Σελίδες

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

To σιδεροσκούληκο


Εχετε διαβάσει σίγουρα κάποιες ιστορίες, όπου κάποια κοπέλλα ή νεαρός φοράει σιδερένια παπούτσια και παίρνει δρόμο και φτάνει να λιώνει ίσαμε και τρία ζευγάρια απ' αυτά. Τώρα, πώς γίνεται να λιώνουν τα σιδερένια παπούτσια, είναι μια ιστορία που θα την πούμε εδώ πέρα.

Για όλα φταίει το σιδεροσκούληκο. Το σιδεροσκούληκο είναι ένα φοβερό σκουλήκι τόσο δα μικρό. Μια σταλιά κι όμως κάνει τόσο μεγάλη ζημιά. Χώνεται που λέτε μέσα στο σίδερο και το μασάει αργά αργά -δε βιάζεται καθόλου- το σίδερο δε μπορεί ν' αντισταθεί και φεύγει. Ξεκολλάει φλούδες φλούδες, όπως ξεφλουδίζεται δηλαδή ένα κρεμμύδι. Λεπταίνει το πάχος του, αδυνατίζει και στο τέλος τρυπάει και πάει... λιώνει κανονικά.

Μια φορά ήταν ένας άρχοντας πλούσιος και τρομερός. Είχε στην κατοχή του πολλά χτήματα και δάση και ολόκληρα βουνά. Είχε και μια λίμνη κι ένα κομμάτι θάλασσα και δυο πανέμορφα ποτάμια πότιζαν με το νερό τους τα λιβάδια του. Οι χωρικοί όμως που ζούσαν κάτω απ' τις διαταγές του ήταν πολύ στνοχωρημένοι επειδή ο άρχοντας είχε μια καρδιά πολύ σκληρή, από σίδερο ήταν φτιαγμένη.

Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κοιτάζει τους λογαριασμούς του. Καθόταν απ' το πρωί ως το βράδυ και μελετούσε λογαριασμούς. Πόσο μεγάλο ήταν κάθε χωράφι και πόσο καρπό έπρεπε να παράγει, τίποτ' άλλο δεν τον ενδιέφερε. Και ζητούσε απο τους χωρικούς να παραδίνουν το σωστό καρπό -σύμφωνα με τους λογαριασμούς του σωστό βέβαια- χωρίς να λαβαίνει υπόψη του τις καιρικές συνθήκες, το κουρασμένο χώμα που δεν άντεχε απανωτές σπορές, τις ακρίδες που κατά καιρούς έπεφταν στο βιος του. Οποιος δεν έφερνε τη "σωστή" ποσότητα καρπού έπρεπε να φάει σαράντα βουρδουλιές στην κατακαημένη του πλάτη και να κόψει απ' το φαγητό της οικογένειάς του μια μερίδα την ημέρα.

Οι χωρικοί είχαν απελπιστεί, πεινούσαν κι αυτοί και τα παιδιά τους, τα ρούχα τους είχαν γίνει κουρέλια. Ν' αντισταθούν στον άρχοντα δεν υπήρχε ελπίδα επειδή είχε ένα φοβερό στρατό με στρατιώτες που ήταν εξοπλισμένοι σαν αστακοί. Το στρατό του τον πρόσεχε πολύ ο άρχοντας. Αστραφταν οι φορεσιές απο πάστρα, καλογυαλισμένα κουμπιά στις στολές και τα ολοκαίνουργια όπλα των στρατιωτών ήταν τελευταίας τεχνολογίας και καλολαδωμένα. Βέλη και φαρέτρες και ασπίδες, όλα εξαιρετικά, φερμένα απο τη Βενετιά. Οι πανοπλίες απο το Τολέδο καθώς και τα σπαθιά και τα κοντομάνικα μαχαίρια.

Που να κουνηθούν οι χωρικοί... Εβλεπαν τα παιδιά τους να ξενητεύονται μόλις πατούσαν τα δεκάξι και σιγόκλαιγαν οι μανάδες κι οι πατεράδες, που αναγκαστικά έμεναν πίσω. Είδε ο άρχοντας πως έφευγε σιγά σιγά ο λαός του κι αντί να κάτσει να σκεφτεί το γιατί, έβγαλε μια διαταγή να κλείσουν τα σύνορα. Μόνο θα έμπαιναν στη χώρα του, κανείς δεν επιτρεπόταν να φύγει. Ποιός όμως νά 'ρθει σ' αυτή την κακομοιριασμένη χώρα; Οπου γυρνούσε το μάτι, φτώχεια και δυστυχία. Μόνο στους στρατώνες και στον πύργο του άρχοντα υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί χαρά. Οι κουζίνες μοσχομύριζαν ψητά κρέατα και γλυκά και φαγιά καλομαγειρεμένα. Μόνο εκεί υπήρχαν όμορφα ρούχα και στολές λαμπερές. Στους δρόμους και στα χωράφια κυκλοφορούσε μια σκέτη κουρελαρία από πεινασμένους ξερακιανούς ανθρώπους που σερνόντουσαν κυριολεκτικά.

Μια μέρα όμως ξημέρωσε κι έφεξε ο τόπος. Ηρθε μια πεντάμορφη κοπέλα, που ήταν κόρη κάποιου χωρικού. Ελειπε πολύ καιρό, είχε πάει σε μια θειά της από τα πέντε της χρόνια, πεθύμησε όμως μεγαλώνοντας να δει ξανά τους δικούς της κι έτσι γύρισε στη χώρα του άρχοντα. Η μάνα της είχε πεθάνει κι ο πατέρας της δε χάρηκε καθόλου που την είδε επειδή σκέφτηκε το κακό που την περίμενε, τη φτώχεια και την πείνα. Η κοπέλα παραξενεύτηκε που ο ίδιος της ο πατερούλης έκλαιγε σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του και τον ερώτησε:

- Γιατί πατέρα μου κλαίς; Δε χαίρεσαι που γύρισα κοντά σου;
- Τι να χαρώ κορούλα μου; δε βλέπεις τι γίνεται εδώ πέρα; μαύρη δυστυχία μας έχει πλακώσει μ' αυτό τον άρχοντα το σκληρόκαρδο.
- Ασε πατέρα να το σκεφτώ. Εχω μια ιδέα, να δω πως μπορώ να τη βάλω σ' εφαρμογή.

Ετσι είπε η κοπέλα και, αφού έφαγε μια μπουκιά φαΐ, έπεσε να ξεκουραστεί, να κοιμηθεί για να σκεφτεί καλύτερα. Ετσι γίνεται συνήθως. Οταν βάζουμε μια ιδέα στο νου μας πρέπει να την "κοιμηθούμε", να κοιμηθούμε μαζί της δηλαδή, για να μπορέσει να μπει σε τάξη και το πρωί να ξυπνήσουμε μ' ένα σχέδιο ολοκληρωμένο στο μυαλό μας. Ας πούμε πως το κάνουμε με τα μαθήματά μας. Διαβάζουμε το βράδυ και κοιμόμαστε νωρίς μ' αυτά στο νου και το πρωί ξυπνάμε με φρέσκο μυαλό και με όλα τα μαθήματα στη θέση τους κι είμαστε στο σχολείο ξεφτέρια! Ετσι κι η κοπέλα. Κοιμήθηκε νωρίς και το πρωί ξύπνησε πολύ χαρούμενη κι είπε του πατέρα της:

- Πατέρα βάλε μου να πιω λίγο γάλα και δώσε μου μια γαβάθα να την πάω στον άρχοντα.
- Μετά χαράς κόρη μου.

Εβαλε ο γέρο-πατέρας γάλα να πιεί η κόρη του, γέμισε και μια γαβάθα για τον άρχοντα. Ηπιε η κοπέλα το γάλα, ντύθηκε, στολίστηκε και ροδομάγουλη και γελαστή ξεκίνησε για τον πύργο. Οι στρατιώτες που την έβλεπαν τη χαιρετούσαν κι άνθιζε η ψυχή τους με τ' όμορφο χαμόγελό της κι ούτε που σκέφτηκε κανείς τους να τη ρωτήσει από που έρχεται και που πηγαίνει. Φτάνει που περνούσε ανάμεσά τους και τους δρόσιζε με την παρουσία της. Φτάνει κάποια στιγμή η κοπέλα στο παραπόρτι του πύργου. Εκεί στεκόταν ένας στρατιώτης άγριος μ' ένα σκύλαρο δίπλα του.

- Ποιά είσαι και τι ζητάς στον πύργο του άρχοντα;
- Μια κοπέλα είμαι και του φέρνω γάλα φρέσκο απο την προβατίνα μου.
- Καλά, άντε πέρασε!

Της απάντησε κεραυνοβολημένος κι αυτός απο το γλυκό της χαμόγελο. Μια και δυο λοιπόν, άρχισε η κοπέλα ν' ανεβαίνει τα σκαλιά μέχρι πού 'φτασε στην κάμαρη του πύργου, όπου καθόταν ο άρχοντας τριγυρισμένος απ' τους λογαριασμούς του. Χαρτιά και χαρτάκια ένα γύρω κι αυτός στη μέση να λογαριάζει ξανά και ξανά. Η κοπέλα χτύπησε την πόρτα. Τακ-τακ-τακ. Σήκωσε ο άρχοντας ξαφνιασμένος το κεφάλι του, την κοίταξε και τη ρώτησε:

- Ποιά είσαι και τι θέλεις εσύ εδώ πέρα;
- Είμαι μια κόρη που γύρισα απ' την ξενητιά κι έφερα φρέσκο γάλα να το πιεί η αφεντιά σου να συχωρνάει τη μανούλα μου την αποθαμένη.
- Αντε, φέρτο να το πιώ. Μμμμ καιρό έχω να πιώ τόσο νόστιμο γάλα!

Είπε ο άρχοντας κι άδειασε τη γαβάθα μονορούφι. Του άρεσε τόσο πολύ και το γάλα μα και η χαριτωμένη και χαμογελαστή κοπέλα, που ζήτησε να του ξαναφέρει γάλα και το επόμενο πρωί. Εφυγε πετώντας η κόρη του χωρικού και γύρισε στο ταπεινό καλυβάκι της. Ελουσε τα λαμπερά μαλλάκια της που χρύσιζαν στον ήλιο κι άρχισε το τραγούδι. Την άκουσε ο γερο-πατέρας γυρίζοντας απο το χωράφι και τη ρώτησε:

- Τι τραγουδάς κορούλα μου; Τραγουδάς τη μιζέρια μας; Τραγουδάς τη φτώχεια και την κακομοιριά μας;
- Οχι, πατερούλη μου. Τραγουδάω όλα τα καλά του κόσμου που θά 'ρθουν στο φτωχικό μας. Τραγουδάω όλα τα καλά το κόσμου που θά 'ρθουν στη χώρα μας, σε όλους τους ανθρώπους, σ' όλες τις οικογένειες.

Πάει, τρελλάθηκε το κοριτσάκι μου, σκέφτηκ' ο γέρο-χωρικός και φοβήθηκε να της ξαναμιλήσει. Ετσι είναι. Αμα δούμε κάποιον που διαφέρει κάπως από μας, φοβόμαστε. Αμα κάποιος λέει τα πράγματα διαφορετικά από μας, αντί να προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε, φοβόμαστε και πάλι. Ετσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Από την άλλη μεριά πάλι, θέλουμε να μας καταλαβαίνουν όλοι χωρίς να τους εξηγούμε τα δικά μας λόγια. Μυστήρια η ψυχή κι ο νους του ανθρώπου. Ετσι είναι όμως και μονάχα αν θέλουμε εμείς οι ίδιοι μπορεί ν' αλλάξει κάποτε αυτό.

Η κοπέλα δεν είχε τρελλαθεί, καθόλου μάλιστα. Είχε το σχέδιό της. Για να φτάσει απ' τη μακρινή χώρα της θειάς της είχε λιώσει δυο ζευγάρια σιδερένια παπούτσια. Σκέφτηκε λοιπόν να βάλει ένα σιδεροσκούληκο μέσα στο γάλα που έπινε ο άρχοντας για να λιώσει σιγά σιγά το σίδερο που κρατούσε φυλακισμένη την καρδιά του. Απλό πράγμα και πως δεν τό 'χε σκεφτεί κανείς μέχρι τότε;

Συνέχισε να του πηγαίνει μια γαβάθα γάλα κάθε πρωί κι ο άρχοντας τό 'πινε με μεγάλη ευχαρίστηση. Πέρασαν ενας μήνας, δυο μήνες, στους τρείς μήνες απάνω, ο άρχοντας είπε ν' αφήσει για λίγο τους λογαριασμούς του και να κάνει μια βόλτα με τ' άλογο στα χωράφια του. Εκεί είδε χωρικούς αδύνατους να σέρνουν με κόπο τα εργαλεία για να σκάψουν και να σπείρουν. Είδε κουρελισμένα ρούχα και καπέλα ξεσκισμένα. Είδε χωράφια αραιοφυτεμένα σαν του σπανού τα γένια. Ξέρετε πώς είναι του σπανού τα γένια, ε; Μια τρίχα φυτρώνει εδώ κι η άλλη δυο δάχτυλα πιο πέρα. Ετσι και τα χωράφια απ' το πολύ δούλεμα. Ενα φυτό εδώ και τ' άλλο ένα μέτρο παρα πέρα. Ετσι ακριβώς που σας το λέω.
Απόρησε ο άρχοντας, πήγε κοντά σ' ένα γεροντάκο και τον ερώτησε:

- Τι συμβαίνει γέρο μου στα χωράφια μου; Και γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο συφοριασμένοι; Επεσε λιμός και δε μού 'πατε τίποτα; Γιατί;
- Τι να σου πω άρχοντά μου! Δε συμβαίνει κάτι που να μη το ξέρεις. Τόσες φορές ερχόμαστε στον πύργο σου και σου λέμε κάθε φορά τι γίνεται κι εσύ, χωμένος στους λογαριασμούς σου, ούτε μας δίνεις σημασία, μόνο όλο ζητάς και ζητάς...

Ο γέρο-χωρικός αυτός μίλησε έτσι θαρρετά επειδή ήταν πολύ γέρος και δεν είχε τι να φοβηθεί. Ετσι κι αλλιώς ο θάνατος τον περίμενε, όπου νά 'ναι θ' άφηνε τούτο τον κόσμο για να πάει στον άλλο, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός, ούτε και του άρχοντα. Προχώρησε ο άρχοντας να πάει παρακάτω να δει κι άλλα, να δει τι συμβαίνει στη χώρα του. Πήγε προς τα βοσκοτόπια. Κάπου εκεί κοντά ήταν κι η κοπέλα που είχε έρθει να ταΐσει τα προβατάκια της. Μόλις τη βλέπει ο άρχοντας πάει προς το μέρος της και της λέει:

- Τα ήξερες όλα ετούτα που συμβαίνουν στη χώρα μου; Γιατί δε μού 'πες τίποτα;
- Τι να σου πω άρχοντά μου; Τόσα χρόνια σου λένε και σου λένε, μα εσύ το νου σου στις τιμωρίες και στα όπλα τον είχες. Εδώ οι άνθρωποι πεινάνε, η γη έχει αγριέψει και ζητάει να ξεκουραστεί λιγάκι. Δες το και μόνος σου. Μαύρη φτώχεια και δυστυχία βασιλεύει κι η εξουσία σου χωρίς γη και υπηκόους τι θα γίνει; Θα σβήσει.

Η κοπέλα μίλησε έτσι επειδή κατάλαβε πως το σιδεροσκούληκο είχε κάνει τη δουλειά του στην καρδιά του άρχοντα. Αμα σ' ένα χρόνο τρώει ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια, δε θα φάει το σίδερο της καρδιάς πάνω στο τρίμηνο; Τι λέτε κι εσείς, ε; Δε φοβότανε λοιπόν μη την τιμωρήσει ο άρχοντας και μίλησε κι αυτή θαρρετά σαν το γέρο-χωρικό αλλά γι άλλο λόγο. Ο άρχοντας την έβαλε πάνω στ' άλογό του και κίνησαν να δούνε όλα όσα συνέβαιναν στη χώρα του. Οσο προχωρούσε, τόσο το χαμόγελο έσβηνε απ' τα χείλη του μέχρι που έγινε σκυθρωπός και φτάνοντας στον πύργο έβαλε τα κλάμματα στον ώμο της κοπέλας, λέγοντάς της:

- Αχ! Τι ανόητος που ήμουνα, θα με συχωρέσεις ποτέ; Ντρέπομαι που το λέω αλλά δεν τολμώ ν' αντικρύσω το πρόσωπό σου, φοβάμαι να σου ζητήσω να μου ξαναχαμογελάσεις. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει γιατρειά για όλο αυτό το κακό...
- Και βέβαια υπάρχει γιατρειά άρχοντά μου! Μη στενοχωριέσαι και όλα θα γίνουν όμορφα, όπως πριν απο χρόνια. Πάμε στην κάμαρή σου να σου εξηγήσω.

Πήγαν στην κάμαρη κι εκεί η κοπέλα μάζεψε όλους τους λογαριασμούς και τους έριξε στη φωτιά. Πήγε μετά στην κουζίνα και παράγγειλε ένα ζεστό ρόφημα για να πιούνε με τον άρχοντα. Οταν ήρθε το ρόφημα, πίνοντας γουλιά γουλιά του διηγήθηκε την ιστορία της γης, που θέλει που και που να ξεκουράζεται, του διηγήθηκε την ιστορία του ανθρώπου, που ζητάει που και που τη χαρά για να ζεσταίνει την ψυχούλα του. Ετσι είν' ο άνθρωπος. Μπορεί να ζεί χωρίς ψωμί άμα βρίσκει λίγη χαρά, αλλά χωρίς ψωμί και χωρίς χαρά η ζωή του περνάει γρήγορα και φεύγει και δεν ξανάρχεται. Του διηγήθηκε την ιστορία του χαμόγελου που ανθίζει σε χείλη που δεν έχουν μαραθεί απ' τη στέρηση και τη στενοχώρια κι άλλες πολλές ιστορίες. Ο άρχοντας απόρησε:

- Πως όμως εσύ κοπέλα μου ήσουνα χαμογελαστή;
- Ημουνα χαμογελαστή άρχοντά μου, επειδή είχα χρόνια να δώ τον πατέρα μου και τον είδα. Ημουνα χαμογελαστή γιατί είχα ενα καλό σκοπό στη ζωή μου, να σώσω εσένα και τη χώρα μας από το κακό.

Εκεί απάνω του διηγήθηκε και την ιστορία με το σιδεροσκούληκο. Ο άρχοντας έβαλε τα γέλια και στρώθηκε στη δουλειά. Φώναξε και τού 'φεραν ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, όπου έγραψε καινούργιους Νόμους για να είναι πάντα η χώρα του ευτυχισμένη. Ενα Νόμο για την ξεκούραση της γης, ένα Νόμο για τη χαρά των ανθρώπων, ένα Νόμο για το στρατό του -να είναι στρατός που πολεμάει μόνο τον εχθρό και όχι τους δικούς του υπηκόους δηλαδή. Στο τέλος έβαλε την υπογραφή του και από κάτω έγραψε να είναι η κοπέλα αυτή -που τη λέγαν Αβρακόμη- η πρώτη συμβουλατόρισσά του και άμα πεθάνει να γίνει κληρονόμος της περιουσίας του.

Η Αβρακόμη δεν συμφώνησε με τον τελευταίο όρο και, σα συμβουλατόρισσα που ήταν, τον άλλαξε κι έβαλε τον άρχοντα να γράψει πως, μετά το θάνατό του, κληρονόμοι θα ήταν όλοι οι κάτοικοι της χώρας του. Ετσι κι έγινε. Οταν πέθανε ο άρχοντας γίνηκαν μεγάλα γλέντια μετά την κηδεία του. Εμεινε στην ιστορία της χώρας ως "ο άρχοντας καλόκαρδος" του έστησαν κι ένα ψηλό άγαλμα, όπου ήταν καβάλα στ' άλογο και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Από εδώ: -->> http://rodiat3.blogspot.com/2006/06/blog-post_114951461071591611.html
(παραμύθι - σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο)
_____________________
ΣΗΜ.1. υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πολεμά κανείς.
ΣΗΜ.2. το όνομα "Αβρακόμη" το άκουσα πριν πολλά χρόνια στο Αχλάδι, ένα παραθαλάσσιο χωριό της Φθιώτιδας, ανάμεσα Στυλίδα και Πελασγία. Ετσι λέγαν ένα παλιό αρχοντικό, «το σπίτι της Αβρακόμης», που ήταν -λένε- κυρία επί των τιμών κάποιας παλιάς βασίλισσας, νομίζω της Σοφίας, και ζούσε εκεί -λένε- τα τελευταία της χρόνια μέχρι που πέθανε. Οι γεροντότεροι θυμόντουσαν πολυτελείς άμαξες που έφταναν από την Αθήνα. Αυτά τα άκουσα όταν ήμουν αρκετά νέα για να δώσω ιδιαίτερη σημασία και δεν ρώτησα να μάθω περισσότερα. Τότε, ήταν ένα αρκετά ερειπωμένο σπίτι πίσω από κάτι καλαμιές. Σήμερα, δεν ξέρω καν αν υπάρχει ακόμα.

2 σχόλια:

PAVLOS είπε...

Τι πιο όμορφο να ξεκινάς την εδβομάδα σου διαβάζοντας ένα τέτοιο παραμύθι!!!

Καλή εβδομάδα να 'χουμε.

Rodia είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε :)))
Καλή βδομάδα επίσης. Πες πες, πού θα πάει; και να μην είχε αυτή την πρόθεση, ε, θα γίνει καλή!