Σελίδες

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Πώς ο κύριος Σάκης έγινε δολοφόνος

Το πράγμα πήγαινε προς τα εκεί, ο δρόμος δεν είχε γυρισμό από τη στιγμή που τα γκαρσόνια τού φύτεψαν την ιδέα πως εκείνη ήταν ξετρελαμένη τάχα μαζί του. Σχεδόν κάθε μεσημέρι -πολλές φορές και τα βραδάκια- ερχόταν να καθήσει στο μικρό γωνιακό τραπέζι της συνοικιακής ταβέρνας. Με τα γκρίζα μαλλάκια της πιασμένα σε μια τυλιχτή πλεξίδα, με τις φούστες ή τα φαρδιά της παντελόνια, με τις πολύχρωμες μεταξωτές ξετραχειλωμένες της μπλούζες. Καθόταν, του χαμογελούσε, τη ρώταγε «τι θέλετε σήμερα;» του απαντούσε με ερώτημα επίσης «τι προτείνετε σεις, κύριε Σάκη;» της έλεγε το κατεβατό με τα φαγιά, που δεν ήταν και πολύ μακρύ, εκείνη αποφάσιζε συχνά κάτι διαφορετικό από τα προτεινόμενα κι εκείνος, αν και απογοητευόταν, έτρεχε στη κουζίνα να δώσει τη παραγγελία.

Ο νεαρός σερβιτόρος πήγαινε ψωμί, νερό και σερβίτσιο για ένα άτομο, εκείνη ζητούσε και το λαδόξυδο για τη σαλάτα, ρωτούσε «λεμόνι δεν έχετε;» ενώ ήξερε ότι πάντα έχουν λεμόνι, ο μικρός έφερνε κι ένα λεμόνι χωρίς να το κόψει, εκείνη το έβαζε στη τσέπη ή στη τσάντα της -όταν κρατούσε τσάντα- ο κύριος Σάκης ζήλευε που την εξυπηρετούσε ο νεαρός, αλλά έδινε τόπο στην οργή επειδή ένα παλιό έμπειρο γκαρσόνι όπως αυτός δε γινόταν να τρέχει με τα καλαθάκια του ψωμιού στο χέρι να γίνεται ρεζίλι στους υπόλοιπους -γκαρσόνια και θαμώνες.

Είχε πλάσει την εικόνα της ακριβώς στα μέτρα του, αν και δε γνώριζε και πολλά για τη πάρτη της, μόνο το όνομα ήξερε, Ελίζα τη λέγαν. Την έβλεπε στον ύπνο του σχεδόν κάθε νύχτα, έτριβε το στεγνωμένο του δέρμα ψιθυρίζοντας το όνομά της, σηκωνόταν το ξημέρωμα με στόμα ξερό, λες και τη φιλούσε παθιασμένα για ώρες ατέλειωτες.

Τα γκαρσόνια είχαν πάρει μυρουδιά τη καύλα του για την ηλικιωμένη πελάτισσα και τον κούρδιζαν κανονικά. Του λέγαν πως εκείνη ερχόταν στο μαγαζί μοναχά για να τον βλέπει, πώς έτσι και κούναγε το μικρό του δαχτυλάκι εκείνη θά'πεφτε στην αγκαλιά του, πολλά του λέγαν και του φούσκωναν τα μυαλά, μυαλά που άλλο δεν ήθελαν από το να φουσκώσουν. Τόση μοναξιά, μετά το χαμό της καλής του γυναικούλας, δύσκολα αντέχεται από ένα βασανισμένο άντρα της ηλικίας του, που, αν δεν είχε ανάγκη να βλέπει κόσμο, θα είχε βγει στη σύνταξη.

Με τον καιρό, η οικειότητα αναπτύχθηκε μεταξύ του κυρίου Σάκη και της δεσποινίδας Ελίζας, τόσο που μιλούσαν πλέον στον ενικό σαν παλιά φιλαράκια. Με τον καιρό, ήρθε και η στιγμή να εξομολογηθεί ο κύριος Σάκης τον έρωτά του και βρήκε την ώρα -βραδάκι, περασμένες δέκα- που έφευγε η Ελίζα από το μαγαζί. Επίτηδες, έχοντας προμελετήσει την κίνησή του, εκείνο το βράδυ την είχε κεράσει ένα τσιπουράκι παραπάνω.

«Να σε βοηθήσω» της είπε σιγανά στην πόρτα της ταβέρνας, «όχι, Σάκη, τα καταφέρνω, ευχαριστώ πολύ» απάντησε εκείνη, ο κύριος Σάκης άναψε σαν παντζάρι και επέμεινε «μα αφήστε να σας βοηθήσω» γυρνώντας το στον πληθυντικό και γραπώνοντας το μπράτσο της γυναίκας που είχε βρεθεί κιόλας στο πεζοδρόμιο. «Μα όχι, όχι, σας είπα αφήστε με!» φώναξε εκείνη δυνατά απωθώντας τον κι εκείνος θύμωσε και την άρπαξε, έσκυψε και της ρούφηξε τα χείλη. Εκείνη ούρλιαξε «παλιοτόμαρο! παλιοτόμαρο!» έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι ήταν φοβερά αστεία μια παχουλή φιγούρα να τρέχει μέσα στα σκοτάδια ανεμίζοντας ένα κοτσίδι και μια φούστα πέρα δώθε.

Από εκείνο το βράδυ, η δεσποινίς Ελίζα δεν ξαναπάτησε στη ταβέρνα. Παράγγελνε τα γεύματά της τηλεφωνικώς, μια και είχε συνηθίσει τόσα χρόνια σε αυτό το φαγητό, κι όταν πετύχαινε τον κύριο Σάκη στο τηλέφωνο έκανε σα να μη τον είχε γνωρίσει ποτέ της. Εκείνος κρατούσε την ίδια συμπεριφορά, τυπικός και στεγνός, από μέσα του όμως έβραζε γιατί μετά το ρεζιλίκι του τα γκαρσόνια τον είχαν πάρει στο ψιλό και δυσκολεύαν ακόμα και τη θέση του ως παλαιότερου και πιο έμπειρου γκαρσονιού. Είχε πέσει ξαφνικά στα μάτια τους -έτσι νόμιζε τουλάχιστον- και γι αυτή τη κατάντια έφταιγε εκείνη. Εκείνη, η Ελίζα, η Ελίζα "του", που δεν ήταν δική του, που δεν ήταν τρυφερή και γλυκειά απέναντί του, όπως την είχε φανταστεί, αλλά μια στρίγγλα του παραμυθιού, μια μάγισσα που τον είχε μαγέψει κι έχασε τα λογικά του γι αυτό το μπόγο με κόκκαλα που ήταν το κορμί της.

Οσο περνούσε ο καιρός, τόσο ο θυμός του μεγάλωνε. Ηθελε να τη βγάλει από το νου του, να διώξει την εικόνα της, την εικόνα που τώρα πια είχε αναποδογυρίσει μέσα του, αλλά του κάκου προσπαθούσε. Ενα μεσημεράκι λοιπόν, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που του είχε υπαγορέψει πριν μερικές μέρες το ταραγμένο μυαλό του. Προφασίστηκε κάτι αδιάφορο και πήγε ο ιδιος τη παραγγελία στην Ελίζα, εκείνη περίμενε έξω απο τη πόρτα του διαμερίσματός της όπως έκανε πάντα για να μη βλέπουν τα γκαρσόνια που έφερναν το φαΐ το εσωτερικό του σπιτιού της, εκείνος άνοιξε τη πόρτα του ασσανσέρ, εκείνη άνοιξε το πορτοφολάκι της ρωτώντας όπως συνήθιζε «πόσα χρωστάω σήμερα;» εκείνος απάντησε «πολλά, πάρα πολλά χρωστάς σκρόφα και τώρα θα τα πληρώσεις μαζεμένα» εκείνη έμεινε στήλη άλατος μη πιστεύοντας αυτά που ακούει, το μαχαίρι μπήχτηκε στα σωθικά της διασχίζοντας ευκολότατα το μεταξωτό πολύχρωμο μπλουζί, πολλές φορές απανωτά, τοσο πολλές φορές που μπερδεύτηκαν τα κρέατα με το ύφασμα που έγινε κατακόκκινο, μια και το αίμα κάλυψε όλα τα χρώματα και τα σχέδια του μεταξωτού.

Αδεκεί έμεινε μαρμαρωμένος ο κύριος Σάκης, κοιτάζοντας με στυλωμένο μάτι τα αίματα να απλώνονται στο μαρμάρινο πλατύσκαλο, μέχρι που τον αναζήτησαν από τη ταβέρνα. Η πολυκατοικία δεν είχε πάρει πρέφα το συμβάν, πιθανότατα η καημένη Ελίζα δεν θά'χε βγάλει κιχ. «Δες τι μ' έκανε να κάνω η παλιόγρια, όχι, δες» είπε στο μικρό που τον έψαχνε -και τον βρήκε.

_______________________
δωράκι για το Σ/Κ, γραμμένο ατάκα κιεπιτόπου εδώ
Πάρε το ως δείγμα για το τί μπορούν να σκαρώσουν οι σφηνωμένες στο μυαλό εικόνες, αγαπημένε/η μου αναγνώστη/τρια.

2 σχόλια:

abravanel είπε...

Πάρε το ως δείγμα για το τί μπορούν να σκαρώσουν οι σφηνωμένες στο μυαλό εικόνες, αγαπημένε/η μου αναγνώστη/τρια.

Αυτό σαν απειλή μου ακούγεται... :)

Rodia είπε...

Φυσικά... ;)
..σε λίγο, αν δεν μάθουμε το μάθημά μας, θα κυνηγάμε ο ένας τον άλλο να τον χώσει στη ψειρού για "συκοφαντική δυσφήμιση" -νομίζω; Μπα, δεν το νομίζω, το έχω σίγουρο λεμε! LoL