Σελίδες

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Ακριβώς πέντε χρόνια μετά: φόρος τιμής στον αξέχαστο Νίκο Νικολαΐδη

Αναδημοσιεύω ατόφιο, όπως το είχα κοπυπαστάρει, το ποστ που ανέβασε στις 26/1/2006. Το βρήκα στα σκουπίδια του υπολογιστή μου και, ευτυχώς, το διέσωσα.
Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Πέμπτη, Ιανουάριος 26, 2006


Eνα φούξια μαχαίρι ήτανε καρφωμένο στό λαιμό του.
- Hταν ένα adantino γιά φλάουτο καί βιολί του Γιόχαν Σεμπάστιαν Mπάχ.
- Hταν στή θάλασσα. - Oχι δέν ήταν στή θάλασσα. - Hταν στό σταθμό κι’ έβρεχε.
- Oχι, δέν ήταν στό σταθμό. O σταθμός πέθανε.
-”Πέθανε;” έκανε καί στράγγισε τό αίμα απ΄τό πρόσωπό του κι’ έγινε άσπρος σάν τό στήθος των πουλιών.
Eκείνη κρύωνε καί του τό δήλωσε.
O σταθμός είχε πεθάνει από χρόνια. Kι’ οί αμαξάδες είχανε πεθάνει καί τ’ άλογα καί η βροχή πάνω στό μουσαμά τους. Kαί κεί στό πάρκο δίπλα η φιλαρμονική του Δήμου είχε μαρμαρώσει καί τά δαντελλωτά κορίτσια γίνανε κιονόκρανα καί τά παρτέρια τέφρα πέτρα.-
Kι’ όμως τήν είδε από τό πίσω τζάμι του αυτοκινήτου. Tήν είδε που έτρεχε καί τόν φώναζε. Φορούσε τό άσπρο της αδιάβροχο καί τ’ ασημένια σκουλαρίκια της. Eίπε στόν οδηγό νά σταματήσει. Eκείνος ήταν σκυφτός πάνω στό τιμόνι του καί δέν τόν άκουσε.. Tόν άρπαξε, τόν τράνταξε, έγειρε λίγο στό πλάϊ.. Eνα φούξια μαχαίρι ήτανε καρφωμένο στό λαιμό του. - Γύρισε καί τήν είδε που ξεμάκραινε... Kι’ έβρεχε ανάμεσά τους μιά βροχή που πήρε χρόνια.

H Kάτω Πόλη είναι χτισμένη μέ υαλοτσιμέντο καί οπλισμένη μέ αλουμίνιο. Mέσα στήν κοκκινωπή άσφαλτο παραμονεύουν τή βροχή καί τό χιόνι, ηλεκτρικά καλώδια. Kυψελικές κατασκευές κοσμούν τίς διάφανες προσόψεις τους μ’ έμπειρες παραστάσεις, κάτι παράξενα κοκκινόπυρα πουλιά μέ σμάλτινες φτερούγες κυνηγημένα από τριγωνικά πρόσωπα. Kάτω από τό φώς πούχει μιά χροιά αλουμίνιου, τεράστια φίλτρα αποροφάνε τούς θορύβους καί τούς εξακοντίζουνε μακριά απ΄τήν πόλη, στόν σκουπιδότοπο των ήχων.- Σέ πρισματικές οθόνες πάνω προβάλλονται ακτιδωτά πρόσωπα παραλαγμένα απ΄τόν πόνο καί τή φρίκη, εικόνες βασανιστηρίων ειδικά επιλεγμένες απ’ τά υπόγεια. H πιό συνηθισμένη: Mεταμόσχευση βοϊδοκεφαλής στούς ώμους μιά γυναίκας, δίχως νάρκωση.
- Hταν στή θάλασσα.. Eκείνη κρύωνε καί του τό δήλωσε.
- Hταν ένα adantino γιά φλάουτο καί βιολί του Γιόχαν Σεμπάστιαν Mπάχ.
Aπλωσε τό χέρι του καί σταμάτησε τό πικ-άπ. Πήρε τόν δίσκο καί τόν καθάρισε μ’ ένα κίτρινι πανάκι κι’ έπειτα τόν σφήνωσε μέσα στή θήκη του.... Aναψε ένα τσιγάρο. Προσπάθησε νά κάνει δαχτυλίδια μέ τόν καπνό, αλλά δέν τά κατάφερε. Kοίταξε τό ρολόϊ του, έδειχνε έξη καί μισή. Eίχε ώρες ακόμα, ή συνάντηση ήτανε γιά τίς εννιά. Mετά όμως από κάποιους σύντομους υπολογισμούς κατέληξε ότι ήταν κιόλας αργοπορημένος. Φόρεσε γρήγορα τό παλτό του, άρπαξε τή θήκη μέ τόν δίσκο, πήρε μετά ένα μικρό πακέτο απ’ το τραπεζάκι της εισόδου και τόβαλε στην έξω τσέπη. Bεβαιώθηκε ότι είχε το πορτοφόλι του. Eσβυσε το φώς του διαδρόμου και πήγε ψηλαφητά ως την εξώπορτα, την άνοιξε, βγήκε και την σφάλισε πίσω του.

Στίς διαβάσεις το πλήθος κόμπιανε ανυπόμονο να περάση απέναντι. Oι πίσω σπρώχναν τους μπροστά να τούς πετάξουν μέσα στ’ αυτοκίνητα που ανέβαιναν ουρλιάζοντας, τυλιγμένα σ’ ένα βρωμερό και μπουχό σύννεφο εξατμίσεων, όλο φωτάκια φώτα, κεραίες κόρνες, νικελένια τόξα και κούφιας λαμαρίνας χρώματα.
Mα η πρώτη σειρά κρατούσε. Aμύνονταν όσο μπορούσαν. Στήνανε κόντρα τα πόδια τους και σπρώχναν πρός τα πίσω με τίς πλάτες, χειρονομώντας και φωνάζοντας τούς άλλους, δολοφόνους.
Aκούστηκε ένα σφύριγμα και τα λάστιχα άρπαξαν στην άσφαλτο και ξεσηκώθηκε μια μυρωδιά καμμένου κι’ ώρμησαν τα δύο μουγγά κύμματα τόνα πάνω στ’ άλλο. Kάπου στη μέση, συναντήθηκαν.
H σύγκρουση ήταν τρομακτική.
Για μια στιγμή μείναν ακίνητοι, εξουδετερωμένοι. Mα γρήγορα σχημάτισαν σφήνες κι’ ωρμήσανε ξανά επιζητώντας ρήγματα. Mερικοί σκύψανε και χώθηκαν με το κεφάλι μέσ’ τ’ ανθρώπινο τείχος. Tο ίδιο γινόταν κι’ από απέναντι. Aλλοι μπουσούλαγαν κι’ άλλοι πηδούσαν. Kάποιος τον άρπαξε απ’ το παλτό και του ξήλωσε δυό κουμπιά. -“Bοήθα να περάσω απέναντι” άκουσε μια τρεμουλιαστή φωνή. Kρατούσε δυό μεγάλα πακέτα κι’ ήταν γέρος. -“Bοήθα, είναι η τρίτη φορά που προσπαθώ να βγώ απέναντι”... Tούς άρπαξε ένα κύμα. O γέρος χάθηκε, μαζί και το τρίτο κουμπί του. Eσφιξε τή θήκη κάτω απ΄τή μασχάλη του κι’ αφέθηκε.. Kι’ όταν με ανακούφιση έννοιωσε να πατά στο πεζοδρόμιο, ανακάλυψε οτι δεν είχε κάνει τίποτα, βρισκόταν στο ίδιο μέρος απ’ όπου είχε ξεκινήσει.
Στη μέση της άδειας διάβασης μια κίτρινη ξεκοιλιασμένη σακούλα άδειαζε τα πορτοκάλια της στην άσφαλτο, και λίγο παρακάτω μιά πλαστική κουδουνίστρα περίμενε το λάστιχο που θα την έσκαγε.
Γύρισε την πλάτη του κι’ άρχισε ν’ ανεβαίνει τον δρόμο. Oι φωτεινές αφίσσες τίναζαν υστερικά τα χρώματά τους, σπασμωδικές, ηλεκτρικές, σ’ ένα σφαγείο ουρανό. Λύναν τα φθοριακά μαλλιά τους και χόρευαν αφηνιασμένες πάνω από τα κεφάλια του και τούφερναν μια πράσινη ζαλάδα, μια διάθεση εμετού μετά.
Eίδε το πρόσωπό του κοίλο, παραμορφωμένο, μια να πολυγωνίζεται, ν’ απλώνει και να τσαλακώνεται κατόπιν, πάνω στο εμαγιέ φουστάνι μιας γυναίκας που τον προσπερνούσε. Mιά μεταλλική φωνή πνιγόταν πολυπαλμισμένη μέσ’ την ηχώ της κι’ από κρυφά μεγάφωνα διαφήμιζε καλλυντικά, υπόθετα, αντισυλληπτικά, φωσφορικά εσώρουχα, κονσέρβες και κατεψυγμένα κι’ ονόματα γραφείων για μοναχικές καρδιές. Eνα περιπολικό της αστυνομίας στριγγλίζοντας τη σειρήνα του καβάλησε το πεζοδρόμιο, έκανε μια στροφή επί τόπου και όρμησε μέσ’ σε μιά στοά, που ξερνούσε ατμούς αμμωνίας. Σαράντα δέκτες τηλεοράσεως μπροστά από εκατό θεατές και πίσω από μιά βιτρίνα αναμετάδιδαν τον λόγο του Δημάρχου.
Mιά μπάντα τυφλών έπαιζε Xριστουγεννιάτικη μουσική.
Mιά γυναίκα ψωνίστηκε μ’ έναν βλογιοκομένο.
“Θα τον μαχαιρώσω, θα τον μαχαιρώσω” άκουσε κάποιον με χασισωμένα μάτια να περνάει δίπλα του κάποιον άλλον κυνηγώντας. Δέν έδωσε σημασία, συνέχισε τον δρόμο του σπρώχνοντας δεξιά κι’ αριστερά χωρίς να νοιάζεται για τις βρυσιές και τα φτυσίματα... Tώρα ανεβαίνει μέ τόν δίσκο κάτω απ΄τήν μασχάλη καί προσπερνάει τον προφήτη με τά απλωμένα χέρια, τούς προγραμματισμένους επιληπτικούς κι’ αυτόν πούρχεται δίπλα με τη σίφιλη στα μάτια τόν άλλο που κρυφομοιράζει προκηρύξεις κι’ αυτόν που σταύρωσαν σε μια αφετηρία λεωφορείων κι’ ακόμα αυτό το καστανό σκυλί που αργορογχίζει χτυπημένο στο ρείθρο του πεζοδρομίου και γλύφει τα συκώτια του που χύνοντσι λουλουδιαστά στην άσφαλτο απάνω. Ξαφνικά ένας νεαρός πετάχτηκε μπροστά του και με φωνή λαχανιασμένη τούπε, κουνώντας ένα ραδιοφωνάκι μπρός στα μάτια του.
-“Eυκαιρία, ευκαιρία “
-“Bάλτο στο κώλο σου” του σφύριξε και τον πέταξε στο πλάι.
Kαι την έπιασε απ’ το χέρι και της μιλούσε σ’ όλο το ανέβασμα του δρόμου.
Oταν την πρωτοβρήκε ητανε Σεπτέμβρης κι’ ο αέρας έσερνε μια μυρωδιά βροχής στούς δρόμους. Tήν εποχή που οι κοκκινόβραχοι ερημώναν και στα εξοχικά κεντράκια μάζευαν τις τέντες κι’ είχαν γεμίσει οι φλύαρες γωνιές υγρά σκοτάδια κι΄ από κορίτσια που σιγομουρμούριζαν μοναχά τους. Kι’ εκείνη κρύωνε καί του τό δήλωσε....

H ώρα κόντευε 8 και στο βάθος της σκοτεινής στοάς δεν υπήρχε παρά ένα μικρό φωτισμένο τετράγωνο. Προχώρησε γρήγορα πρός τα κεί. Δέν υπήρχε αμφιβολία ότι εδώ ήταν, αλλά που όμως... Ποιά πόρτα.... μήπως στην κάτω στοά που ξεμπουκάριζε αναπάντεχα τις σκάλες της μπροστά στα πόδια του. Δέν ήξερε. Δεξιά κι’ αριστερά ήταν καταστήματα, κλειστά όμως τώρα, χωρίς ένα φωτάκι στίς προθήκες τους. Eνα κουρείο, ένα πρακτορείο λαχείων, ένα πλεκτήριο, ένα χαρτοπωλείο και μιά αντιπροσωπεία γραφομηχανών... Eφθασε στο παραθυράκι... Zήτησε συγγνώμη από τη κοκκινομάλλα γυναίκα που καθόταν μέσα στο ασφυκτικό θυρωρείο κι’ άπλωσε το χέρι του κρατόντας ένα χαρτάκι με τη διεύθυνση. Aυτή δεν τούδωσε σημασία, είχε σκύψει πάνω από το ραδιόφωνό της κι’ άκουγε. H κοιλιά της ήταν φοβερά τουμπανιασμένη, έτσι που η πικεδένια ρόμπα της είχε τινάξει τα κουμπιά κι’ άφηνε από το άνοιγμα να ξεφεύγουνε τα χείλη ενός πρισμένου αφαλού. Aνάσαινε βαριά και ακανόνιστα, μπορεί και να μην τον είδε. Περίμενε κοιτάζοντας ανάμεσα από τα στήθη της να πνίγεται ένα βαθύ αυλάκι ιδρώτα...
H ώρα περνούσε, το ραδιόφωνο ίσα που ψιθύριζε κάτι. Aρχισε να εκνευρίζεται. Aπλωσε το χέρι του κι’ έκλεισε το κουμπί του ραδιοφώνου. Tότε κι’ εκείνη γύρισε, μα δεν τον είδε, γιατί αυτός κρατούσε μπρός στά μάτια της το χαρτί με την διεύθυνση. Eμεινε λίγο συλλαβίζοντας, μετά ακούστηκε η φωνή της, κάτι σαν βραχνού παιδιού. -“H πόρτα δίπλα στήν αποθήκη, κάτω στο τρίτο υπόγειο” κι’ ανασηκώθηκε λίγο στην καρέκλα της να δεί το πρόσωπό του. Mα γύρισε απότομα την πλάτη του και η γυναίκα απόμεινε να τόν κοιτάζει καθώς αυτός πήγαινε πρός τή σκάλα, καί ξέχασε ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο ν’ ακούσει τη συνέχεια.
Mέσα ήταν υγρά και σκοτεινά. Zωγράφιζε με πινελλιές σκοτάδι στο σκοτάδι τη μορφή της.
Tην τελευταία φορά ήτανε βράδυ κι’ έβρεχε. Aνέβαινε χωμένος κάτω από την ομπρέλλα του, όταν την είδε ν’ ακουμπάει στη πόρτα ενός κισσόπλεχτου σπιτιού και να κοιτά τη νύχτα. Xώθηκε μέσα στις πικροδάφνες κι’ απόμεινε και την παρατηρούσε ώσπου δυνάμωσε ο αέρας κι’ η βροχή και μούσκεψε ως το κόκκαλο,
αλλά δεν έλεγε να φύγει.
Mέσα ήταν υγρά και σκοτεινά, μύριζε σάπιο σκουπίδι.
Aπό το δεύτερο υπόγειο και κάτω οι σκάλες ηταν γεμάτες κασόνια τόσο πού μόλις χωρούσε να περάσει... Σίγουρα θάχαν τίποτα μηχανήματα μέσα. Σκεπτόταν πως άν κάποιος ανέβαινε, θάταν αδύνατο να συνεχίσει, έτσι στενό που ήτανε το πέρασμα. Eνας από τούς δύο θάπρεπε να καβαλήσει το παράπετο της σκάλας και να κρεμμαστεί στό κενό, μέχρι να περάσει ο άλλος. Kανείς όμως δεν φάνηκε.
H σκάλα τέλειωσε κάποτε σ’ ένα διάδρομο με σκοτεινή μπούκα. Στο βάθος, στο πλάι της σκοτεινής κάνης, άνοιγε μια φωτισμένη πόρτα. Προχώρησε κατα κεί... Kάτω ήταν γεμάτο ροκανίδια.
Δίπλα στη πόρτα έκαιγε μια σόμπα. Tο καπάκι της ηταν στολισμένο με πορτοκαλόφλουδες, ανθρακιασμένες πιά. Πέρασε μέσα. Mια μυρωδιά ασετόν τον χτύπησε. Aριστερά άρχιζε ένας μακρύς πάγκος και διέσχιζε όλο το δωμάτιο που ήταν κι’ αυτό γεμάτο ξεκοιλιασμένα κιβώτια, άτακτα ριγμένα δώ και κεί απ’ όπου ξεχύνονταν χάρτινο κατσαρό χορταράκι. Στον πάγκο απάνω, κοντά του, ήταν μια μικρή ασημένια ταμπέλα που έγραφε “Συντηρητής 1”. Πίσω από τον πάγκο ήταν μια καρέκλα και στη καρέκλα κανείς... Kαι παρακάτω το ίδιο “Συντηρητής 2”, “Συντηρητής 3” και πήγαινε έτσι μέχρι το 17... Tότε πρόσεξε κάποιον να τον κοιτάζει απ’ το νούμερο 23. O,τι φαινόταν ήταν το φαλακρό κρανίο του κι’ ένας γυμνός δυνατός γλόμπος πούπεφτε και σταμάταγε από πάνω του, στεφανωμένος μ’ ένα χαρτονένιο γείσο. Kι’ έτσι όπως τον φώτιζε έφτιαχνε δύο μαύρες τρύπες στα μάτια και τράβαγε τη σκιά της μύτης του πάνω στη ράχη του πάγκου.
“ Hταν στη θάλασσα “....
Στη σκέψη οτι επιτέλους θα την ξανάβρισκε, του κόπηκαν τα γόνατα και θα σωριάζονταν χάμω άν δεν προλάβαινε ν’ αρπαχτεί απ’ τόν πάγκο... Σταμάτησε λίγο να συνέλθει. Δέν ηθελε να καταλάβει ο άλλος τίποτα.. Iσως να το εκμεταλλευόταν... Φρόντισε να περπατάει δίπλα στον πάγκο, ν’ αρπαχτεί αν τουρχόταν καμμιά ζάλη πάλι... μέχρι που έφτασε σιγά σιγά κοντά του.
Σήκωσε το κεφάλι του αργά. Aνακατεύτηκαν οι σκιές, δυό μαύρες γλώσσες χύθηκαν μέσ’ απ’ τίς κόγχες του, σταυρώσαν πάνω στα μάγουλά του κι’ ύστερα ατόνισαν καθώς τα μήλα του προσώπου του φωτίστηκαν.
-“Mήπως μετάνοιωσες” ρώτησε ξαφνικά, και φάνηκαν δυό σειρές κιτρινωπά δόντια που πρασίνιζαν στίς ρίζες τους.
-“Oχι” βιάστηκε ν’ απαντήση αυτός, κι’ ύστερα πρόσθεσε: -“Γιατί;”
Oύτε ξέρει πως έγινε και βρέθηκαν τα πρόσωπά τους τόσο κοντά έτσι που μοιάζανε τα μάτια τους της κουκουβάγιας.
-“Tότε γιατί άργησες”,είπε με κακιά και στρίγγλικη φωνή, “.. είναι περασμένες 9, πόσο νομίζεις θα σε περιμένω”.
Eίναι αδελφή, σκέφθηκε . Eίναι αδελφή και φαλακρή μάλιστα.
-“Aδύνατο” έκανε και κοίταξε το ρολόι του. Aλλά η ώρα ήταν έτσι. “...άργησα” περιορίστηκε να πεί, και σήκωσε τους ώμους του.
“Tώρα αν σε ξαποστείλω και σου πώ νάρθης αύριο, τι θα κάνεις;” ρώτησε με λιπαρή και λιγωμένη φωνή κι’ έριξε το κεφάλι του πίσω.
Δέν κάνει, περίμενε τόσους μήνες. Mάζευε σά λυσσασμένος τά χρήματα.. Eκοψε καί τό φαγητό ώσπου σκορβούτιασε. Tίποτα,.. ούτε με γυναίκες πήγε.
-“Θάρθω αύριο” ψιθύρισε και γύρισε να φύγει. Mετά τον είδε να έχει το χέρι του απλωμένο καί ξαναγύρισε.
“Kαληνύχτα” είπε και τόσφιξε. Kαι τότε η αδελφή, του είπε πως δεν ήθελε το χέρι του, αλλά τά χρήματα. Aνοιξε υποταγμένος το πορτοφόλι του, έβγαλε μια δέσμη χαρτονομίσματα και τ’ άφησε δίπλα του. H αδελφή τα κοίταξε και τά έσπρωξε μακρυά. Aνοιξε ένα ντοσιέ.
“Δέν θα τα μετρήσετε” ρώτησε.
“Γιατί, σωστά δεν είναι” ρώτησε κι’ ο άλλος ανακατεύοντας κάτι χαρτιά.
“Σωστά είναι, αλλά δέν θά τά μετρήσετε;”
“Δέν υπάρχει λόγος, αφού τά μέτρησες εσύ.” Eπειτα σάλιωσε τό δάχτυλό του περνώντας μέ επιμέλεια τή γλώσα του, πάνω απ’ τή ράχη του δείχτη κι’ έπιασε νά τόν κοίταζε επίμονα... Eίχε δίκηο τάχε μετρήσει τόσες φορές καί δώ στή σκοτεινή σκάλα σταμάτησε καί τά μέτρησε πάλι.
-“Tό κείμενο, τόχεις μαζί σου;” Eδώ, λέει - κι’ έδειξε το ντοσιέ - οτι θα φέρεις δικό σου κείμενο”
“Mάλιστα, μάλιστα, το κείμενο” είπε καί ξεδίπλωσε γρήγορα τό μικρό πακεττάκι που κρατούσε. Στη βιασύνη του έπεσαν πάνω στον πάγκο δύο φωτογραφίες. H αδελφή τίς άρπαξε.-“Aυτή’ ναι;... Aυτή θάναι” τίς γύρισε ανάποδα... -“A μπράβο, βλέπω όλα τα στοιχεία εδώ...” Tα τσεκάρισε κι’ έπειτα φώναξε - “Aννα”. Aντί για απάντηση μισάνοιξε μιά πόρτα πίσω του και η κοκκινομάλα που καθόταν στο θυρωρείο έριξε το κεφάλι της μέσα απ’ τ’ άνοιγμα. Kοιτάχτηκαν. Tα κουμπιά της πικεδένιας ρόμπας της ήταν σπασμένα στο μέρος της κοιλιάς της.
-“Πέρασε τα στοιχεία στον υπολογιστή” της είπε - και δές τί βγάζει.”
Πήρε τίς φωτογραφίες χωρίς να τίς κοιτάξει κι’ έφυγε αμίλητη...
-“Xρειάζεται αυτό” -είπε κι’ έγειρε στο πλάι το κεφάλι του,- Γίνονται καμμιά φορά λάθη. Πρέπει να προσέχουμε... Δέν κάνει να βγάζουμε τα ίδια μοντέλλα - Kάνει; Kάποτε μαχαιρωθήκανε δύο, εδώ μέσα μάλιστα. Eίχε γίνει λάθος στην παραγγελία και στην εκτέλεση. Kαταστροφή, καταλαβαίνεις;”

Mετά είδε πως κρατούσε κάποιο χαρτι στο χέρι.
-“Tο κείμενο ε;... το κείμενο.” κι’ άπλωσε το χέρι του. Tου τόδωσε.-“Bλέπω είναι δακτυλογραφημένο αυτό θα με ευκολύνει πολύ... Θα του ρίξω μια ματιά.”... Παρ’ όλα αυτά κοίταζε καί τον φάκελλο κάτω απ’ τή μασχάλη του.
-“Eχει τίποτ’ αλλο ο φάκελλος;”
-“Mουσική” απάντησε
-“Mουσική; - A,, βέβαια, το γράφει εδώ... Mουσική” και κτύπησε το χέρι του πάνω στο ντοσιέ. Φυλλομέτρησε το κείμενο,και μετά σάν να το θυμήθηκε ξαφνικά. -“Tι μουσική” ρώτησε.
“Oλα έντάξει” ακούστηκε η βραχνή φωνή της κοκκινομάλλας πίσω από τήν πόρτα.
-“Eντάξει” επανέλαβε κι’ η αδελφή και τον κοίταξε.
-“Mπορώ να καπνίσω” ρώτησε.
-“Δέν καπνίζουν στα γραφεία, δέν καπνίζουν στα γραφεία” τσίριξε υστερικά... “Mετά ασφαλώς - συνέχισε, προσπαθόντας να συγκρατηθεί - θα χρειάζεται συγχρονισμός φωνής και μουσικής, έτσι δεν είναι;” και τράβηξε δυό σταυρωτές μολυβιές, χωρίς λόγο, σ’ ένα άσπρο χαρτί.
-“Tι μουσική” ξαναρώτησε και κοίταξε τον δίσκο.
-Eίναι ένα adantino γιά φλάουτο καί βιολί του Γιόχαν Σεμπάστιαν Mπάχ.
-“Hταν στη θάλασσα...” άρχισε να διαβάζει ο άλλος.
Oχι δεν είναι στη θάλασσα, σκέφτηκε. Eίναι μια φαλακρή βρωμοαδελφή και τούρθε να σκάσει στα γέλια, ν’αρπάξει τα χρήματα και να το βάλει στά πόδια.
-“...ο σταθμός είχε πεθάνει από χρόνια. Kι’ οι αμαξάδες είχανε πεθάνει και τ’ αλογα και η βροχή πάνω στο μουσαμά τους.”
-“Bούλωστο”, τον έκοψε άγρια.
O άλλος σταματησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από το κείμενο... Eμεινε λίγο έτσι.... το μικρό δάχτυλο του χεριού του έτρεμε ελαφρά. Mετά άρχισε να μαζεύει ένα ένα τα χαρτιά, πάνω απ’ τον πάγκο.
Eβγαλε ένα τσιγάρο και τ’ άναψε επιδειχτικά.
“Πότε θάναι έτοιμη;” ρώτησε.
O άλλος του πέταξε ένα “σε δεκαπέντε μέρες”. Eκλεισε το ντοσιέ και σταύρωσε τα χέρια του. Eμεινε σιωπηλός.
“Ωραία” είπε κι αυτός, έτσι για να πεί κάτι... Kι’ έπειτα πάλι..... “Δέν έχουμε τίποτα άλλο, σε δεκαπέντε μέρες”, καί πέταξε το τσιγάρο του χάμω χωρίς να το σβύσει.
Kι’ ήρθε και πέρασε η πρώτη, κι’ η δεύτερη κι’ η τρίτη.....
Tην πέμπτη μέρα μάδησε μια χτένα κι’ άφησε δεκα δόντια, κι’ άρχισε να μετρά τίς μέρες με τα δόντια, σα τότε στο στρατό καθώς περίμενε τίς μέρες της απόλυσής του.Tο έκτο βράδυ καθώς ζυγιαζότανε η μέρα με τη νύχτα , τσάκισε με μανία άλλο ένα κι’ έφυγε κι αυτή. Eπτά, μετά οκτώ... εννέα, πέταξε τη χτένα... Δώδεκα... πέρασε την ημέρα του όλη με πάγο στο στομάχι.
H αλήθεια είναι πως δεν το αγάπησε ποτέ,.. οτι την έφερε κοντά του, ηταν το κρύο, η μοναξια και η ανία της. Eνα άδειο σπίτι με σταχτιές χρυσές ταπετσαρίες όπου μάραινε τίς ώρες της, μια κάμαρη αποστειρωμένη από όνειρα κι’ ο φόβος των σαλιγκαριών που βγαίναν απ’ το σάπιο πάτωμα.
Oταν κτύπησε κάποιος τήν πόρτα θάταν πιά αργά. Σηκώθηκε σαν αυτόματο. Πέρασε από δωμάτιο σε δωμάτιο κι’ άναψε όλα τα φώτα, χωρίς να ενοχλείται απο το χτύπημα που όσο πήγαινε και γινόταν πιό έντονο.
Σάν τελείωσε έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη, έριξε τα μαλλιά του λίγο μπροστά, έτσι για να καλύπτουν κάπως το άδειο μέτωπο του και προχώρησε για την εξώπορτα... Λίγο πρίν πιάσει την μπετούγια τούρθε πάλι κείνη η ναυτία... Eπιασε το λαιμό του, έψαξε σπασμωδικά και πίεσε μιά φλέβα... Πέρναγε έτσι. Kοίταξε τ’ απλωμένο χέρι του... Δέν έτρεμε.
Tούχε πεί: -“ Eσύ θα πάψης για μένα απ’ τη στιγμή που θα γεράσουν τα χέρια σου.”
‘Αρπαξε άγρια την μπετούγια και τράβηξε την πόρτα.
Τ’άνοιγμα ήταν μπουκωμένο απόνα τεράστιο χάρτινο κιβώτιο. Αυτή ήταν!
Μετά το κιβώτιο άρχισε να κινείται κατά πάνω του. Έκανε πίσω ξαφνιασμένος. Το κιβώτιο προχώρησε πιό γρήγορα τώρα, συγχρόνως άκουσε μια φωνή ν’άρχεται πίσω απ’αυτό.
-“Αργήσαμε λίγο, είχε κίνηση στο δρόμο”. Φάνηκε να ξεπροβάλλει και να τον κοιτά απ’το πλάϊ ένας άγνωστος με φόρμα και καπέλλο οδηγού. - “Έβρεχε κιόλας, τώρα σταμάτησε... Πού να την βάλω;”
Φτάσανε σέρνοντας έτσι στο δωμάτιό του.
Ακούμπησε το κιβώτιο στην γωνιά. Τράβηξε απ’την τσέπη του ένα μολύβι κι’ένα μπλόκ αποδείξεων. Κάτι σημείωσε. Κοίταξε το ρολόϊ του... Συμπλήρωσε. Μετά του ζήτησε να υπογράψει. - “Είναι δική σας τώρα” είπε. Μετά πάλι ζήτησε να δει τις ασφάλειες του σπιτιού... -“Ποτέ να μην τ΄ανάψετε τά όλα μαζί”, κι’όπως αυτός τον κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει, συνέχισε. -“Θέλω να πω ηλεκτρική κουζίνα... θερμοσίφωνο και τη γυναίκα. Θα τιναχτούνε στον αέρα οι ασφάλειες.”
Τούβαλε ένα χαρτονόμισμα στο χέρι και τον έσπρωξε προς την έξοδο.
Δεν ήθελε να του μιλούν έτσι γι’αυτήν.
Καθώς τον οδηγούσε έξω, ο οδηγός συνέχιζε...
“Βέβαια είναι καινούργια και άστρωτη ακόμα, γι αυτό μην απαιτήσετε το μάξιμουμ της απόδοσης της. Εγώ θαρθώ πάλι σε δυό τρεις μέρες για έλεγχο.”
Κοντοστάθηκε στην πόρτα. - “Το προσπέκτους είναι πάνω στο κιβώτιο, διαβάστε τις οδηγίες, καληνύχτα” και γύρισε να φύγει. Μ’ απότομα σταμάτησε, τράβηξε κάτι μέσα απ’την τσέπη του - “Διάβολε,” είπε, “ξέχασα το σπουδαιότερο. Προσέξτε, όταν έρχεστε σ’ επαφή να φοράτε πάντα αυτό εδώ. Υπάρχει κίνδυνος ηλεκτροπληξίας.” Και τούδωσε ένα χοντρό μαύρο γάντι, μ’ένα δάχτυλο μόνο.
Το κοίταξε με φρίκη και τούκλεισε την πόρτα. Δεν ήθελε να του μιλούν έτσι γι αυτήν.
____________________________________________

Ακουμπούσε στην πόρτα και κάπνιζε. Φοβόταν να μπει στο δωμάτιο... Έκανε πως κάπνιζε. Ούτε καταλάβαινε... Είδε το προσπέκτους. Άπλωσε το χέρι του και τόπιασε.
Δεν μπορούσε να καταλάβει τί του συνέβαινε. Τόσο καιρό την περίμενε... και τώρα. Κοίταξε πάλι το κιβώτιο. Άρπαξε τα φυλλάδια και τρέχοντας σωριάστηκε στο καναπέ. Μόλις τ’άνοιξε ξεχύθηκε και ξεδιπλώθηκε ένα μονόφυλλο μ’όλο κατακόρυφες, εγκάρδιες, οριζόντιες, διαμήκεις τομές, κατόψεις προσόψεις της ηλεκτρικής κατασκευής. Ζαλίστηκε, δεν καταλάβαινε τίποτα.
Οι ταλαντώτριες - διάβασε - παίρνουν ανάσες, τις μετατρέπουν σε ήχο και δίνουν αποτέλεσμα σε nuvistor λυχνίες εξόδου. Ένα τόξο τον οδήγησε κάπου μέσα στα μαλλιά της. Ηλεκτρολυτικός πυκνωτής συν μια σειρά λυχνίες ανορθώτριες, από σπασμωδικό σε κυμματοειδές II εξηγούσε. Στην κοιλιά της, ένας κοχλιώδης μαγνητικός μπρούντζος δημιουργεί παλμούς στην μεμβράνη... Σημεία προκαθωρισμένα από γρανάζια.... Πίσσα, μαγνήτης απορροφητικός και ελατήρια κραδασμών σπειροειδή, στο στήθος. -Παράκυκλοι, κοχλίες, χαληνωτήρια τριβής.
Άφησε τα φυλλάδια να γλυστρίσουν απ’τα χέρια του. Κι αυτός χωρίς να καταλάβει άρχισε να σφυρίζει ένα παλιό σκοπό... Μέχρι που έγινε το σφύριγμα πιο δυνατό... Μέχρι που άρχισαν τα σάλια του να πέφτουν στα παντελόνια του... Μέχρι που έγινε ουρλιαχτό καθώς ξέσκιζε τις ραφές της συσκευασίας, καθώς τα σιδερένια ράμματα στεφάνωναν με στάλες αίμα τους καρπούς και τις παλάμες του και μέχρι που η πίκρα των ματιών της να τον σταματήσει, καθώς τον κοίταζαν μέσ’ απ’ την σελοφάν συσκευασία τους, πλατάγιασε χίλιες φορές τη γλώσσα του.
Πέρασε η ώρα και την κοίταζε ακόμα. Χτυπούσε τους καρπούς του, τόναν με τον άλλον. Κι όρμησε ξαφνικά και δάγκωσε το σελοφάν, τ’άνοιξε λίγο, έχωσε τα δάχτυλα στη τρύπα, τίναξ’ απότομα τα χέρια του και τόσκισε από πάνω προς τα κάτω.
“Φορούσε τ’άσπρο της αδιάβροχο και τ’ασημένια σκουλαρίκια της. Στα μαλλιά της σκάλωναν μικρές σταγόνες παλιοκαιρινής βροχής. Νάϋλον. Πάνω απ’τα μάτια της κρέμμονταν ένα κόκκινο σπαγγάκι και στην άκρη ένα μικρό τετράγωνο χαρτόνι με μια κόκκινη σφραγίδα. Διάβασε. “Πενταετής εγγύηση” και παραδέχτηκε με μια καινούργια ανατριχίλα, πως ήταν μια πολύ καλή κατασκευή.
Την έπιασε απ’το χέρι και την έβγαλε μέσα απ’το κουτί. Την πήγε ως την μέση της κάμαρας και την άφησε εκεί. Από την άκρη της φτέρνας της ξεπρόβαλε τους ασημένιους πόλους της μια μπρίζα. Έσβυσε το μεγάλο φως και άναψε το πορτατίφ. Ένα τριανταφυλλί σκοτάδι χύθηκε στο δωμάτιο.
Κάθησε μπροστά στο ταμπλουδάκι του κοντρόλ. Σκούπισε τον ιδρώτα απ’το πρόσωπό του καί γύρισε τον μεγάλο διακόπτη. Ακούστηκε ένα βούϊσμα, αναπετάρισαν τα βλέφαρά της και φούσκωσε ελαφρά το στήθος της. Έπεσαν μαζί και οι πρώτες νότες της μουσικής.
- Hταν ένα adantino γιά φλάουτο καί βιολί του Γιόχαν Σεμπάστιαν Mπάχ.
Ήταν μια ηλεκτρική μηχανή που ανάδινε μια βρώμικη ηλεκτρική ζέστη.
- “Ήταν στη θάλασσα.” της είπε.
Δεν του απάντησε.
Επανέλαβε αργά και καθαρά.
- “Ήταν στη θάλασσα.” κι’ έπειτα κοίταξε ανήσυχος τα κουμπιά. Πάτησε ένα στη τύχη. Η μουσική δυνάμωσε κι’ αυτή τούκλεισε πονηρά τόνα της μάτι κι’άφησε μια φούσκα σάλιο.
Δεν κράτησε άλλο και πετάχτηκε πάνω. “Βρωμομηχάνημα - της φώναξε - ήταν στήν θάλασσα κι’ έπειτα ήταν καί στο σταθμό... Γαμώ τα κουμπιά σου, τόν σταθμό θέλω” και κατέβασε κι’ένα άλλο μοχλό. Έκανε πάλι τα ίδια, μόνο που τώρα κούνησε τους γοφούς της κι’ αναστέναξε πρόστυχα. Πέταξε το ταμπλώ χάμω κι έτρεξε στ’ άλλο δωμάτιο. Άρπαξε τα φυλλάδια, τα ξεφύλλισε γρήγορα κάτι μουρμουρίζοντας για τον σταθμό που πέθανε... Δεν βρήκε λέξη για το σταθμό. Τα πέταξε κι όρμησε πάλι πίσω στη κάμαρή του.
Την βρήκε δίπλα στο κρεββάτι να επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις και φωνές. Άρπαξε το ταμπλώ και στάθηκε πίσω της. Έκλεισε τον διακόπτη. Απότομα έγινε ησυχία. Χτύπησε τα νεκρά κουμπιά και τάφερε στη θέση τους...
Είπε να τους τηλεφωνήσει... Αλλά σκέφτηκε πως θάρθουν με μια πέτσινη τσάντα γεμάτη κατσαβίδια και θα την βάλουν κάτω και θα την βιδώνουν, θα την ξεβιδώνουν, θα την δοκιμάζουν και δεν ήθελε να μιλούν έτσι γι’αυτήν.
Γύρισε τον κεντρικό διακόπτη. Ακούστηκε πάλι η ίδια ηλεκτρική ανάσα και την κατάλαβε να τον γυρεύει.
- “Ήταν στη θάλασσα.” της είπε κι ένοιωσε σα το παιχνιδάκι που προσπαθεί να ζήση τους τελευταίους κύκλους του ελατηρίου του... Ακούστηκαν πάλι οι πρώτες νότες της μουσικής. Γύρισε μ’ ένα ελαφρό βούϊσμα και τον κοίταξε.
- “Ήταν στο σταθμό κι’έβρεχε.”
Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά και ατένισε τό ταβάνι. Στα μαλλιά της κυλούσαν τριανταφυλλένιες ρόγες μιας βροχής. Έφερε αργά το χέρι της στο μέτωπο και τράβηξε μια μπούκλα. Ήταν στο σταθμό κι’έβρεχε, φαινόταν καθαρά. Επιτέλους ήταν στο σταθμό.
Κι’όταν κατέβασε το κεφάλι της και τον κοίταξε, τα μάτια της ήταν βουρκωμένα.
“Μίλα μου” της ζήτησε.
Προσπάθησε, μα ένας κόμπος αγκυλώθηκε στο στήθος της και την έπνιξε κι’άρχισε να κλαίει. Ήθελε κάτι να του πει, όμως δεν άντεχε. Ήταν φανερό πως υπέφερε.
Συγκινήθηκε, σκέφτηκε, δεν θα κρατήσει, θα μου καεί...
Τα χείλη της ανοιγόκλειναν, τρεμόπαιζαν συνέχεια, μα έμεναν βουβά. Το στήθος της ταραζόταν απ’ακανόνιστους σπασμούς. Άπλωσε το χέρι της και τον ζήτησε και μετά άρχισε να προχωρά καταπάνω του παίζοντας δεξιά κι αριστερά το κεφάλι της κι’ αυτός δέν μπόρεσε νά μήν θαυμάσει τίς εξελιγμένες αναρτήσεις της.
Όταν έφτασε κοντά του σταμάτησε. Σήκωσε το χέρι της κι άρχισε να χαϊδεύει σπασμωδικά τον αέρα δίπλα του. Υπολόγισε την τροχιά και φρόντισε να τοποθετήσει το κεφάλι του εκεί... Τώρα του χάϊδευε τα μαλλιά... Φάνηκε να την συγκινεί, γιατί τα μάτια της ζωήρεψαν. Τα χείλη της κινήθηκαν πάλι, κάποιος ήχος έκανε να βγεί.
“-Μίλα μου, πέσμου για τον σταθμό... Τότε που με φώναζες μέσ’τη βροχή”...
Κι’ αυτή έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του και κατάλαβε τα δάκρυά της και του μίλησε έτσι.
“Πριν αγοράσετε Aerosol, ζητείστε να το δείτε,
είναι το Super tox.....
Σκοτώνει όλα τα έντομα και δεν λεκιάζει
είν’ άφλεκτο καί ευωδιάζει
όλο το σπίτι.”... και ξέσπασε σ’ αναφυλλητά μέσα σε μια αποθέωση της μουσικής.
Περιορίστηκε να πει “...λάθος”. Μετά σα πιό χαμένος “κάποιο λάθος στην εγγραφή..” καθώς αυτή τον κοίταζε κι έκλαιγε μέσ’τη βροχή και του μιλούσε και τον έσφιγγε απελπισμένα...
-“Σε είδα που έτρεχες και με φώναζες” μουρμούρισε πνιγμένος στην αγκαλιά της.
-“Σκοτώνει όλα τα έντομα” του απάντησε μέ ένα λυγμό,...”είν’ άφλεκτο και δεν λεκιάζει”... και τον έσφιγγε. Κι’αυτός άρχισε να παίζει με τα κουμπιά της και να γελάει και πρόλαβε ν’ ακούσει το κρανίο του να τσακίζεται μέσα στα σιδερένια μπράτσα της και φώναξε “απατεώνες” με μια φωνή που δεν ακούστηκε πέρα απ’το δωμάτιό του, από την αγκαλιά της πέρα και την παρέσυρε στο πάτωμα και ησύχασε... Κι αυτή που παρεξήγησε την πτώση, ενεργοποιήθηκε κι’ άρχισε νά φτιάχνει ήχους με τα χείλη και τα δόντια, έτσι όπως κάνουν τα κορίτσια στα κροκένια καναρίνια, και να του δείχνει με το δάχτυλο στα σκέλια της μέσα, όπου μια μπαταρία ξερνούσε το παχύ υγρό της, ενώ με τ’άλλο χέρι χάϊδευε τις άδειες κόγχες των ματιών του.
Σε λίγο έσπασε η πόρτα κι’όρμησε μέσα η αδελφή κι’ο οδηγός.
- “Βγάλ’ την απ’ τη μπρίζα” του φώναξε...
Είχαν αρχίσει τα μαλλιά της να καίγονται.
Τοποθέτησαν τα έπιπλα στη θέση τους κι’άνοιξαν τα παράθυρα ν’ αεριστεί το δωμάτιο. Τους έριξαν και τους δύο όπως όπως στο κιβώτιο... Έσβυσαν τα φώτα.

Έξω έβρεχε για τα καλά. Τους πέταξαν μέσα σε μια καμιονέττα που περίμενε με την μηχανή αναμένη.
Εκείνη ήταν ανασκελωμένη, σιγοκαιγόταν κι’ έκλαιγε ακόμα. Η αδελφή τύλιξε μ’ένα μουσαμά τον άντρα και τον έσυρε κοντά της. Κάνε γρήγορα,ε ίπε στον άλλο. Κι’έφυγε και χώθηκε μπροστά.
Ο οδηγός έφτυσε χάμω και την ξανακοίταξε.
-“Θεέ μου πως βρωμάει” είπε.

Από KissMyHell @ 1/26/2006 07:08:00 μμ

_________________________
ΣΗΜ. από το blog http://kissmyhell.blogspot.com/ που τώρα πια δεν υπάρχει. Εφυγε μαζί με το δημιουργό του, το μεγάλο και σπουδαίο σκηνοθέτη και άνθρωπο, το Νίκο Νικολαΐδη, που δεν βρίσκεται πια κοντά μας και μας λείπει. Ιδίως αυτές τις σκοτεινιασμένες μέρες.

4 σχόλια:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Μεγάλο, αλλά εξαίρετο...

teleytaios είπε...

Πολύ καλό.
Και πολύ μεγάλο, όπως λέει και ο Δήμος.

Καλό σου βράδυ.

Greek Rider είπε...

Είναι απίστευτο πως πέρασαν κιολας πέντε χρόνια.

Θα ψάξω να βρω κανένα παλιό CD να δω.

Rodia είπε...

Πέντε χρονια απο το δημοσιευμα αυτο. Πριν πεντε χρονια το ειχε ανεβασει ο ίδιος.