, να στολίση την νεόκτιστον οικίαν και την κάμη αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την οποίαν εμελέτα να φέρη από την Πόλιν.
    Αλλ' η οικία δεν έμελλε να τελειώση και η Κοκκώνα δεν έμελλε να κατέλθη. Η Κοκκώνα, οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν, απέθνησκε φθισική εις το Σταυροδρόμι, και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρευούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνία επί της τύχης της, έμενε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».

    Μνημούρια του Φερίκ-κι οΐ κι ολόρθα κυπαρίσσα...
    Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα.

    Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 1859, δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμνον μέγαν κρότον επί των πλακών του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο είς εκράτει φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας κλειδομανδαλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. Τα παιδία εμάλωναν ως δύο γνήσιοι φίλοι.
    - Εγώ είδα πσόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το εν.
    - Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο· μια πεντάρα μόδωκε. Να τηνε.
    Και εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων του μίαν πεντάραν.
    - Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι· δε με γελάς.
    - Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.
    - Μ’ αφήνεις να σε ψάξω;
    - Θα σ’ πέση το φανάρι.
    Διά μιάς ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ητοιμάζετο να ψάξη τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν), ευθύς άμα κατήρχοντο από εκάστην των οικιών, όπου ανέβαινον κι ετραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδιον πεντάρα και πεντάρα και κανείς εκ των δύο να μην είναι «κάσσα» μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχε υποπτευθή τον Αγγελήν.
    Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα. Εκεί είχον σταματήσει και ο Νάσος ήρχισε να ψάχνει τον Αγγελήν.
    Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, ίστατο αδιάφορος, αλλ’ άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύη τον κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γελέκον του αριστερά προς την μέσην, και το έσφιγγε με όλην την δύναμιν του, εμποδίζων την χείρα του φίλου του να φθάση έως εκεί.
    - Δεν μ’ αφήνεις να σε ψάξω!
    - Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.
    - Είσαι ψεύτης!
    Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικήν χείρα.
    - Είσαι ψεύτης και κλέφτης!
    Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη, και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού την όψιν, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως ενδυμασίαν, αντήχησε·
    - Τι μαλώνετε, βρε;

    Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και εδοκίμασαν να τραπώσιν εις φυγήν, αφήνοντα το φανάριον καταγής. Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον, το οποίον έσβησεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας τα δύο τρέμοντα παιδία.      
    - Ποιος είναι κάσσα, βρε;
    Τα δύο παιδία ήσπαιρον κι’ εδοκίμαζαν να φύγουν.
    - Μη φοβάσθε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.
    Έψαξε τες τσέπες των δύο παιδίων, και συγχρόνως τα έσυρε προς την θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν όπισθεν της θύρας, ωχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και έψαξεν εν ανέσει τον Αγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες εις τα θυλάκια. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα τόσα και εις αυτού το θυλάκιον. Ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.
    -Πηγαίνετε τώρα, και μη φοβάσθε. Άλλη φορά να μην μαλώνετε.

    Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύση και πως να εορτάση τα Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος, και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας τών ελαιοτριβείων, πότε βοηθών τους γριπάρηδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου γρίπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμη; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;
    Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, και το οποίον δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατήρχοντο από την άνω συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβή κανείς και να περάση ως σκαλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. Από εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμα των από την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των.
    Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον. Έλαβε παλαιόν σιδηρούν τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον ,μετέθεσε, το επ' αυτώ δύο μήνας πρωιμώτερα την Αποκριάν- εφόρεσε παλαιά ράκη τα οποία επρομηθεύθη κάπου, και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου κατοικίας της Κοκκώνας, και εχώθη μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου, η πρώτη συνωρίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πώς ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πως ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλωναν.
    Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα άλλα. Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τον κρότον των βημάτων των, τας ευθύμους φωνάς των, και εψιθύριζε:
    - Μας έρχεται άλλη ζυγιά.
    Η τελευταία ζυγιά, ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλωναν, αλλ' εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνην την βραδιάν.
    - Να φτιάσωμε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.
    - Να κόψουμε μια λεύκα.
    - Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.
    - Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.
    - Εσύ θα είσαι μαραγκός, κι εγώ πρωτομάστορας.
    - Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μιά φωνή.
    Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τέταρτην φοράν, από την κρύπτην του.
    Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και ηθέλησαν να φύγουν. Αλλ’ ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδον του, και τους ελήστευσε.
    - Είναι άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.
    Τα παιδία τον εκοίταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησε, εν τω μεταξύ, ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη, και μετέδωκε θάρρος και εις τον Αργύρην.
    - Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος άνθρωπος.
    - Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώσει ο Στάμος.
    - Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;
    - Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.
    Την φοράν ταύτην, ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβήση τον φανόν, διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκοίταξε τόσον καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ του να τον αναγνωρίση.
    - Πέστε μου, βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.
    - Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.
    Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελεύθερα.

    Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα ήρχισε να δέρνη την στέγην, τας ξυλώσεις, και τας δοκούς του αφατνώτου πατώματος της ερήμου κατοικίας. Πολλοί λίθοι, με υπόκωφον δούπον, διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας έπιπτον εις το έδαφος του ισογείου.
    Στράτευμα παιδίων είχεν εξορμήσει από το προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του Σκαλικαντζάρου.
    Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλώσωσιν, έκαμαν αγάπην. Μετά φιλικωτάτην δε συζήτησιν εκ συμφώνου, απεφάνθησαν ότι το παράδοξον ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπή ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγη, θα ειπή ότι δεν ήτον ούτε σκαλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτον λοιπόν; Θα ήτον άνθρωπος, χωρίς άλλο.
    Η δευτέρα ζυγιά των παιδίων έφθασε μετ’ ου πολύ, είτα η τρίτη και η τετάρτη. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν έφοδον κατά της οικίας.
    Ο Παλούκας, την στιγμήν εκείνην, εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει πλέον ν' αποσυρθή, αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύση την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχίων, και την του αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγη και πάλιν έμενεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.
    - Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.
    - Να μιά ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.
    Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγη, θα ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.
    Απεφάσισε ν’ αρπάξη μίαν σανίδαν και μεταχειριζόμενος αυτήν ως σπάθην άμα και ως ασπίδα, να εκτελέση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήση με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.
    - Να κι άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.
    - Να κι άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδία.
    Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτέραν γωνίαν του ισογείου, στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινα δοκόν του πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην. Αλλά κι' εκεί, μέγας λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου, ελόξευσε και τον έπληξε μετά μετρίας βίας εις τον ώμον.
    - Βρε! α π ό  σ π ό ν τα α, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.
    Ευτυχώς δι’ αυτόν, οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το βάθος του παιδικού θράσους.
    Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά φρόνιμον σκέψιν, απεφάσισε ν’ αναρριχηθή εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί από τα ικρία και τες ξυλωσιές της οικοδομής) πατών από οπήν εις οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της αυλής του γερο-Παγούρη.
    Ητον ως δύο μπόγια υψηλά, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο υψηλότερον κατά τρεις ή τέσσαρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.
    Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων από το άλλο μέρος του αυλογύρου, όπου ήξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.
    Ο δούπος της πτώσεώς του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.
    Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας του αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.
    Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά τού είχαν πέσει από την τσέπην.
    Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψη.
    Ο Αγγελής, έν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνει με την φούχταν, ενώ τα άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν τού φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους και κράζοντα:
    - Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!

    Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του γερο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρον του, ήνοιγε το παράθυρον και ηρώτα έκπληκτος:
    - Τι είναι; τι τρέχει;… ποιος είναι;... ποιοί είστε;... ε! δεν ακούτε!
    Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, και έφευγεν διά της μεσημβρινής θύρας, και τα άλλα παιδία πέραν του βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντο τον Παλούκαν, όστις είχε γίνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα·
    - Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/274

© SanSimera.gr

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2020

μια αξιοπρεπής Επιστολή Παραίτησης

 

Παραίτηση Κυριάκου Κατζουράκη από το ΔΣ του Μουσείου της Ακρόπολης

Ως πολίτης…
 
Είμαι μέλος του ΔΣ του μουσείου της Ακρόπολης και μιλάω για τα έργα που ξεκίνησε το ΥΠΠΟΑ πάνω στο βράχο, όχι ως ειδικός αλλά ως πολίτης με μακρά θητεία στο χώρο του πολιτισμού.
 
Προσπαθώ να περιγράψω τη θλίψη μου για την κακομεταχείριση της κοινής μνήμης μας και την απαξίωση κάποιων βασικών αρχών που κάποτε ούτε καν χρειαζόντουσαν λόγια για να κοινοποιηθούν, ήταν κοινωνικά αυτονόητα. Όπως η αίσθηση της ιστορίας και των παθών του λαού που ζωντάνευαν πάνω στον κακοτράχαλο βράχο – στα μάτια μου ιερός ως φορέας μνήμης και φορέας πολιτισμού – που η προσοχή μας στο δύσκολο βάδισμα πάνω στις πέτρες του, μας οδηγούσε στην κυριολεξία να σκύβουμε με προσοχή, να γινόμαστε ένα με τη δυσκολία του. Κι αυτό μας αναβάθμιζε σε κατ’ ουσία ερευνητές της ιστορίας των 2500 χρόνων του, γιατί δεν είναι μόνον οι ναοί του, οι Καρυάτιδες, τα αγάλματα, το θαύμα της «μη γεωμετρίας» του Παρθενώνα με τις οπτικές διορθώσεις. Είναι και η αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής, η σημαία του Σάντου και του Γλέζου, το τζαμί, ο βίαιος εκχριστιανισμός του, η ασεβής στάση των Άγγλων που το χρησιμοποίησαν σαν οχυρό, ο βομβαρδισμός του Μοροζίνι, οι μύθοι και η μυθοπλασία του, ο ενεργητικός ρεμβασμός των ερωτευμένων, η ληστεία του Ελγίνου, η ηρεμία που αποπνέει όταν σταθείς και κοιτάξεις τη θάλασσα χωρίς βιασύνη, χωρίς να σε εγκαλεί το καθήκον.
 
Τώρα πια το μέλλον είναι ακριβώς όπως το λέει ο Γκάτσος:
 
Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
 
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.
 
Τώρα οι απερισκεψίες του ΥΠΠΟΑ συσσωρεύονται αβάσταχτα. Ανάπτυξη, ανάπτυξη:
Ο σταθμός Βενιζέλου, η πυρκαγιά στις Μυκήνες, η 50χρονη «ενοικίαση» αρχαιολογικού πλούτου, η περιφρόνηση των καλλιτεχνών, οι απ’ ευθείας αναθέσεις άνευ διαγωνισμών και ελέγχου, οι απίστευτες προτάσεις για ανεμογεννήτριες στους Δελφούς και στις αγιασμένες Κυκλάδες, η άγνοια του αισθητικού πλούτου των κορυφογραμμών, οι Δεσμώτες του Φαλήρου, η Ακρόπολη τώρα. Όλα δείχνουν το ποίημα του Γκάτσου ως προφητικό.
 
Στη διάρκεια των σπουδών μου στην ΑΣΚΤ 1963 – 68 και με την μεγάλη επιρροή του αρχιτέκτονα αδερφού μου Δημήτρη, που λάτρευε τον Δημήτρη Πικιώνη και τον Άρη Κωνσταντινίδη, ήρθα σε επαφή με το έργο τους. Αμέσως γοητεύτηκα από την οικονομία των μέσων τους, από τις εφαρμογές του μπετόν με τη λιτή γραφή του Κωνσταντινίδη – αυτή η έρημη κατοικία στη Σαρωνίδα αξεπέραστο δείγμα συμβίωσης μοντερνισμού και ιστορικότητας – και φυσικά από τις αντίστοιχες εφαρμογές του Πικιώνη στην περιοχή της Ακρόπολης. Κυρίως ο σεβασμός του στην πέτρα, στο χώμα, στα δομικά υλικά, η τόλμη του ποτέ δεν ξεπερνούσε τα όρια του «μέτρον άριστον», η αγάπη του για το παρόν των ανθρώπων και το ότι ποτέ δεν έκρυψε το δέος που αισθανόταν για τον «βράχο» σαν αρχιτεκτονικό στοιχείο της Ακρόπολης.
 
Μου αφηγήθηκε ο αδερφός μου ένα περιστατικό: επισκέφτηκε τις εργασίες του Πικιώνη στην Ακρόπολη μια μέρα που είχε πεισμώσει με μια μεγάλη τετράγωνη πλάκα που τοποθετούσε – ήταν κάθε μέρα παρών μαζί με τους μαστόρους – σκυμμένος πάνω από τον μαρμαρά του έδινε οδηγίες: « χτύπα τη με το σφυρί τη γωνία, όχι εκεί στην άλλη γωνία, όχι όχι εκεί στη μέση, πιο λοξά το σφυρί, όχι έτσι σηκώνεται, στη κάτω γωνία με μικρές σφυριές, απ’ την άλλη τώρα, πιο δυνατά, πιο δυνατά» κάποια στιγμή ο μάστορας δίνει μια σφυριά σ’ ένα σημείο και ραγίζει η πέτρα με μια λοξή εγκάρσια ραγισματιά, «αυτό μπράβο… αυτό ήθελα» φώναξε ανακουφισμένος ο Πικιώνης που έγινε αυτό που ευχόταν. Μια ωδή στο τυχαίο! Βασικό εργαλείο; Υπομονή και επιμονή.
 
Δεν ξέρω γιατί αυτήν την φριχτή περίοδο της πανδημίας οι γιατροί και οι νοσηλευτές, με την αφοσίωσή τους στο επιστημονικό τους καθήκον, τη φροντίδα και τον σεβασμό τους για τους πάσχοντες, μου θυμίζουν εκείνη την εποχή. Ίσως γιατί διακρίνω σ’ αυτούς συμπεριφορές ξεχασμένες που όμως ποτέ δε σβήνουν από τη μνήμη μας, παραμένουν κάπου μέσα μας σαν μέτρο σύγκρισης, με τον τρόπο που σκύβουν πάνω στους αρρώστους με αυτοθυσία ρισκάροντας τη ζωή τους την ίδια, με μια θαυμάσια σχεδόν νεόφερτη ανιδιοτέλεια.
 
Κάπως έτσι έσκυβε ατέλειωτες ώρες ο Πικιώνης μαζί με τους μαστόρους και δουλεύανε με αφάνταστη προσοχή τα αρχαία μονοπάτια. Είχε καλή παρέα όμως, τον Εγγονόπουλο και τον Χατζηκυριάκο Γκίκα στη σχολή, τον Μόραλη, τον Κουν, τον Μάνο και τον Μίκη και καμία βιασύνη, μόνο υπομονή και σιγουριά διέκρινε το έργο όλης αυτής της γενιάς.
 
Σήμερα στο υπουργείο πολιτισμού δεν υπάρχει αυτό το χάρισμα της υπομονής. Προγραμματισμός σημαίνει μόνο υπομονή και στο ΥΠΠΟΑ αυτή απουσιάζει και έτσι το ιερατείο του υπουργείου αφοσιώνεται σε βιαστικά έργα βιτρίνας, επίδειξης και νεοπλουτισμού. Το θέμα είναι όμως βαθιά πολιτικό. Η προχειρότητα είναι μια σκυτάλη που περνάει από τον εντολέα στον εκτελεστή.
 
Είμαι ευγνώμων που λίγο πριν τη λήξη της θητεία της προηγούμενης κυβέρνησης η Μαρία Βλαζάκη (γ.γ. τότε του υπουργείου) με πρότεινε για μέλος του ΔΣ στο μουσείο της Ακρόπολης. Εκεί μέσα γνώρισα μια ποιότητα που με ξάφνιασε. Συζητήσεις και πληροφορίες πολύτιμες με ευγένεια και επιστημοσύνη είναι η καθημερινότητα στις συνεδριάσεις μας. Αγάπησα κάποιους ιδιαίτερα και παρόλο που αντιπαθώ το κτίριο του μουσείου Ακρόπολης – ποτέ δεν το ένοιωσα σαν δικό μου – προσαρμόστηκα καλά λόγω της ποιότητας των συνεργατών.
 
Το τελευταίο διάστημα – συμπίπτει με το διάστημα του covid, εξ ου και η αναφορά μου στην πανδημία – άρχισα να μαθαίνω τις βασικές λεπτομέρειες για τα έργα της αναβάθμισης στην πρόσβαση της επιφάνειας του βράχου, με οπλισμένο σκυρόδεμα, με πλάτυνση του μονοπατιού του Τραυλού προς τον Παρθενώνα και με προοπτικές «ταρατσών» δε διάφορα σημεία της επιφάνειας. Και όπως ειπώθηκε από τον πρώην βοηθό του Τραυλού τον καθηγητή Τάσο Τανούλα, με βαρέα υλικά, χωρίς να έχει γίνει υδραυλική μελέτη, κάτι που είδαμε με τρόμο στις δυο τελευταίες πλημμύρες πάνω στο βράχο.
 
Άκουσα τον ίδιο τον κο Τανούλα σε συνέντευξη στο ραδιόφωνο και ομολογώ ότι ταράχτηκα. Μια φωνή που εξέπεμπε μεγάλη ανησυχία για τη βιασύνη των έργων και φυσικά μεγάλη αγωνία για το μέλλον της Ακρόπολης. Σ’ αυτήν την αγωνία θέλω να προσθέσω και τη δική μου: η ανάπτυξη / εξέλιξη όπως εφαρμόζεται στο κορμάκι της Ακρόπολης είναι με μία λέξη επιπόλαια και μπορεί να εξελιχθεί σε εγκληματική. Και γίνεται μόνον για επίδειξη και για αύξηση επισκεπτών, δηλαδή εσόδων. Τα ΑΜΕΑ – το λένε και οι ίδιοι – κάλλιστα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με απλά μέσα, κατάλληλα, ακίνδυνα, αισθητικά ωραιότερα – ακόμα και το αναβατόριο στο τείχος που αναβαθμίστηκε σε ασανσέρ είναι σαν κακό σπυρί στην πλάτη του τείχους.
 
Το ΥΠΠΟΑ είναι υπόλογο γι’ αυτήν την εξέλιξη. Δεν επιτρέπεται να γίνονται τέτοια έργα χωρίς να έχουν προηγηθεί εγκεκριμένες μελέτες και προβλέψεις. Όπως λέει ο κος Τανούλας: «Η Ακρόπολη είναι ένα εμβληματικό μνημείο της ανθρωπότητας από τη Δύση μέχρι τα άκρα της Ασίας». Δεν είναι ένα απλό οίκημα που χρήζει επισκευών. Είναι ένα μπαλκόνι που ανήκει στον κόσμο. Κάθε έργο τέχνης για να τα απολαύσει ο άνθρωπος και να γίνει ό εαυτός του έργο τέχνης απαιτείται κόπος, τεράστιο κόπος. Ο θεατής εκπαιδεύεται, ενεργοποιεί την δική του τρυφερότητα, την ανθρωπινότητα του, δεν καταναλώνει.
 
Λυπάμαι βαθύτατα που αναγκάζομαι να παραιτηθώ από μέλος του Δ.Σ. του μουσείου. Σε κάθε συνεδρίαση πήγαινα με χαρά που θα συναντούσα τους νέους φίλους μου, γεμάτους γνώση και αγάπη για τα απομεινάρια της ιστορίας του τόπου μας. Όμως φοβάμαι πολύ ότι – ειδικά στα επόμενα δίσεκτα χρόνια - αυτό το «εμβληματικό μνημείο της ανθρωπότητας», εις το όνομα της κακώς εννοούμενης τουριστικής ανάπτυξης θα έχει ακόμη πιο δυσάρεστη συνέχεια.
 
Πρέπει να σταματήσουν τα έργα και να γίνει ενδελεχής μελέτη πιθανής αποκατάστασης, εφόσον είναι αναστρέψιμα. 
 
Ναι ευχολόγιο είναι το ξέρω αλλά θάθελα να τραγουδήσω με πολύ κόσμο, δακρύζοντας και φωνάζοντας δυνατά προς το υπουργείο για την απερισκεψία του:
 
«Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.»
 
Κυριάκος Κατζουράκης, Ζωγράφος
Ομότ. καθηγητής Σχολή Καλών Τεχνών ΑΠΘ

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2020

λαϊκή τέχνη ή για τα σκουπίδια;

 Ελαβα μερικές φωτογραφίες από Κεφαλονιά, συνοδευόμενες από το σημείωμα:

«Λαϊκή τέχνη στη Σάμη. Ολες οι κολώνες που χρησιμοποιήθηκαν στην περίφραξη του σπιτιού, έχουν επάνω φιγούρες σαν αυτή. Ειναι πάνω από πενήντα χρόνων. Σε πείσμα των καιρών διατηρούν τη ζωηρότητα τους. Το σπίτι ανήκε στον Χρήστο, τον ταχυδρόμο που έχει πεθάνει πριν καιρό.Δεν ξέρω αν γι αυτή την λαϊκή τέχνη υπάρχει φροντίδα. Αγνοω επίσης ποιος θαυμάσια σμίλεψε στο τσιμέντο τις μορφές. Καθε που περνώ κοιτάζω και εύχομαι να τις φροντίσουν.»

Στην έρημο της ακαλαισθησίας που μας περιβάλλει, περιμένω μήπως ενδιαφερθεί κάποιος φορέας, Ιδρυμα, κάποιος τελοσπάντων, που κρίνει ότι αξίζει η διατήρηση/συντήρηση των στοιχείων του φράχτη.