Σελίδες

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Ο κυρ Μανώλης ήταν καλός άνθρωπος

Θεός σχωρέστον, απόθανε κι άφησε χήρα ξενοδουλεύτρα και δυο ανυπεράσπιστα ορφανά, επιστήμονες διορισμένους, άνω των τριανταπέντε. Κηπουρός στο Δήμο ή κάτι ανάλογο που δεν απαιτεί πολλές παρουσίες στην "υπηρεσία", την έβγαζε στα καφενεία ψαρεύοντας. Τί ψαρεύει κανείς στα καφενεία; Ψήφους, φυσικά. Είχε βολέψει κόσμο και κοσμάκη, να μη βόλευε τα παιδιά; Ημαρτον και να πέσει φωτιά να με κάψει αν πω ότι δεν ήταν καλός άνθρωπος. Ενας άγγελος ήταν. Με το χαμόγελο και το τσιγαράκι στα χείλη, απόθανε μόλις το απαγόρεψε το κόμμα του. Εσκασε ο άνθρωπος από τον καημό του, έτσι έλεγε η χήρα. Βέρος οπαδός από στόφφα, τό'κοψε, δεν κάπνιζε ούτε μέσ' στο σπίτι κι ένα βραδάκι -τσάφ!- έσκασε. Πλήρης ημερών επήγε, μη νομίσεις, λίγο πάνω απ' τα ογδόντα, γερός σε όλη τη ζωούλα του, ούτε με ασπιρίνη δεν είχε επιβαρύνει το Ταμείο. Ταύρος λέμε.

Θα ήθελα πολύ νά'ξερα τί θά'λεγε σήμερα ο μακαρίτης ο Μανώλης, αλλά μια κι αυτό δεν γίνεται, ξέρω τί λένε η χήρα και τα παιδιά. Με δυο δάνεια για σπίτια κι ένα για αυτοκίνητο, η χήρα εξακολουθεί να δουλεύει καθαρίστρια ελευθέρας βοσκής -αδήλωτη και ανασφάλιστη, μαύρη εργασία που λένε- και τα παιδιά διορισμένα σε υπηρεσίες, μόνιμοι και τα δυο, αλλά πού να τα βγάλουν πέρα με τα δάνεια να τρέχουν. Ο μπαμπάς έφερνε το κάτι τι το έξτρα, τώρα που κανείς δεν ακολούθησε τα ίχνη του -βρωμοδουλειά η κηπουρική, να τρέχεις στις λάσπες και στα καφενεία με τη πλέμπα δε λέει- κλαίνε βουβά και γαμοσταυρίζουν και μουτζώνουν. Οχι τον αείμνηστο, βέβαια, αλλά το κόμμα. Με τα δυο τα χέρια. Τους είδα με τα μάτια μου και τους τρεις στην πλατεία και αυτή είναι η αιτία που αποφάσισα να γράψω σήμερα, επειδή άκουσα τον κ. πρωθυπουργό να λέει ότι στην πλατεία βρίσκονται κάτι σκοτεινοί τύποι αντίπαλων κομμάτων.

Ε, λοιπόν, κ. πρωθυπουργέ, να το ξέρετε ότι οι περισσότεροι φαίνεται να είναι του δικού σας κόμματος οι εξοργισμένοι -όχι απλώς αγανακτισμένοι, με χαλάει κάπως η αδυναμία αυτής της λέξης να εκφράσει το πραγματικό νόημα, αυτό που νοιώθουν οι άνθρωποι των πλατειών της χώρας. Εξοργισμένοι που βαράνε κατσαρόλια και μουτζώνουν, παραπεταμένοι που τους πνίγει το δίκιο μια και αφιέρωσαν τη ζωή τους στα δικά σας ταξίματα, εξαγριωμένοι με τον κ. Πάγκαλο -τί πρόλαβαν να φάνε οι φουκαράδες; κάνα ψιχουλάκι δεν μετράει όσα τα σιφοράι του κ. Τρεπεκλή ή των αλλωνών οι γιγαμίζες, ας πούμε. Αν εζούσε σήμερα ο μακαρίτης ο κυρ Μανώλης, πρώτος και καλύτερος θα βρισκόταν πλατεία, φάτσα κάρτα στα κάγκελα λέμε. Ορκο παίρνω.

Α! και μένα που μού κουτσουρεύτηκε η σύνταξη -δώρα που μπάλωναν μερικές τρύπες, 13ος πάπαλα- έμεινε υποχρέωση ηθική να συνδράμω τη χήρα την καημένη, τι να κάνω; ν' αφήσω να της πάρουν το σπίτι κι ας μην έχω δικό μου; ν' αφήσω χωρίς λάδι τα παιδιά; Κι αυτά τα παιδιά που δεν είναι μεν παιδιά, μαντράχαλοι είναι, τί φταίξαν που μένουν στέρφα κι έρημα και με κουτσουρεμένη θέληση και φαντασία να πληρώνουν δάνεια; Ελα μου ντε! Αυτά. Το πόρισμα το αφήνω για τον/την αναγνώστη/τρια. Χαίρετε.

3 σχόλια:

DIONYSOS είπε...

O kyρ Μανώλης κατά το στόρυ διορίστηκε επί Καραμανλή εθνάρχου ΔΕ και αξιόθηκε να κάνει παιδιά στα 45. Σίγουρα βασανισμένη ζωή που μπαίνουν και τα δάνεια μέσα που από την εποχή Μητσοτάκαρου είναι τοκογλυφικά με μεγάλα επιτόκια. Η κύπρος με τις συναιτεριστικές τράπεζες επιφύλασε όλα αυτά τα χρόνια άλλη πολιτική για τους πολίτες της. Εντιμη και φτωχή ζωή που εμπεριέχει βέβαια το στοιχείο της αναξιοπρέπειας. Είχε δουλιά που δεν την εξασκούσε και ήταν κομματάρχης, δηλ μακριά από τα κόμματα γενικώς ή τα κόμματα εξουσίας που σε χρησιμοποιούν και σε ξεπετάν έναντι πινακίου φακής;;

Polykarpos είπε...

Είμαστε χώρα σουρεάλ πάντως

pølsemannen είπε...

Δις ιζ Σπάρτα.