Σελίδες

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

υπάρχει ζωή και μετά το υποχρεωτικό ντοκτορά στα οικονομικά


..και τώρα που ολοκληρωσα τις σπουδές μου στα μπακαλοτέφτερα, ας ασχοληθώ με ό,τι μου αρέσει.. σιγά σιγά, θα ξαναβρώ τα σκορπισμένα κομμάτια..
..νομιζω πως ό,τι είχε να ειπωθεί και να γραφτεί για τα οικονομοπολιτικά τη χώρας και του κόσμου, ειπώθηκε και γράφτηκε. Η αλήθεια που είχε συλλάβει εδώ και χρόνια το παγκόσμιο ανθρώπινο συλλογικό ασυνείδητο, αποκαλύφθηκε και απο όσους νόμιζαν πως επιμελώς την έκρυβαν. Σε αναμονή λοιπόν για το νέο που θα γεννηθεί ή θα στραγγαλιστεί εν τη γενέσει του.. προσπαθώ να μένω ανεπηρρέαστη και να ασχολούμαι με όσα μου αρέσουν πραγματικά.. ήχους, χρώματα, αγγίγματα..

Ο Paco de Lucia ζωντανεύει την κιθάρα του με μια ρούμπα αλλιώτικη απ' τις άλλες και η μορφή του, στιβαρή και τρυφερά προσηλωμένη, δείχνει καθαρά πως πρόκειται για έναν άγγελο που μας έκανε τη χάρη να βρεθεί στη γη. Εντωμεταξύ, στη Λιλιπούπολη βρέχει καταρρακτωδώς και το σπίτι μπορεί να λιώσει, όπως φοβάται ο Παπαγάλος -της Πιπινέζας, αυτός.

Διαβάζω στο Χ2:
//Όσο οι άνθρωποι που είναι γεμάτοι από τον εαυτό τους, δεν μπορούν να είναι καλοί, άλλο τόσο δεν μπορούν να είναι διορατικοί. Ο Νάρκισσος δεν μπορεί να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι, ούτε να γνωρίσει τους άλλους. Το είδωλό του δημιουργεί ένα προπέτασμα ανάμεσα στον κόσμο και τον εαυτό του. Ανάμεσα στον ίδιο και τον εαυτό του.//

Διαβάζω στο Χνούδι:
//Τα σ΄αγαπώ που ψελλίζουν χάνονται στους ελέγχους διαβατηρίων παρέα με τα αγάπησέ με. Δεν τα παίρνουν μαζί τους ποτέ στα μικροσκοπικά τους ταξίδια, τα αφήνουν και περιμένουν στωικά να γυρίσουν προυπαντώντας όλες τους τις επιστροφές. Εκείνοι, γαντζώνονται στη στιγμή. Ό,τι τραγούδι κι αν ακούσουν αντέχουν μόνο να νοσταλγούν. Ζουν στη χώρα με το παράξενο όνομα πρέπει, και στο κομοδίνο τους είναι στοιβαγμένες χίλιες δικαιολογίες που κατασκευάζουν μέσα στο σκοτάδι για να βγάλουν κι αυτή τη νύχτα. Το πρωί στολίζονται τα καθωσπρέπει τους ρούχα, παίρνουν ένα τεράστιο άκαρδο σχήμα και μοιάζουν άτρωτοι. Σχεδόν τίποτα δε μπορεί να αγγίξει φαινομενικά τα μουδιασμένα κεφάλια τους. Λες και κατάπιαν τσιμέντο, μιλάνε σιγά, με μισοτελειωμένες φράσεις και χτίζουν ανάμεσα στα όργανά τους παγίδες για τους περαστικούς. Ο δρόμος που φτάνει στο σπίτι τους δεν έχει έξοδο επείγουσας διαφυγής και πανηγυρικά μόνοι, μεγαλώνουν βιαστικά. Είναι γιατί ποτέ δεν έχουν διασχίσει το πιο επικίνδυνο μέρος του κόσμου για χάρη κάποιου, δεν του έχουν πει φίλα με μόνο ρε κι αυτό μου φτάνει. Σκάβουν συνέχεια ένα βαθύ σκοτεινό λαγούμι και με τη σιγουριά της κρυψώνας τους, παριστάνουν το τουφέκι.//

Ακούω τον ωκεανό να μου τραγουδάει και σκέφτομαι πόσο μου έχει λείψει ο ήχος της θάλασσας, το χρώμα της, η αγκαλιά της.
Ακούω και το Δήμο Μούτση να τραγουδά «et praeterea censeo Carthago delenda est» διαβάζοντας τους στίχους στου ΚΙΜΠΙ και λέω μέσα μου ότι όλες οι αυτοκρατορίες κάποτε τελειώνουν -μόνο οι αυτοκρατορίες της καρδιάς μας διατηρούν κάποια ελπίδα να μείνουν ζωντανές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: