Σελίδες

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Προτιμώ το Μέγα Μοναστήρι


Μεταφέρω εδω ένα σχόλιο που με καταγοήτευσε, γραμμένο στις 2 Ιουνίου 2010 στο 6:26 μμ απο Ανώνυμο χρηστη:

Υπάρχει (και ζει ανάμεσά μας) και ο αφηγητής του ‘Πεθαίνω σα χώρα’, Δημήτρης Δημητριάδης.

Ο συγγραφέας της ‘Ανθρωπωδίας’ (στον οποίο, την ώρα που μιλάμε, είναι αφιερωμένο ένα ολόκληρο θεατρικό έτος του Εθνικού Θεάτρου της Γαλλίας) σε πρόσφατη, όσο και σπανιότατη τηλεοπτική εμφάνισή του, περιέγραψε ‘όλο αυτό που ζούμε γύρω μας’ ως το απόλυτο τίποτα, ως το απόλυτο ψέμα (κυριολεκτικώς και όχι μεταφορικώς) και αντιπρότεινε τον ποιητικό λόγο (ως γνωστική και επικοινωνιακή δυνατότητα), στην κενότητα του δημοσιογραφικού-πεζού λόγου (που απλώς περιγράφει, αναλύει και διαιωνίζει το τίποτα).

Υπάρχει, ωστόσο (και ζει επίσης ανάμεσά μας, εκφράζοντας ευθαρσώς τη συλλογική πολιτιστική συνείδησή μας) κι ένας «σημαντικός θεατράνθρωπος/θεματοφύλακας» της «πολιτιστικής ζωής του τόπου» (επιστήμων, μεταφραστής, κριτικός θεάτρου, συγγραφέας, καθηγητής θεατρικών σχολών, τηλεπαρουσιαστής εκπομπών «λόγου και τέχνης» κ.λπ.) που σε ανύποπτο χρόνο, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, είχε γράψει μια κριτική που δημοσιεύτηκε σε μεγάλη, προοδευτική εφημερίδα και αφορούσε το θεατρικό έργο του Δημητριάδη, ‘Η αρχή της ζωής’, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, προέτρεπε τα πλήθη να κρεμάσουν τον τραγικό ποιητή στην Πλατεία του Συντάγματος, ενώ η όλη «κριτική» του για το ίδιο το έργο, αναλισκόταν στο να «αναδείξει» πώς δεν επρόκειτο παρά για ‘κολοκύθια’, ορίζοντας ο ίδιος τον ευφυή χαρακτηρισμό του ως σύνθετη λέξη, όπου το δεύτερο συνθετικό είναι η λέξη …‘ήθος’!
Αυτόν, τον κολοκυθένιο ποιητή, κατά τον διαπιστευμένο θεράποντα/κριτικό του «ελληνικού πνεύματος» είναι που τιμά το Εθνικό Θέατρο της Γαλλίας και αγνοούν οι «Έλληνες».

Προφανώς, θίχτηκε το ελληναράδικο «ήθος» του φαλαινόσχημου θεατράνθρωπου, επειδή στο κείμενο του Δημητριάδη, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εκμυστηρεύεται στον Μωάμεθ Β τον Πορθητή, τη στιγμή της άλωσης, το ερωτικό πάθος του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου για την ιστορική εκπόρθησή του από τον Μέγα Σουλτάνο. Ή επειδή ένα άνευρο αρσενικό, ο Δαρείος Φερνάζης, που ζει σ’ ένα τεράστιο ψυγείο, στέλνει μια γυναίκα που έχει στη δούλεψή του, την Αναστασία, να του φέρνει σκοτωμένους από την ίδια άντρες (μια και αυτός ούτε να σκοτώσει δεν είναι ικανός), με τους οποίους και κλείνεται αμέσως μέσα στο ψυγείο-ανάκτορό του, προκειμένου να τους καταβροχθίσει με την ησυχία του. Ή επειδή, όταν η μικρή Πουπέ, η εκ γενετής τυφλή ανιψιά της Αναστασίας που έχει μόλις φτάσει μαζί με τη μητέρα της από κάποια εμπόλεμη Βαλκανική χώρα, βρίσκει το φως της (ως εκ θαύματος που κάνει ο Δαρείος – που είναι ικανός για θαύματα) και το πρώτο που αντικρίζει είναι το εσωτερικό του ψυγείου με τα σφαγμένα και μισοφαγωμένα πτώματα, το περιγράφει εκστασιασμένη από την ομορφιά του, ως το εσωτερικό της Αγιά-Σοφιάς. Ή επειδή, όποτε βγαίνει ο Δαρείος Φρενάζης, καταματωμένος και γυμνός από το ψυγείο του για να πλυθεί με τη μάνικα και να φορέσει τη μεγάλη του στολή ως Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, προκειμένου να παραλάβει τα φρεσκο-σκοτωμένα αντρικά κορμιά που του φέρνει η Αναστασία, είναι πάντα Τρίτη, 29 Μαΐου του 1453. Ή επειδή στο φινάλε (όπως και καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου) σκοτώνονται όλες οι αρσενικές μορφές (του ελληνισμού;) ενώ οι θηλυκές και αν σκοτώνονται, ανασταίνονται τελικώς και είναι οι μόνες που επικρατούν.

Ή επειδή, τέλος, άνθρωποι σαν τον θεατράνθρωπο/θαλάσσιο ελέφαντα, με το κεφάλι που παραπαίει όσο καταφέρνει και στέκεται καθιστός, εντείνοντας ακόμα περισσότερο το αίσθημα ναυτίας που προκαλούν οι ίδιες οι παρόλες του σε όποιον τον παρακολουθεί, αποτελούν τον κανόνα, αυτού που ονομάζουμε σύγχρονη ελληνική και αντρίκια πραγματικότητα/διανόηση, ενώ άνθρωποι σαν τον ποιητή, που τιμούν μόνο οι «ξένοι» και ποτέ οι «Έλληνες», αποτελούν την παραμόνιμη, ανώμαλη και απόβλητη εξαίρεση του.

Ποιος ασχολείται στην Ελλάδα με ανθρώπους σαν τον Δημητριάδη/συγγραφέα/φτωχό και άσημο υπάλληλο ή ποιος αρθρώνει δημόσιο, ποιητικό λόγο; Αλλά και αν ασχολείται κάποιος μαζί του, πως είναι δυνατόν, μετά την ενασχόληση του με αυτόν, να ασχολείται ας πούμε… με τους δισεκατομμυριούχους της ρηχής πρόζας, Πάριο, Νταλάρα, Αλεξίου, Γαλάνη και τους περί αυτών ή την άλλη την ξερακιανή δισεκατομμυριούχο, που διαφημίζει στεγαστικά δάνεια για να μπορούμε να αγοράζουμε τρώγλες με μωσαϊκά, ώστε να ονειρευόμαστε σ’ αυτά, χορεύοντας τα πιο ωραία λαϊκά, πως πάμε που και που – για λίγο – στη Χαβάη; Μια και η λεγόμενη κουλτούρα, στον τόπο μας, αυτή που εκθειάζει και ο επίσης δισεκατομμυριούχος εθνικός διασκεδαστής μας, είναι πιο ρηχή ακόμα κι από την υποκουλτούρα, από την οποία τουλάχιστον, αναδύεται γνήσια και ανόθευτη, η μπόχα της νοθείας. Ανεχόμαστε (και αναδεικνύουμε) γύρω μας τενεκέδες ξεγάνωτους, ως εκφραστές του «πολιτισμού» μας, επειδή κλαίνε κουλτουριάρικα, γνησίως λαϊκά ή ροκ τον πόνο του φτωχού επί αιώνες, αποθησαυρίζοντας διαρκώς τα πάντα, εκλέγουμε και τις ανάλογες κυβερνήσεις που τα ρυθμίζουν όλα σύμφωνα με τη συλλογική μας διάνοια, ενώ παράλληλα αναζητάμε το κατάλληλο ψαλίδι για να κουρέψουμε το αβγό του ηθικού αδιεξόδου μας.

ΔΝΤ και Άγιος ο Θεός. Η θα εκφράσουμε ποιητικά τη ζωή, ως ιερείς της αρχέγονης Λευκής Θεάς, προστάτριας της ποίησης (προτού την αναλάβει ως προστάτης της – την ποίηση – ο εκσυγχρονιστής Θεός Απόλλωνας) ή το ΔΝΤ θα παραμείνει ο αιώνιος ανομολόγητος όσο και ευσεβής πόθος, της διανοητικής εκπόρθησής μας.

Υστερόγραφο 1. Όταν μπήκε ο Πορθητής στην Πόλη, τον υποδέχτηκαν μαζεμένοι οι προύχοντες της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας του Βυζαντίου και του προσέφεραν απλόχερα τον τεράστιο πλούτο που είχαν μαζέψει με τόσο «κόπο», νόμιμα, όσο και ηθικά (και βάσει του βυζαντινού πολιτικό-θρησκευτικού δικαίου), από τα πέρατα της αυτοκρατορίας. Ο Πορθητής εξοργίστηκε που οι προύχοντες, διαθέτοντας τέτοιο πλούτο, είχαν αφήσει παντελώς ανοχύρωτη την Πόλη κι εύκολη λεία στα ίδια του τα χέρια και διέταξε αμέσως να τους σφάξουν όλους.
(Κράτησε βέβαια κάποιους ιερωμένους, που αφού τους έδωσε σημαντικά προνόμια, τους άφησε να λειτουργούν ελεύθερα την πίστη τους, για να τους χρησιμοποιεί ακόμα και σήμερα – ο Άγιος Αθάνατος και Πολυχρονεμένος Σουλτάνος...!)

Μη μου πείτε πως δεν θα θέλατε να υπάρξει μια φρέσκια, απτή ενσάρκωση του Αθάνατου Πορθητή και για εμάς, εδώ και τώρα;

Υστερόγαφο.2 Ας με συγχωρήσουν οι κομμουνιστές, που δεν αναφέρθηκα καθόλου στον πορθητή/σύντροφο Στάλιν. Μου είναι αφόρητα βαρετός ο διαλεκτικός υλισμός, ως αντίποδας του καπιταλιστικού υλισμού. Προτιμώ το Μέγα Μοναστήρι.

_____________________________________
Θέατρο-->> Η «Ανάθεση» του Δημήτρη Δημητριάδη
Συνέντευξη-->> Δημήτρης Δημητριάδης: «Ο έρωτας είναι το άμετρο»

4 σχόλια:

Νοσφεράτος είπε...

το πεθαινω σαν χωρα μολις επανεκδοθηκε ..

raresteak είπε...

σημαντικό σχόλιο. Καλά έκανες και το ανέβασες Ροδιά

Στοππάκιος είπε...

Well, μπερδεύει πολλά ο σχολιαστής, που είναι συζητήσιμα. Είναι μια ερμηνεία στα όρια της παρερμηνείας - απολύτως θεμιτό Anyway, ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι από τους αγαπημένους μου.

Υστερόγραφο 1: Όταν μπήκαν οι Οθωμανοί το 1453 η αυτοκρατορία δεν ήταν παρά η Κωνσταντινούπολη ή μάλλον τα χωριουδάκια που είχαν απομείνει εντός των τειχών. Για πλούτο ουδείς λόγος!

Rodia είπε...

Ευχαριστω πολυ για τα σχολια :))