Σελίδες

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Η επίσκεψη του Λάρρυ Νο 33 - Πάσχα εις την Πομερανίαν


«Αγαπητέ χερ Λάρρυ, μου είναι αδύνατον να σας παρακολουθήσω» είπεν η γυναίκα_ντουλάπα, στρέφουσα ολόκληρον τον ευμεγέθη κορμόν της προς το μέρος του ευγενούς ιππότου, όστις έμεινεν χάσκων ωσεί κεραυνόπληκτος. Οι φαιοί έλικες του εγκεφάλου του εδυσκολεύοντο να κατανοήσουν το ποιόν της γυναικός ταύτης, ήτις επέμενεν να τον αποκαλεί με το μπανάλ "χερ", λες και δεν διέκρινεν την ιπποτικήν του διάστασιν ή τουλάχιστον την αργυράν πανοπλίαν, ήντινα είχεν ενδυθεί προς χάριν αυτής.

Προς στιγμήν, ο ευγενής ιππότης διερωτήθει τί άραγε τού συμβαίνει και διατί ηυρέθει εις Πομερανίαν, τοσούτον ο νους του είχεν θολωθεί ώστε να ενθυμείται αμυδρώς και το εαυτού όνομα. «Η γυναίκα αυτή σκάει γάιδαρο» ετόλμησε να ψιθυρίσει όπισθεν των οδόντων του και ακριβώς τότε κατενόησεν την πρόσκλησιν της αδελφής του, όπου σαφώς, μετά μεγίστης σαφήνειας δηλαδή, ήτο αναφερόμενον το δύσκολον της αποστολής αυτού εις την χώραν ταύτην.

Η αδελφή του ιππότου, Ερμιόνη καλουμένη, είχεν ξενιτευθεί εξ απαλών ονύχων εις την ψυχράν χώραν των πομερανών κυνών, υιοθετηθείσα εκ θείου τινός εκ πατρός -εξ αιτίας των οικονομικών δυσκολιών της ευγενούς πλην πτωχής οικογενείας των Λαρρυδών- και υπανδρευθείσα έν άρρεν δείγμα των κατοίκων της χώρας ταύτης. «Μα, τί του βρήκε του μπαγάσα, ως φαίνεται θα γαμεί καλά» είχεν αναφωνήσει ο Λάρρυ άμα τη αναγγελλίη του γάμου της εαυτού αδελφής, ήντινα συνεπάθει σφόδρα και ήτο ανέκαθεν πρόθυμος να θυσιάσει και την ζωήν του ακόμη, προκειμένου να εκπληρώσει τα αδελφικά του καθήκοντα προς αυτήν. Ητο η πρώτη φορά όπου η ωραία και κατάξανθος Ερμιόνη του εζήτει κάτι και αυτό ουχί προς ιδικήν της ευχαρίστησιν αλλά υπέρ της εαυτών πατρίδος. Τουτέστιν, όπως ακριβώς περιέγραφεν εις την επιστολήν ήν είχεν αποστείλει συστημένην εις τον αδελφόν της, ο Λάρρυ εκαλείτο να δαμάσει μίαν αγρίαν πομερανήν γυναίκα, μονοκόμματον ώσπερ ντουλάπαν, η γοητεία της οποίας δυσκόλως απεκαλύπτετο εις τον πάσα ένα. Είχεν αποστείλλει εντός της επιστολής και ωρισμένας εικόνας της γυνής, ώστε ο Λάρρυ να δυνηθεί να την ερωτευθεί, διότι, ως γνωστόν, ο ευγενής ιππότης δύναται να συνευρεθεί μετά γυναικός μόνο εις περίπτωσιν κατά την οποίαν αισθάνεται ερωτευμένος και αυτό η ικετεύουσα αδελφή το εγνώριζεν λίαν καλώς.

Η πομερανή, ήντινα περιέγραφεν η αδελφή εις την επιστολήν, ήτο μία γυνή σκληρά ώσπερ λίθος, με καρδίαν εκ γρανίτου ούτως ειπείν, η οποία ήτο απαραίτητον να μαλακώσει, διότι εκ των αποφάσεων ταύτης εξηρτάτο το παρόν και το μέλλον της πατρίδος των ευγενών ιπποτών. Επειδή ταύτη ηυρίσκετο εις θέσιν υψηλήν, την ανωτάτην θέσιν του άρχοντος δήλα δη, με τας αποφάσεις της ώριζεν τα παρόντα και τα μέλλοντα συμβεί. «Τί βάζουν γυναίκες στις ψηλές θέσεις, δεν ξέρουν ότι η γυνή συνεχίζει να μαγειρεύει και εκτός κουζίνας;» διερωτήθει ο Λάρρυ άμα τη αναγνώσει της επιστολής, δεδομένου ότι ουδόλως κατείχεν την πολιτικήν και οικονομικήν, επιστήμας αχρειάστους δι ένα ιππότην του διαμετρήματός του. Εχων εμπιστοσύνην εις την κρίσιν της αδελφής του Ερμιόνης, εγυάλισεν την αργυράν αυτού πανοπλίαν ομού με την περικεφαλαίαν -έβαλε τα μεγάλα μέσα, δηλαδή- και εξεκίνησεν για το μακρινό ταξίδι ιππεύων τον εαυτού ίππον, διότι «ιππότης άνευ ίππου, σκορδαλιά χωρίς σκόρδο εστί» όπως έλεγε η σεβασμία και πάνσοφος μάμμη αυτού.

Βέβαιος ότι θα επροξένει τεραστίαν εντύπωσιν εις τους αγρίους πομερανούς, είς ιππότης ούτως ειπείν εντελώς αυθεντικός και αργυροενδεδυμένος τεμάχια μετάλλου -γκλιν γκλαν τιγκιτιγλάν εβρόντα η πανοπλία καλπάζουσα επί του ίππου- ο Λάρρυ εμειδία όπισθεν του λεπτού μύστακος και της καλοκουρεμένης γενιάδος του, ονειρευόμενος το ροδαλόν αιδοίον όν υπέκρυπτε η ντουλαπώδης αγρία μεταξύ των στιβαρών υποστυλωμάτων άτινα πόδια θεωρούνται και έφερεν εις τον νου αυτού διαφόρους μεθόδους εκπορθήσεως της πομερανής. Το ευτύχημα είναι ότι συνέπιπτεν ο εορτασμός του Πάσχα της πατρίδος του με τον εορτασμόν του Πάσχα των αγρίων κατοίκων της περιοχής αυτής του κόσμου και θα ετύγχανον περισσότεραι της μιάς ευκαιρίαι δια συναντήσεις μετ' αυτής, δεδομένου ότι, μελετών το εκτενές βιογραφικόν της, ανεκάλυψεν ότι επρόκειτο περί γυναικός ενθέρμου υποστηρικτρίας των ηθών και των εθίμων, άρα, ίνα τί ουχί και των του Πάσχα;

Η αυτοπεποίθησις του ιππότου όμως, σύντομα ηυρέθει τόσον χθαμαλώς, ίσαμε το ύψος των αστραγάλων -και άντε, το πολύ- την ησθάνετο κατόπιν και της δευτέρας συναντήσεως. «Θα φταίει που έκανε τόσες μέρες νηστεία η καημένη» εσκέφθει ο Λάρρυ, επιμένων εις την ανακάλυψιν του κομβίου όν θα έλυνεν ούτως ειπείν τας αναστολάς της γυναικός και θα του επαρεδίδετο ως ορεκτικόν εις το πιάτον. Διότι, ως γνωστόν επίσης, ο ευγενής ιππότης ουδεπώποτε εφόρμει επί γυναικός, δεν ήτο του ευγενούς του χαρακτήρος μία τοιαύτη βλαχαντερώδης συμπεριφορά, άφηνεν πάντοτε τας γυνάς να του ζητούν και ούτος να ενδίδει απλώς εις τας ορέξεις των. Μετά την αποστομωτικήν δήλωσιν δε, ότι ήτο αδύνατον να τον παρακολουθήσει, ο Λάρρυ ηννόησεν ότι πρόκειται περί ιδιαιτέρως ιδιαζούσης περιπτώσεως και, προκειμένου να κρατήσει γερά τον τίτλον του ικανοτέρου και σφοδροτέρου γαμιά μεταξύ των ιπποτών της γενεάς του, απεφάσισεν να σκεφθεί καλύτερα το πράγμα, όθεν δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα.

Την επομένη πρωίαν, οβελίαι μετά λουκανίκων είχον στηθεί εις τας εξοχάς της Πομερανίας, χώρας ωραίας αν δεν υπήρχον αυταί αι απεχθείς γυναίκες ντουλάπαι, και τα λεπτεπίλεπτα νευρικά σκυλάκια εχοροπήδουν -τσίκιτι τσικ τσακ τσικιτσάκ- άτσαλα προς όλας τα δυνατάς κατευθύνσεις επί του χλοοτάπητος. Ωραίαι νεαραί πομεραναί περιέβρεχον τα στιφογυρίζοντα λουκάνικα μετά μπίρας -«μάλλον ελλείψει λεμονίων», εσκέφθει ο Λάρρυ, όστις, εάν δεν ευρίσκετο εις διατεταγμένη υπηρεσίαν δια το καλόν της πατρίδος, σίγουρα θα είχεν συνευρεθεί με τουλάχιστον δύο δεκάδες από αυτά τα χαριτωμένα θηλυκά δείγματα της πρασίνης χώρας. Οι οφθαλμοί αυτού όμως, ήτο προσηλωμένοι εις την ντουλάπαν, ήτις ανυπομόνως εκοίταζεν τα λουκάνικα να στροβιλίζονται άνωθεν της πυράς.

«Μα, πότε πια θα φάμε;» ερώτησεν ασμένως η πομερανή, αφήνουσα δύο λακκάκια να χαράξουν τας παρειάς αυτής. Ο ιππότης εξεπλάγη ευχαρίστως και έπεσεν παρευθύς κονταροχτυπημένος: είχεν ερωτευθεί τα λακκάκια της!

«Μα, τι επάθατε αγαπητέ χερ Λάρρυ και ταβλιαστήκατε τόσον αποτόμως;» τον ηρώτησεν η πλανεύτρα και ξανάσκασαν τα λακκάκια εκατέρωθεν επί των παρειών.

«Τί είναι αυτό που δεν έπαθα, ωραία μαμζελίτσα, να ρωτάτε. Αχ, τα λακκάκια σας, αχ!» είπεν ο ευγενής ιππότης και ξανάπεσε στα χορτάρια σχεδόν ημιθανής.

«Ω, ελάτε τώρα, πρώτη φορά βλέπετε λακκάκια;» ηπόρησεν η λακκακιούσα.

«Οχι βέβαια, αλλίμονο, λακκάκια καν και καν έχω αντικρύσει, αλλά σαν τα δικά σας... Ω, είναι υπέροχα! τα υπεροχότερα! τα υπεροχότατα!» και, λέγων αυτά, ξανάπεσε τέζα.

Η συνέχεια είναι η ακριβώς αναμενόμενη. Ο ιππότης Λάρρυ συνευρέθη μετά της ντουλαπώδους λακκακιούσης γυναικός -όπισθεν παρακειμένου θάμνου γιγαντιαίων διαστάσεων- ήτις, μετά την ανακάλυψιν της εαυτής κλειτορίδος κατά σθεναράν και επίμονον υπόδειξιν του ευγενούς ιππότου, εξόντωσεν αυτόν γαμικώς, τουτέστιν τον διέλυσεν εις τα εξ ών συνετέθη, που λένε, και κραυγάζουσα συγκλονιζόμενη πατοκόρφως «Ανάστασις! Ανάστασις! Ανάστασις!» εφόρμησεν εν συνεχεία επί των λουκανίκων και εξόντωσε αρκετούς οβελίες πλήρεις εξ αυτών. Ευτυχώς, ενεθυμήθη να προσάγει και ολίγα λουκάνικα εις τον Λάρρυ, όστις -εξακολουθών ευρισκόμενος όπισθεν του θάμνου- προσεπάθει να συγκολλήσει τα τεμάχια της πανοπλίης αυτού ίνα την ενδυθεί εκ νέου, πράγμα όν τον ημπόδισεν να πράξει η -μανιώδης πλέον- πομερανή.

«Τώρα που σε βρήκα, δεν σ' αφήνω λέμε!» του εσφύριξεν εις το ευώνυμον ούς και ο δυστυχής Λάρρυ επανέλαβεν πλειστάκις το μάθημα περί κλειτορίδος, έως ότου τον διεβεβαίωσεν «ευχαριστώ τα μάλα, λατρευτέ μου ιππότα, και ό,τι θελήσεις εις την διάθεσίν σου, η καρδία μου, η χώρα μου, η κλειτορίς μου, αι βιομηχανίαι και αι τράπεζαί μου σοί ανήκουν» μη αφήνουσα αυτόν να ολοκληρώσει την γνωστήν του φράσιν μεθ' ής εξέφραζεν συνήθως την ιδικήν του ευαρέσκειαν, τουτέστιν «δούλος σας ταπεινός, κυρία μου».

Ητο γραπτόν, λοιπόν, να λήξει τόσον ευχάριστα εκείνο το Πάσχα εις την μακρινήν Πομερανίαν. Η αδελφή Ερμιόνη ήτο πασίχαρις, όλο «μπράβο αδελφούλη μου, μας διέσωσες, η πατρίς θα ευγνωμονεί σε εις τους αιώνας» έλεγε και ξανάλεγε χοροπηδώσα ως δορκάς πέριξ αυτού. Η αγρία πομερανή είχεν επιτέλους εξημερωθεί, είχεν δαμασθεί εξ ολοκλήρου, και το μέλλον προδιεγράφετο τέλειον. Τόσον τέλειον ώσπερ η κούπα ήν εδώρησεν εις τον ευγενή ιππότην λέγουσα χαριτολογούσα με τα λακκάκια της να ανοιγοκλείνουν ολορόδινα εις τας ερωτικώς διεγερθείσας παρειάς αυτής: «Την έχω φτιάξει με τα χεράκια μου, είναι η αυτοπροσωπογραφία μου, καλέ μου ιππότα, δεν ομοιάζω με σκυλάκι;»

Ο ιππότης Λάρρυ έλαβεν την κούπαν και απήλθεν ευχαριστών την -πρώην αγρίαν και νυν μαλακωθείσαν- πομερανήν και τον θεόν των Λαρρυδών, όστις εφρόντισεν να τον απαλλάξει συντόμως της παρουσίας της, ένεκα που είχεν αύτη ανειλλημένας υποχρεώσεις να παραστεί εις έν οικολογικόν συμπόσιον. Εστριψεν μειδιών τον λεπτόν μύστακα αυτού, εχάιδεψεν και την κοντοκουρεμένην μικράν γενειάδα και, εισπηδών εις έν βαγόνιον του αναχωρούντος δια την πατρίδα συρμού, επήρε την οδόν της επιστροφής τόσον συντόμως, ώστε μήτε την αδελφήν αυτού Ερμιόνην δεν επρόλαβε να αποχαιρετίσει. Θα της έγραφεν όμως, βεβαίως και θα της έγραφεν σχετικώς, ικετεύων αυτήν ίνα αποστείλει τον ίππον αυτού με τον σιδηρόδρομον, καθώς και να τον λησμονήσει επί τι διάστημα: είχεν μεγίστην ανάγκην αναπαύσεως και περισυλλογής, ώστε να μελετήσει τας προσφάτους ανακαλύψεις αυτού περί του γυναικείου φύλου και της δυνάμεως του λεπτεπιλέπτου, ευαισθήτου και μυστηριώδους οργάνου των. «Ωστε αυτό είναι το θαυματουργό κουμπί των γυναικών!» επρόλαβε να σκεφθεί και, γείρων την κεφαλήν επί του λευκού καλύματος του αναπαυτικού καθίσματος, παρεδόθη εις τας αγκάλας του Μορφέως.

Ούτωπως, η τριακοστή τρίτη επίσκεψις του ιππότη Λάρρυ είχεν και αύτη αίσιον τέλος, η σκληρά καρδία της αγρίας πομερανής εμαλάκωσεν τα μάλα, όθεν, η μήνις της γυναικός αυτής εναντίον της πατρίδος των Λαρρυδών εξέπνευσεν ωσάν αδύναμον νέφος και ωσάν πνοή αγγέλων εν τω Παραδείσω. Την μήνιν αντεκατέστησεν είς παράφορος εποικοδομητικός έρως προς τον ιππότην και τους συμπατριώτας του, αλλά η διήγησις περί του έρωτος αυτού θα απασχολήσει επόμενον πόνημα.
________________________
ΣΗΜ.1. φωτογραφία της κούπας επισυνάπτεται εις την παρούσαν ανάρτησιν, δια του λόγου το αληθές. Την απέστειλεν εις εμέ διαδικτυακώς η αδελφή του ιππότου Ερμιόνη, η οποία είναι φίλη μου στο facebook -και στο twitter άμα λάχει.
ΣΗΜ.2. κατά τα άλλα, ούτε'γώ ήμουν εκεί, ούτε σεις να το πιστέψετε. Καλή Ανάσταση πάντως!
ΣΗΜ.3. άλλες ιστορίες του ιππότη Λάρρυ θα βρείτε εδώ, καθώς επίσης υπάρχουν και δύο εξ αυτών τυπωμένες στο διασκεδαστικό βιβλιαράκι "Fortune Cookies II", εκδόσεις ΑΜΟΝΙ (βλ. προηγ. σύνδεσμο).

Δεν υπάρχουν σχόλια: