Σελίδες

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

σχετικά με τη σεξουαλική παρενόχληση

 

ό,τι και να πεις, θέλει κότσια να γραφτεί αυτό το κείμενο, από άνδρα μάλιστα, για τη σεξουαλική παρενόχληση. Γονείς, γρηγορείτε! Η Πολιτεία κοιμάται και περιμένει σεξουαλική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας απο το.. κατηχητικό.

«Είμαι σήμερα σχεδόν 46 χρόνων, για να ξέρετε δηλαδή σε ποια γενιά ανήκω. Όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί μου, δεν είχα διδαχθεί τίποτε σχετικά με το σεξ, το άλλο φύλο, το ποιες συμπεριφορές είναι παραβιαστικές, ούτε στο σπίτι, ούτε στο σχολείο.
 
Θυμάμαι τον εαυτό μου έκτη δημοτικού, όντας εντελώς παιδί ακόμα, να κυνηγάει συμμαθήτριες στο διάλειμμα και να τις χουφτώνει. Το κάναν κι άλλοι και ήταν "αστείο."
 
Θυμάμαι που κάναμε ντου στις κοριτσίστικες τουαλέτες. Κι αυτό αστείο.
 
Θυμάμαι λίγο αργότερα, στα 13, που κάποιοι συμμαθητές μου κι εγώ μαζί μπαίναμε στα λεωφορεία και αγγίζαμε με τρόπο, δήθεν κατά λάθος, γυναικεία σώματα.
 
Θυμάμαι την ίδια εποχή που όταν βλέπαμε μια κοπέλα με μίνι, κάθε φορά μας έπεφτε ένα νόμισμα και σκύβαμε να το μαζέψουμε. Θυμάμαι που το ίδιο κάναμε και με μια καθηγήτρια που φορούσε κάπως κοντές φούστες και που είχαμε γράψει για αυτήν χυδαία στιχάκια που τραγουδούσαμε στα διαλείμματα και κάποια στιγμή, με πρωτοβουλία κάποιου που είχε επιρροή σ’ όλη την τάξη, αγόρια και κορίτσια αρχίσαμε να μαζεύουμε υπογραφές να φύγει διότι "ντυνόταν άσεμνα". Δεν φτάνει που την παίρναμε μάτι, το παίζαμε και στυλοβάτες της ηθικής.
 
Θυμάμαι που λίγο αργότερα στα 15, και δεν ήμουν ο μόνος, όταν μου άρεσε κάποια, την ακολουθούσα για αρκετή ώρα είτε για να τη χαζεύω, είτε με τη σκέψη ότι μπορεί να έβρισκα το θάρρος να της μιλήσω.
 
Θυμάμαι που στα 16 άρχισα εγώ και κάποιοι άλλοι να επισκεπτόμαστε οίκους ανοχής, για μπουρδελοτσαρκα όπως λέγαμε, και κάποιοι να πηγαίνουμε με εργαζόμενες κοπέλες χωρίς καν να αναρωτηθούμε μέχρι τότε σε τι συνθήκες δούλευαν τα κορίτσια αυτά, μετανάστριες από ανατολικές χώρες, έμαθα αργότερα ότι το ενενήντα τοις εκατό δούλευαν καταναγκαστικά, έπαιρναν κάποιες μέχρι και 100 πελάτες τη βάρδια, έβγαζαν εκατομμύρια και τις πληρώνανε με πέντε ευρώ και δύο πιτόγυρα.
Εντωμεταξύ, από τα δεκαοχτώ μου είχα αρχίσει να έχω σχέσεις και εμπειρίες και με άλλες κοπέλες, που ας πούμε τους άρεσα. Το σεξ τότε συχνά δεν ήταν εύκολο: λέγανε όχι οι περισσότερες όταν πλησίαζες σ' αυτό, κι ήτανε υποτίθεται μέρος του παιχνιδιού για να μην φανούνε εύκολες. Το λέγανε, δεν το πολυλάμβανες υπόψη και τελικά ενέδιδαν κι όλα καλά.
 
Μου ‘τυχε όμως και μια φορά που όταν προχώρησα, κατάλαβα ότι αυτό το όχι που είπε εκείνο το κορίτσι πραγματικά το εννοούσε, οπότε, κι ας μην το ήθελα, την είχα στην πραγματικότητα βιάσει.
Την ίδια εποχή, γνωστοί μου, καλά παιδιά κι άξια παλληκάρια, ποτίζανε με αλκοόλ κοπέλες στα ραντεβού, θυμάμαι ιστορία που κάποια πήγε σπίτι της με γνωστό, την πήρε ο ύπνος, έπεσε αναίσθητη ουσιαστικά, κι αυτός έκανε τη δουλειά του κι έφυγε κλείνοντας την πόρτα ενώ αυτή ακόμα ήταν σε λήθαργο. Θυμάμαι άλλον που μαζί με άλλους τέσσερις κάνανε σεξ [βίασαν] ο ένας μετά τον άλλον σε ημι-αναίσθητη Αγγλίδα.
 
Δεν χρειάζεται να πω καν ότι ντρέπομαι για όσα έκανα εκείνη την εποχή, όσα αναφέρω παραπάνω, που δεν είναι και λίγα.
 
Σας βεβαιώνω ότι ήμουνα πολύ ευαίσθητο άτομο, όπως είμαι και σήμερα, μεγαλωμένος ως καλό παιδί, με τρόπους, με λογοτεχνία, καλά ιδανικά και το μόνο που μ' ενδιέφερε τότε ήταν η αγάπη. Φερόμουν σκατένια όμως γιατί δεν είχα ιδέα από συμπεριφορά απέναντι στο άλλο φύλο, κι όχι μόνο κανείς δεν με έμαθε να κάνω κάτι καλύτερο αλλά και η κοινωνία ενθάρρυνε τέτοιες συμπεριφορές. Μέχρι να συνειδητοποιήσω, να καταλάβω, χρειάστηκε χρόνος.
 
Την ίδια εποχή, επειδή ήμουν ένα παιδάκι που μικρόδειχνε, με πολύ ντελικάτα χαρακτηριστικά, είχα δεχθεί ο ίδιος παρά πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις από άντρες, μέχρι και μια απόπειρα βιασμού.
Δεν ψάχνω δικαιολογίες αλλά μεγαλώσαμε σ' ένα αρρωστημένο πατριαρχικό περιβάλλον και τουλάχιστον μέχρι και τη γενιά τη δική μου, πιστεύω βαθύτατα πως αν δεν ισχύει το "όλοι οι άντρες", ισχύει το "σχεδόν όλοι οι άντρες". Η διαφορά είναι ότι στην πορεία κάποιοι λίγοι, όπως εγώ, κατάλαβαν και άλλαξαν. Οι περισσότεροι όμως συνέχισαν, δεν είχαν τα εφόδια και την ενσυναίσθηση να κατανοήσουν, ούτε θέλαν να εγκαταλείψουν τα προνόμιά τους. Ακόμα κι όταν είχανε 100 τοις 100 συναινετικές σχέσεις, κατέληξαν άθλιοι εραστές, σύντροφοι, σύζυγοι, και τελικά άθλιοι γονείς.
Όταν ακούω ότι το #metoo υπερβάλλει, απλά γελάω.
 
Θέλω να προλάβω να ζήσω σ' έναν κόσμο που θα ‘χει θάψει βαθιά στο παρελθόν εποχές σαν αυτή που μεγάλωσα, σπαρακτικά κακοποιητικές για τις γυναίκες, σπαρακτικά όχι τόσο για την οξύτητα του δράματος, αλλά για το αντίθετο: όλα γίνονταν με σχετικά λίγο δράμα, όλη η κακοποίηση ήταν τόσο κανονικοποιημένη, που γινότανε σιωπηλά και αθόρυβα, συνήθως χωρίς μισό ουρλιαχτό, χωρίς μισή κραυγή.»

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020

Της Κοκκώνας το σπίτι

η πρώτη μου συνάντηση με τους καλλικάντζαρους έγινε όταν διάβασα (στα 10 μου, ωραία ηλικία!) αυτό το διήγημα, που περιλαμβανόταν στη συλλογή διηγημάτων του Αλεξ. Παπαδιαμάντη με τίτλο "Παπαδιαμάντη, τα παιδικά" (δεν θυμάμαι απέξω την έκδοση και πού να ψάχνω τώρα..) Το διήγημα ολόκληρο εδώ, σε μονοτονικό-->> https://www.sansimera.gr/anthology/274 

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβή, εγλιστρούσε διά να καταβή.

Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθη η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.

Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι τού γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν.

Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνη κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.

Δεν είχεν αξιωθή ν’ απολαύση την οικοκυράν της. Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, ανήρ αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχε ερωτευθή ποτε εις το Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη Βασιλευούση, και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξίδιον να φέρη έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευτρεπίση, να στολίση την νεόκτιστον οικίαν και την κάμη αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την οποίαν εμελέτα να φέρη από την Πόλιν.


    Αλλ' η οικία δεν έμελλε να τελειώση και η Κοκκώνα δεν έμελλε να κατέλθη. Η Κοκκώνα, οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν, απέθνησκε φθισική εις το Σταυροδρόμι, και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρευούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνία επί της τύχης της, έμενε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».

Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 1859, δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμνον μέγαν κρότον επί των πλακών του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο είς εκράτει φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας κλειδομανδαλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. Τα παιδία εμάλωναν ως δύο γνήσιοι φίλοι.

- Εγώ είδα πσόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το εν.

- Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο· μια πεντάρα μόδωκε. Να τηνε.

Και εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων του μίαν πεντάραν.

- Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι· δε με γελάς.
    - Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.
    - Μ’ αφήνεις να σε ψάξω;
    - Θα σ’ πέση το φανάρι.

Διά μιάς ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ητοιμάζετο να ψάξη τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν), ευθύς άμα κατήρχοντο από εκάστην των οικιών, όπου ανέβαινον κι ετραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδιον πεντάρα και πεντάρα και κανείς εκ των δύο να μην είναι «κάσσα» μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχε υποπτευθή τον Αγγελήν. 

Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα. Εκεί είχον σταματήσει και ο Νάσος ήρχισε να ψάχνει τον Αγγελήν. 

Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, ίστατο αδιάφορος, αλλ’ άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύη τον κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γελέκον του αριστερά προς την μέσην, και το έσφιγγε με όλην την δύναμιν του, εμποδίζων την χείρα του φίλου του να φθάση έως εκεί.

- Δεν μ’ αφήνεις να σε ψάξω!
 - Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.
 - Είσαι ψεύτης!

Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικήν χείρα.

- Είσαι ψεύτης και κλέφτης!

Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη, και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού την όψιν, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως ενδυμασίαν, αντήχησε·


 - Τι μαλώνετε, βρε;

Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και εδοκίμασαν να τραπώσιν εις φυγήν, αφήνοντα το φανάριον καταγής. Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον, το οποίον έσβησεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας τα δύο τρέμοντα παιδία.

- Ποιος είναι κάσσα, βρε;

Τα δύο παιδία ήσπαιρον κι’ εδοκίμαζαν να φύγουν.

- Μη φοβάσθε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.

 Έψαξε τες τσέπες των δύο παιδίων, και συγχρόνως τα έσυρε προς την θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν όπισθεν της θύρας, ωχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και έψαξεν εν ανέσει τον Αγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες εις τα θυλάκια. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα τόσα και εις αυτού το θυλάκιον. Ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.

-Πηγαίνετε τώρα, και μη φοβάσθε. Άλλη φορά να μην μαλώνετε.

    Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύση και πως να εορτάση τα Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος, και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας τών ελαιοτριβείων, πότε βοηθών τους γριπάρηδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου γρίπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμη; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;

Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, και το οποίον δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατήρχοντο από την άνω συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβή κανείς και να περάση ως σκαλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. Από εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμα των από την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των.

Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον. Έλαβε παλαιόν σιδηρούν τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον ,μετέθεσε, το επ' αυτώ δύο μήνας πρωιμώτερα την Αποκριάν- εφόρεσε παλαιά ράκη τα οποία επρομηθεύθη κάπου, και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου κατοικίας της Κοκκώνας, και εχώθη μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου, η πρώτη συνωρίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πώς ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πως ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλωναν.

Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα άλλα. Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τον κρότον των βημάτων των, τας ευθύμους φωνάς των, και εψιθύριζε:

- Μας έρχεται άλλη ζυγιά.

Η τελευταία ζυγιά, ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλωναν, αλλ' εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνην την βραδιάν.

- Να φτιάσωμε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.
- Να κόψουμε μια λεύκα.
- Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.
- Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.
- Εσύ θα είσαι μαραγκός, κι εγώ πρωτομάστορας.
- Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μιά φωνή.

Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τέταρτην φοράν, από την κρύπτην του.

Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και ηθέλησαν να φύγουν. Αλλ’ ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδον του, και τους ελήστευσε.

- Είναι άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.

Τα παιδία τον εκοίταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησε, εν τω μεταξύ, ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη, και μετέδωκε θάρρος και εις τον Αργύρην.

- Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος άνθρωπος.
- Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώσει ο Στάμος.
- Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;
- Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.

Την φοράν ταύτην, ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβήση τον φανόν, διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκοίταξε τόσον καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ του να τον αναγνωρίση.

- Πέστε μου, βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.
- Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.

Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελεύθερα.

    Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα ήρχισε να δέρνη την στέγην, τας ξυλώσεις, και τας δοκούς του αφατνώτου πατώματος της ερήμου κατοικίας. Πολλοί λίθοι, με υπόκωφον δούπον, διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας έπιπτον εις το έδαφος του ισογείου.

Στράτευμα παιδίων είχεν εξορμήσει από το προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του Σκαλικαντζάρου.

Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλώσωσιν, έκαμαν αγάπην. Μετά φιλικωτάτην δε συζήτησιν εκ συμφώνου, απεφάνθησαν ότι το παράδοξον ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπή ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγη, θα ειπή ότι δεν ήτον ούτε σκαλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτον λοιπόν; Θα ήτον άνθρωπος, χωρίς άλλο.

Η δευτέρα ζυγιά των παιδίων έφθασε μετ’ ου πολύ, είτα η τρίτη και η τετάρτη. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν έφοδον κατά της οικίας.

Ο Παλούκας, την στιγμήν εκείνην, εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει πλέον ν' αποσυρθή, αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύση την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχίων, και την του αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγη και πάλιν έμενεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.

- Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.
- Να μιά ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.

Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγη, θα ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.

Απεφάσισε ν’ αρπάξη μίαν σανίδαν και μεταχειριζόμενος αυτήν ως σπάθην άμα και ως ασπίδα, να εκτελέση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήση με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.

- Να κι άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.
- Να κι άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδία.

Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτέραν γωνίαν του ισογείου, στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινα δοκόν του πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην. Αλλά κι' εκεί, μέγας λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου, ελόξευσε και τον έπληξε μετά μετρίας βίας εις τον ώμον.

- Βρε! α π ό  σ π ό ν τα α, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.

Ευτυχώς δι’ αυτόν, οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το βάθος του παιδικού θράσους.

Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά φρόνιμον σκέψιν, απεφάσισε ν’ αναρριχηθή εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί από τα ικρία και τες ξυλωσιές της οικοδομής) πατών από οπήν εις οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της αυλής του γερο-Παγούρη.

Ητον ως δύο μπόγια υψηλά, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο υψηλότερον κατά τρεις ή τέσσαρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.

Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων από το άλλο μέρος του αυλογύρου, όπου ήξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.

Ο δούπος της πτώσεώς του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.

Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας του αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.

Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά τού είχαν πέσει από την τσέπην.

Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψη.

Ο Αγγελής, έν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνει με την φούχταν, ενώ τα άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν τού φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους και κράζοντα:

- Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!

Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του γερο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρον του, ήνοιγε το παράθυρον και ηρώτα έκπληκτος:

- Τι είναι; τι τρέχει;… ποιος είναι;... ποιοί είστε;... ε! δεν ακούτε!

Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, και έφευγεν διά της μεσημβρινής θύρας, και τα άλλα παιδία πέραν του βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντο τον Παλούκαν, όστις είχε γίνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα·

- Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/274

© SanSimera.gr
τον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβή, εγλιστρούσε διά να καταβή.
    Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθη η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.
    Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι τού γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν.
    Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνη κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/274

© SanSimera.gr

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβή, εγλιστρούσε διά να καταβή.
    Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθη η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.
    Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι τού γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν.
    Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνη κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.

    Δεν είχεν αξιωθή ν’ απολαύση την οικοκυράν της. Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, ανήρ αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχε ερωτευθή ποτε εις το Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη Βασιλευούση, και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξίδιον να φέρη έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευτρεπίση, να στολίση την νεόκτιστον οικίαν και την κάμη αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την οποίαν εμελέτα να φέρη από την Πόλιν.
    Αλλ' η οικία δεν έμελλε να τελειώση και η Κοκκώνα δεν έμελλε να κατέλθη. Η Κοκκώνα, οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν, απέθνησκε φθισική εις το Σταυροδρόμι, και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρευούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνία επί της τύχης της, έμενε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».

    Μνημούρια του Φερίκ-κι οΐ κι ολόρθα κυπαρίσσα...
    Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα.

    Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 1859, δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμνον μέγαν κρότον επί των πλακών του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο είς εκράτει φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας κλειδομανδαλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. Τα παιδία εμάλωναν ως δύο γνήσιοι φίλοι.
    - Εγώ είδα πσόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το εν.
    - Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο· μια πεντάρα μόδωκε. Να τηνε.
    Και εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων του μίαν πεντάραν.
    - Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι· δε με γελάς.
    - Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.
    - Μ’ αφήνεις να σε ψάξω;
    - Θα σ’ πέση το φανάρι.
    Διά μιάς ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ητοιμάζετο να ψάξη τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν), ευθύς άμα κατήρχοντο από εκάστην των οικιών, όπου ανέβαινον κι ετραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδιον πεντάρα και πεντάρα και κανείς εκ των δύο να μην είναι «κάσσα» μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχε υποπτευθή τον Αγγελήν.
    Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα. Εκεί είχον σταματήσει και ο Νάσος ήρχισε να ψάχνει τον Αγγελήν.
    Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, ίστατο αδιάφορος, αλλ’ άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύη τον κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γελέκον του αριστερά προς την μέσην, και το έσφιγγε με όλην την δύναμιν του, εμποδίζων την χείρα του φίλου του να φθάση έως εκεί.
    - Δεν μ’ αφήνεις να σε ψάξω!
    - Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.
    - Είσαι ψεύτης!
    Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικήν χείρα.
    - Είσαι ψεύτης και κλέφτης!
    Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη, και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού την όψιν, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως ενδυμασίαν, αντήχησε·
    - Τι μαλώνετε, βρε;

    Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και εδοκίμασαν να τραπώσιν εις φυγήν, αφήνοντα το φανάριον καταγής. Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον, το οποίον έσβησεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας τα δύο τρέμοντα παιδία.      
    - Ποιος είναι κάσσα, βρε;
    Τα δύο παιδία ήσπαιρον κι’ εδοκίμαζαν να φύγουν.
    - Μη φοβάσθε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.
    Έψαξε τες τσέπες των δύο παιδίων, και συγχρόνως τα έσυρε προς την θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν όπισθεν της θύρας, ωχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και έψαξεν εν ανέσει τον Αγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες εις τα θυλάκια. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα τόσα και εις αυτού το θυλάκιον. Ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.
    -Πηγαίνετε τώρα, και μη φοβάσθε. Άλλη φορά να μην μαλώνετε.

    Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύση και πως να εορτάση τα Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος, και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας τών ελαιοτριβείων, πότε βοηθών τους γριπάρηδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου γρίπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμη; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;
    Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, και το οποίον δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατήρχοντο από την άνω συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβή κανείς και να περάση ως σκαλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. Από εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμα των από την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των.
    Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον. Έλαβε παλαιόν σιδηρούν τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον ,μετέθεσε, το επ' αυτώ δύο μήνας πρωιμώτερα την Αποκριάν- εφόρεσε παλαιά ράκη τα οποία επρομηθεύθη κάπου, και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου κατοικίας της Κοκκώνας, και εχώθη μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου, η πρώτη συνωρίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πώς ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πως ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλωναν.
    Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα άλλα. Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τον κρότον των βημάτων των, τας ευθύμους φωνάς των, και εψιθύριζε:
    - Μας έρχεται άλλη ζυγιά.
    Η τελευταία ζυγιά, ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλωναν, αλλ' εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνην την βραδιάν.
    - Να φτιάσωμε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.
    - Να κόψουμε μια λεύκα.
    - Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.
    - Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.
    - Εσύ θα είσαι μαραγκός, κι εγώ πρωτομάστορας.
    - Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μιά φωνή.
    Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τέταρτην φοράν, από την κρύπτην του.
    Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και ηθέλησαν να φύγουν. Αλλ’ ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδον του, και τους ελήστευσε.
    - Είναι άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.
    Τα παιδία τον εκοίταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησε, εν τω μεταξύ, ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη, και μετέδωκε θάρρος και εις τον Αργύρην.
    - Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος άνθρωπος.
    - Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώσει ο Στάμος.
    - Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;
    - Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.
    Την φοράν ταύτην, ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβήση τον φανόν, διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκοίταξε τόσον καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ του να τον αναγνωρίση.
    - Πέστε μου, βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.
    - Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.
    Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελεύθερα.

    Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα ήρχισε να δέρνη την στέγην, τας ξυλώσεις, και τας δοκούς του αφατνώτου πατώματος της ερήμου κατοικίας. Πολλοί λίθοι, με υπόκωφον δούπον, διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας έπιπτον εις το έδαφος του ισογείου.
    Στράτευμα παιδίων είχεν εξορμήσει από το προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του Σκαλικαντζάρου.
    Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλώσωσιν, έκαμαν αγάπην. Μετά φιλικωτάτην δε συζήτησιν εκ συμφώνου, απεφάνθησαν ότι το παράδοξον ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπή ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγη, θα ειπή ότι δεν ήτον ούτε σκαλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτον λοιπόν; Θα ήτον άνθρωπος, χωρίς άλλο.
    Η δευτέρα ζυγιά των παιδίων έφθασε μετ’ ου πολύ, είτα η τρίτη και η τετάρτη. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν έφοδον κατά της οικίας.
    Ο Παλούκας, την στιγμήν εκείνην, εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει πλέον ν' αποσυρθή, αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύση την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχίων, και την του αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγη και πάλιν έμενεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.
    - Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.
    - Να μιά ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.
    Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγη, θα ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.
    Απεφάσισε ν’ αρπάξη μίαν σανίδαν και μεταχειριζόμενος αυτήν ως σπάθην άμα και ως ασπίδα, να εκτελέση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήση με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.
    - Να κι άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.
    - Να κι άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδία.
    Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτέραν γωνίαν του ισογείου, στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινα δοκόν του πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην. Αλλά κι' εκεί, μέγας λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου, ελόξευσε και τον έπληξε μετά μετρίας βίας εις τον ώμον.
    - Βρε! α π ό  σ π ό ν τα α, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.
    Ευτυχώς δι’ αυτόν, οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το βάθος του παιδικού θράσους.
    Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά φρόνιμον σκέψιν, απεφάσισε ν’ αναρριχηθή εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί από τα ικρία και τες ξυλωσιές της οικοδομής) πατών από οπήν εις οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της αυλής του γερο-Παγούρη.
    Ητον ως δύο μπόγια υψηλά, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο υψηλότερον κατά τρεις ή τέσσαρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.
    Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων από το άλλο μέρος του αυλογύρου, όπου ήξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.
    Ο δούπος της πτώσεώς του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.
    Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας του αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.
    Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά τού είχαν πέσει από την τσέπην.
    Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψη.
    Ο Αγγελής, έν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνει με την φούχταν, ενώ τα άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν τού φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους και κράζοντα:
    - Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!

    Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του γερο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρον του, ήνοιγε το παράθυρον και ηρώτα έκπληκτος:
    - Τι είναι; τι τρέχει;… ποιος είναι;... ποιοί είστε;... ε! δεν ακούτε!
    Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, και έφευγεν διά της μεσημβρινής θύρας, και τα άλλα παιδία πέραν του βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντο τον Παλούκαν, όστις είχε γίνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα·
    - Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/274

© SanSimera.gr

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2020

μια αξιοπρεπής Επιστολή Παραίτησης

 

Παραίτηση Κυριάκου Κατζουράκη από το ΔΣ του Μουσείου της Ακρόπολης

Ως πολίτης…
 
Είμαι μέλος του ΔΣ του μουσείου της Ακρόπολης και μιλάω για τα έργα που ξεκίνησε το ΥΠΠΟΑ πάνω στο βράχο, όχι ως ειδικός αλλά ως πολίτης με μακρά θητεία στο χώρο του πολιτισμού.
 
Προσπαθώ να περιγράψω τη θλίψη μου για την κακομεταχείριση της κοινής μνήμης μας και την απαξίωση κάποιων βασικών αρχών που κάποτε ούτε καν χρειαζόντουσαν λόγια για να κοινοποιηθούν, ήταν κοινωνικά αυτονόητα. Όπως η αίσθηση της ιστορίας και των παθών του λαού που ζωντάνευαν πάνω στον κακοτράχαλο βράχο – στα μάτια μου ιερός ως φορέας μνήμης και φορέας πολιτισμού – που η προσοχή μας στο δύσκολο βάδισμα πάνω στις πέτρες του, μας οδηγούσε στην κυριολεξία να σκύβουμε με προσοχή, να γινόμαστε ένα με τη δυσκολία του. Κι αυτό μας αναβάθμιζε σε κατ’ ουσία ερευνητές της ιστορίας των 2500 χρόνων του, γιατί δεν είναι μόνον οι ναοί του, οι Καρυάτιδες, τα αγάλματα, το θαύμα της «μη γεωμετρίας» του Παρθενώνα με τις οπτικές διορθώσεις. Είναι και η αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής, η σημαία του Σάντου και του Γλέζου, το τζαμί, ο βίαιος εκχριστιανισμός του, η ασεβής στάση των Άγγλων που το χρησιμοποίησαν σαν οχυρό, ο βομβαρδισμός του Μοροζίνι, οι μύθοι και η μυθοπλασία του, ο ενεργητικός ρεμβασμός των ερωτευμένων, η ληστεία του Ελγίνου, η ηρεμία που αποπνέει όταν σταθείς και κοιτάξεις τη θάλασσα χωρίς βιασύνη, χωρίς να σε εγκαλεί το καθήκον.
 
Τώρα πια το μέλλον είναι ακριβώς όπως το λέει ο Γκάτσος:
 
Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
 
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.
 
Τώρα οι απερισκεψίες του ΥΠΠΟΑ συσσωρεύονται αβάσταχτα. Ανάπτυξη, ανάπτυξη:
Ο σταθμός Βενιζέλου, η πυρκαγιά στις Μυκήνες, η 50χρονη «ενοικίαση» αρχαιολογικού πλούτου, η περιφρόνηση των καλλιτεχνών, οι απ’ ευθείας αναθέσεις άνευ διαγωνισμών και ελέγχου, οι απίστευτες προτάσεις για ανεμογεννήτριες στους Δελφούς και στις αγιασμένες Κυκλάδες, η άγνοια του αισθητικού πλούτου των κορυφογραμμών, οι Δεσμώτες του Φαλήρου, η Ακρόπολη τώρα. Όλα δείχνουν το ποίημα του Γκάτσου ως προφητικό.
 
Στη διάρκεια των σπουδών μου στην ΑΣΚΤ 1963 – 68 και με την μεγάλη επιρροή του αρχιτέκτονα αδερφού μου Δημήτρη, που λάτρευε τον Δημήτρη Πικιώνη και τον Άρη Κωνσταντινίδη, ήρθα σε επαφή με το έργο τους. Αμέσως γοητεύτηκα από την οικονομία των μέσων τους, από τις εφαρμογές του μπετόν με τη λιτή γραφή του Κωνσταντινίδη – αυτή η έρημη κατοικία στη Σαρωνίδα αξεπέραστο δείγμα συμβίωσης μοντερνισμού και ιστορικότητας – και φυσικά από τις αντίστοιχες εφαρμογές του Πικιώνη στην περιοχή της Ακρόπολης. Κυρίως ο σεβασμός του στην πέτρα, στο χώμα, στα δομικά υλικά, η τόλμη του ποτέ δεν ξεπερνούσε τα όρια του «μέτρον άριστον», η αγάπη του για το παρόν των ανθρώπων και το ότι ποτέ δεν έκρυψε το δέος που αισθανόταν για τον «βράχο» σαν αρχιτεκτονικό στοιχείο της Ακρόπολης.
 
Μου αφηγήθηκε ο αδερφός μου ένα περιστατικό: επισκέφτηκε τις εργασίες του Πικιώνη στην Ακρόπολη μια μέρα που είχε πεισμώσει με μια μεγάλη τετράγωνη πλάκα που τοποθετούσε – ήταν κάθε μέρα παρών μαζί με τους μαστόρους – σκυμμένος πάνω από τον μαρμαρά του έδινε οδηγίες: « χτύπα τη με το σφυρί τη γωνία, όχι εκεί στην άλλη γωνία, όχι όχι εκεί στη μέση, πιο λοξά το σφυρί, όχι έτσι σηκώνεται, στη κάτω γωνία με μικρές σφυριές, απ’ την άλλη τώρα, πιο δυνατά, πιο δυνατά» κάποια στιγμή ο μάστορας δίνει μια σφυριά σ’ ένα σημείο και ραγίζει η πέτρα με μια λοξή εγκάρσια ραγισματιά, «αυτό μπράβο… αυτό ήθελα» φώναξε ανακουφισμένος ο Πικιώνης που έγινε αυτό που ευχόταν. Μια ωδή στο τυχαίο! Βασικό εργαλείο; Υπομονή και επιμονή.
 
Δεν ξέρω γιατί αυτήν την φριχτή περίοδο της πανδημίας οι γιατροί και οι νοσηλευτές, με την αφοσίωσή τους στο επιστημονικό τους καθήκον, τη φροντίδα και τον σεβασμό τους για τους πάσχοντες, μου θυμίζουν εκείνη την εποχή. Ίσως γιατί διακρίνω σ’ αυτούς συμπεριφορές ξεχασμένες που όμως ποτέ δε σβήνουν από τη μνήμη μας, παραμένουν κάπου μέσα μας σαν μέτρο σύγκρισης, με τον τρόπο που σκύβουν πάνω στους αρρώστους με αυτοθυσία ρισκάροντας τη ζωή τους την ίδια, με μια θαυμάσια σχεδόν νεόφερτη ανιδιοτέλεια.
 
Κάπως έτσι έσκυβε ατέλειωτες ώρες ο Πικιώνης μαζί με τους μαστόρους και δουλεύανε με αφάνταστη προσοχή τα αρχαία μονοπάτια. Είχε καλή παρέα όμως, τον Εγγονόπουλο και τον Χατζηκυριάκο Γκίκα στη σχολή, τον Μόραλη, τον Κουν, τον Μάνο και τον Μίκη και καμία βιασύνη, μόνο υπομονή και σιγουριά διέκρινε το έργο όλης αυτής της γενιάς.
 
Σήμερα στο υπουργείο πολιτισμού δεν υπάρχει αυτό το χάρισμα της υπομονής. Προγραμματισμός σημαίνει μόνο υπομονή και στο ΥΠΠΟΑ αυτή απουσιάζει και έτσι το ιερατείο του υπουργείου αφοσιώνεται σε βιαστικά έργα βιτρίνας, επίδειξης και νεοπλουτισμού. Το θέμα είναι όμως βαθιά πολιτικό. Η προχειρότητα είναι μια σκυτάλη που περνάει από τον εντολέα στον εκτελεστή.
 
Είμαι ευγνώμων που λίγο πριν τη λήξη της θητεία της προηγούμενης κυβέρνησης η Μαρία Βλαζάκη (γ.γ. τότε του υπουργείου) με πρότεινε για μέλος του ΔΣ στο μουσείο της Ακρόπολης. Εκεί μέσα γνώρισα μια ποιότητα που με ξάφνιασε. Συζητήσεις και πληροφορίες πολύτιμες με ευγένεια και επιστημοσύνη είναι η καθημερινότητα στις συνεδριάσεις μας. Αγάπησα κάποιους ιδιαίτερα και παρόλο που αντιπαθώ το κτίριο του μουσείου Ακρόπολης – ποτέ δεν το ένοιωσα σαν δικό μου – προσαρμόστηκα καλά λόγω της ποιότητας των συνεργατών.
 
Το τελευταίο διάστημα – συμπίπτει με το διάστημα του covid, εξ ου και η αναφορά μου στην πανδημία – άρχισα να μαθαίνω τις βασικές λεπτομέρειες για τα έργα της αναβάθμισης στην πρόσβαση της επιφάνειας του βράχου, με οπλισμένο σκυρόδεμα, με πλάτυνση του μονοπατιού του Τραυλού προς τον Παρθενώνα και με προοπτικές «ταρατσών» δε διάφορα σημεία της επιφάνειας. Και όπως ειπώθηκε από τον πρώην βοηθό του Τραυλού τον καθηγητή Τάσο Τανούλα, με βαρέα υλικά, χωρίς να έχει γίνει υδραυλική μελέτη, κάτι που είδαμε με τρόμο στις δυο τελευταίες πλημμύρες πάνω στο βράχο.
 
Άκουσα τον ίδιο τον κο Τανούλα σε συνέντευξη στο ραδιόφωνο και ομολογώ ότι ταράχτηκα. Μια φωνή που εξέπεμπε μεγάλη ανησυχία για τη βιασύνη των έργων και φυσικά μεγάλη αγωνία για το μέλλον της Ακρόπολης. Σ’ αυτήν την αγωνία θέλω να προσθέσω και τη δική μου: η ανάπτυξη / εξέλιξη όπως εφαρμόζεται στο κορμάκι της Ακρόπολης είναι με μία λέξη επιπόλαια και μπορεί να εξελιχθεί σε εγκληματική. Και γίνεται μόνον για επίδειξη και για αύξηση επισκεπτών, δηλαδή εσόδων. Τα ΑΜΕΑ – το λένε και οι ίδιοι – κάλλιστα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με απλά μέσα, κατάλληλα, ακίνδυνα, αισθητικά ωραιότερα – ακόμα και το αναβατόριο στο τείχος που αναβαθμίστηκε σε ασανσέρ είναι σαν κακό σπυρί στην πλάτη του τείχους.
 
Το ΥΠΠΟΑ είναι υπόλογο γι’ αυτήν την εξέλιξη. Δεν επιτρέπεται να γίνονται τέτοια έργα χωρίς να έχουν προηγηθεί εγκεκριμένες μελέτες και προβλέψεις. Όπως λέει ο κος Τανούλας: «Η Ακρόπολη είναι ένα εμβληματικό μνημείο της ανθρωπότητας από τη Δύση μέχρι τα άκρα της Ασίας». Δεν είναι ένα απλό οίκημα που χρήζει επισκευών. Είναι ένα μπαλκόνι που ανήκει στον κόσμο. Κάθε έργο τέχνης για να τα απολαύσει ο άνθρωπος και να γίνει ό εαυτός του έργο τέχνης απαιτείται κόπος, τεράστιο κόπος. Ο θεατής εκπαιδεύεται, ενεργοποιεί την δική του τρυφερότητα, την ανθρωπινότητα του, δεν καταναλώνει.
 
Λυπάμαι βαθύτατα που αναγκάζομαι να παραιτηθώ από μέλος του Δ.Σ. του μουσείου. Σε κάθε συνεδρίαση πήγαινα με χαρά που θα συναντούσα τους νέους φίλους μου, γεμάτους γνώση και αγάπη για τα απομεινάρια της ιστορίας του τόπου μας. Όμως φοβάμαι πολύ ότι – ειδικά στα επόμενα δίσεκτα χρόνια - αυτό το «εμβληματικό μνημείο της ανθρωπότητας», εις το όνομα της κακώς εννοούμενης τουριστικής ανάπτυξης θα έχει ακόμη πιο δυσάρεστη συνέχεια.
 
Πρέπει να σταματήσουν τα έργα και να γίνει ενδελεχής μελέτη πιθανής αποκατάστασης, εφόσον είναι αναστρέψιμα. 
 
Ναι ευχολόγιο είναι το ξέρω αλλά θάθελα να τραγουδήσω με πολύ κόσμο, δακρύζοντας και φωνάζοντας δυνατά προς το υπουργείο για την απερισκεψία του:
 
«Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.»
 
Κυριάκος Κατζουράκης, Ζωγράφος
Ομότ. καθηγητής Σχολή Καλών Τεχνών ΑΠΘ

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2020

λαϊκή τέχνη ή για τα σκουπίδια;

 Ελαβα μερικές φωτογραφίες από Κεφαλονιά, συνοδευόμενες από το σημείωμα:

«Λαϊκή τέχνη στη Σάμη. Ολες οι κολώνες που χρησιμοποιήθηκαν στην περίφραξη του σπιτιού, έχουν επάνω φιγούρες σαν αυτή. Ειναι πάνω από πενήντα χρόνων. Σε πείσμα των καιρών διατηρούν τη ζωηρότητα τους. Το σπίτι ανήκε στον Χρήστο, τον ταχυδρόμο που έχει πεθάνει πριν καιρό.Δεν ξέρω αν γι αυτή την λαϊκή τέχνη υπάρχει φροντίδα. Αγνοω επίσης ποιος θαυμάσια σμίλεψε στο τσιμέντο τις μορφές. Καθε που περνώ κοιτάζω και εύχομαι να τις φροντίσουν.»

Στην έρημο της ακαλαισθησίας που μας περιβάλλει, περιμένω μήπως ενδιαφερθεί κάποιος φορέας, Ιδρυμα, κάποιος τελοσπάντων, που κρίνει ότι αξίζει η διατήρηση/συντήρηση των στοιχείων του φράχτη. 

 

  



 

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020

συγκλονιστικό αφήγημα νοσηλεύτριας

Εφημερια. Πρωινή βάρδια. Ίσα πρόλαβα 2 γουλιες καφέ και πήρα το μπουκάλι με το νερό μαζί μου. έβαλα την στολή μου, από πάνω την απλή χειρουργική ρόμπα την μάσκα το σκουφι κ την προσωπίδα. Ο χώρος που έχει δημιουργηθεί για κόβιντ επείγοντα είναι " κλεμμένος" από άλλα ιατρεία. Το πόστο μου σήμερα είναι στο παλιό παιδιατρικό. Ένας χώρος που είναι δεν είναι όλο μαζί 50τμ. Ένας χώρος στην μέση κ άλλοι 2 δεξιά κ αριστερά. Δεδομένου ότι υπάρχει σταθερή παροχή οξυγόνου η χρήση του την στιγμή αυτή είναι για τα βαρύτερα περιστατικά. Αν κ συχνά έχουμε αντιμετωπίσει στο χώρο αυτό μέχρι και διασωληνωσεις. Μπαίνω λοιπόν ετοιμάζω τα υλικά για τις φλεβοκεντισεις και πριν προλάβω να ολοκληρώσω τις προετοιμασίες ορμάει η γιατρός με εναν ασθενή σε καροτσάκι." Έχει 60 κορεσμό, που να τον βάλω?" Τρέχουμε μαζί τον βάζουμε στο πρώτο φορείο. Ξεκινάω βάζω φλέβα παίρνω αίματα η γιατρός πασχίζει να ρυθμίσει το οξυγόνο που δεν ανεβαίνει. " Θέλω βεντουρι! Βάλε σολου κορτεφ, κάνε καρδιογράφημα, πονάει λέει το στήθος του" . Τρέχω παίρνω τα φάρμακα και μπαίνει νέο φορείο. " 40 πυρετό και κορεσμό στο 80" . Παραταω τα φάρμακα τον βάζω στο οξυγόνο τρεχω πίσω να κάνω τα φάρμακα. Ο νέος ασθενής διεγερτικός απ' την υποξυγοναιμια πετάει την μάσκα και φωνάζει " δεν μπορώ να πάρω αέρα". Του την ξαναβάζω στα γρήγορα και τρέχω να κάνω τα φάρμακα στον προηγούμενο ασθενή. τελειώνω και πάω στον επόμενο. Με χτυπάει γιατί δεν καταλαβαίνει στον πανικό της υποξυγοναιμιας ότι η μάσκα δεν τον περιορίζει αλλά τον σώζει. Αναγκάζομαι να ακινητοποιήσω το χέρι του για να του περάσω φλεβα κ να πάρω αίματα. Το οξυγόνο στο φουλ σφυρίζει στα αφτιά μου. Έρχεται ο γιατρός να τον εξετάσει. Μου φωνάζει από έξω η συνάδελφος " έχω κι άλλον με 70-75 κορεσμό! Στον βάζω στο απέναντι δωμάτιο! Σύνδεσε τον εσύ δεν προλαβαίνω εγώ, έρχεται κι άλλο εκαβ! Θα σου φέρω κ άλλον σε λίγο". Τρέχω παίρνω το μπολακι με τα έτοιμα σύνεργα για φλέβα. Την στιγμή εκείνη εμφανίζεται το ταίρι μου στην βάρδια. Έχει σήμερα ποστο στο θάλαμο με τα πολύ βαριά και μόλις έβγαλε για διακίνηση αυτό που είχε και ήρθε να βοηθήσει. Πήρα μια βαθιά ανάσα στην θέα της. Δεν πρόλαβα να την βγάλω όμως. Η γιατρός ουρλιάζει " μάλλον πάμε για διάσωληνωση, πάμε στο δίπλα χώρο" . Βουτάμε όλοι μαζί το φορείο και οδηγούμε τον ασθενή στο χώρο για τα πολύ βαριά. Κλείνω την πόρτα κ με κοιτάει απολογητικά η συνάδερφος. Δεν θα μπορέσει να έρθει δίπλα σύντομα. Γυρνάω πίσω. Που είχα μείνει? Α ναι , πάω να βάλω φλέβα. Το οξυγόνο σφυρίζει. Ανεβαζει τουλάχιστον στο 90 κορεσμό τώρα. Καρδιογράφημα. Προλαβαίνω, ακόμα δεν τον έχει δει γιατρός. Βλέπω τον γιατρό να ντύνεται. Υπολογίζω έχω ακόμα 2-3 λεπτά. Προλαβαίνω να κάνω καρδιογράφημα και στον προηγούμενο. Το κατάφερα. Πριν προλάβω να βγάλω τα ηλεκτρόδια απ' τα πόδια βλέπω μου φέρνουν κι άλλο φορείο. Που το πάτε? Δεν έχω άλλη παροχή για οξυγόνο! " Ναι αλλά δεν μπορεί να μείνει έξω". Τρέχω να βρω φιάλη οξυγόνου να συνδέσω. Μέχρι να τελειώσω με τον ασθενή στο πίσω θάλαμο μου βάλανε αλλα 2 καροτσια με ασθενείς στο οξυγόνο. Δεν έχω κρεβάτι ή φορείο να τους βάλω. Πώς διάολο θα τους εξετάσει ο γιατρός στο καρότσι? Διαμαρτύρεται ο ένας ότι περιμένει ώρα έξω και απαιτεί να τον δει γιατρός. δεν μπορώ να ασχοληθώ τώρα με αυτόν, προέχει ο άλλος που είναι κάτασπρος και έχουν πεταχτεί ολοι οι μύες του λαιμού του στην προσπάθεια του να αναπνεύσει. τρέχω να βρω φορείο να τον βάλω. Φωνάζω στον αέρα ότι θέλω κι άλλους γιατρούς μέσα. Τον ξαπλώνω και τον τραβάω με όλη μου την δύναμη. Είναι εξαντλημένος και χωρίς δυνάμεις. Μπαίνει η γιατρός την ώρα που του περνάω φλέβα. Ο κορεσμός στο 76. " Τέρμα το οξυγόνο βάλε" Τέρμα είναι... Δεν δίνει παραπάνω ροή η φιάλη. Και τελειώνει κιόλας. Κοιτάω δίπλα ο άλλος ασθενής κρατάει πλέον 95 οξυγόνο. Αποσύνδεω το δικό του απ' την σταθερή παροχή για να βάλω τον άλλο και συνδέω αυτόν στην φιάλη. Φλέβα αίματα οξυγόνο. " Βάλε κ εδώ σολού. Ο αξονικός είναι εδώ? Επείγει αυτός" ο ασθενής δίπλα ακόμα διαμαρτύρεται. " Κάποιος να έρθει να κάνει τα εισητηρια και να ετοιμάζει τα παραπεμπτικα." Ο διεγερτικός ασθενής έχει πετάξει πάλι την μάσκα. Έχει βγάλει και την φλέβα. Όλα μέσα στο αίμα. Τρέχω πάλι του βάζω τη μάσκα και προσπαθώ να περάσω πάλι φλέβα. Μπαίνει κι άλλος γιατρός μέσα. " Ποιον να δω?" Τι να σου πω? Δες κορεσμούς και ανάλογα ξεκινα. Όλοι χάλια είναι. Έχουν όλοι οξυγόνο φλέβες αίματα και σχεδόν όλοι καρδιογράφημα. Ξεκινά με όποιον βρεις και βάζω εγώ φλεβα και καρδιογράφημα στους υπόλοιπους. Από πίσω φωνάζει η γιατρός " ο τάδε ακτίνα αξονικό εισαγωγή!! Που θα πάει?" Δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με τα κρεβάτια. Δεν ξέρω τι έχουμε που. Ήταν λίγα έτσι κ αλλιώς. Έρχεται μια γιατρός να βοηθήσει με τα διαδικαστικά. Εισητηρια παραπεμπτικα διακίνηση. " Η τάδε κλινική έχει τόσα η τάδε τόσα , και η τάδε τόσα. Που τον θες?" " Στην τάδε, να είναι κοντά αν στραβωσει". Κοιτάω γύρω μου. Που ήμουν? Που είχα μείνει? Α ναι εκεί θέλουμε καρδιογράφημα. Ξεκινάω συνδέω. Πίσω μου βλέπω βάζουν άλλο φορείο. Τρέχω συνδέω οξυγόνο και πιεσόμετρο. Κορεσμός στο 90. Οκ κρατάει λίγο. Τρέχω να τελειώσω το καρδιογράφημα. Ο ασθενής στο καρότσι ακόμα φωνάζει και διαμαρτύρεται. Κοιτάω το κορεσμό του. Έπεσε στο 88. Γαμωτο που θα τον ξαπλώσω αυτόν? Έρχεται τραυματιοφορεας και παίρνει τους 2 ασθενείς. Έξω δεν έχει άλλο φορείο αυτή τη στιγμή να τον ξαπλώσω. Του βαζω φλεβα όρθια εκεί στο καρότσι. Πίεση κορεσμό. Καρδιογράφημα στο καρότσι. Έχω ζαλιστεί. Ο ιδρώτας τρέχει στα παπούτσια μου. Νοιώθω να πιτσιλαει νερά κάθε βήμα μου. Ακουμπάω στον τοίχο και κοιτάω τους ασθενείς γύρω μου και περνάνε όλες οι πράξεις που έχω κάνει στα γρήγορα από το μυαλό μου. Εκεί. Στην γιαγιά. Έβαλα φλεβα δεν πήρα αίματα. Τρέχω να πάρω αίματα. Ακούω την γιατρό υποδοχής. " Ο κύριος περιμένει αποτελέσματα αλλά έχει ρίξει απότομα κορεσμό. Που να τον βάλω? " Κοιτάω γύρω μου. 3 φορεία στο ένα δωμάτιο 2 κρεβάτια στο άλλο , ένα φορείο στην μέση και 2 καροτσια. Όλα με ασθενείς. Να περιμένει λίγο έξω μέχρι να αδειάσει κρεβάτι. " Δεν μπορεί θέλει οξυγόνο" πίσω δεν έχει ιατρείο άδειο? " Όχι, σε παρακαλώ βρες που θα τον βάλεις, πρέπει να πάω πάλι μπροστά". Περνάει μπροστά μου τραυματιοφορέας με άδειο καρότσι με οξυγονο πάνω του. Πάω να το αρπάξω. " Το θέλω για να μεταφέρω ασθενή!" Ευτυχώς δικό μου ασθενή έπαιρνε. Σηκώνεται ο ένας, τραβάω το χαρτί ξαπλώνει ο άλλος. Φλέβα αίματα καρδιογράφημα πίεση κορεσμό φάρμακα οξυγόνο οξυγόνο οξυγόνο. " Θέλω άλλη μάσκα. Φέρε βεντουρι. Φέρε μη επανεισπνοης! Μπουσινιακ εδώ έχουμε? Αυτός να φύγει ΤΏΡΑ! Που είναι οι τραυματιοφορείς!!????" Τρέχουν και δεν φτάνουν. 6 έμειναν για όλη την εφημερία κι είναι όλοι από δω. " Τους θέλω εδώ τώρα! Αυτός εδώ επείγει!" Μα δεν είναι στο χέρι τους! Διακινούν άλλο περιστατικό! " Φωνάξτε τον Ανδρέα να φέρει καινούργιες φιάλες! Αυτές οι 4 εδώ μπροστά είναι όλες άδειες"! Γύρω μου 3-4 γιατροί. Όλοι με στολές ολόσωμες. Αρκετούς δεν τους αναγνωρίζω όχι απλά λόγο στολής αλλά δεν τους έχω ξαναδεί καν. Οφθαλμίατροι, γενικοί γιατροί, έκτακτες προσθήκες από κέντρα υγείας. Κοιτάω γύρω μου. Οπ , αυτός πότε μπήκε? Φλέβα αίματα πίεση κορεσμό καρδιογράφημα οξυγόνο καθετήρα. " Για πες τι έχουμε"? Γυρνάω και κοιτάω την συνάδελφο. Απορώ γιατί είναι εδώ. Με κοιτάει κι αυτή και δεν καταλαβαίνει γιατί σκαλωσα έτσι. Κοιτάω την ώρα. 3 παρά. Σχολαω... Εδώ ο κύριος τάδε. Τον έχουν δει περιμένει διακίνηση. Θέλει μόνο καρδιογράφημα. Δεν πρόλαβα. Εκεί ο κύριος τάδε. Δεν τον έχουν δει ακόμα έχει φλεβα αίματα καρδιογράφημα και οξυγόνο στο 92 τώρα. Εκεί ο τάδε εκεί ο τάδε εκεί ο τάδε... " Κρεβάτια έχουμε"? Δεν έχω ιδέα. Δεν πρόλαβα να ασχοληθω. Η γιατρός τα είχε αναλάβει. " Πόσες εισαγωγές έκανες από εδώ?" Δεν ξερω. Δεν έχω ιδέα. Κοιτάω το χαρτί με τις εισαγωγές. 22 άτομα που έχουν ήδη διακινηθεί και άλλα 5 που τα ετοιμάζουμε...Πετάω ρόμπα σκουφι ποδοναρια , ρίχνω στη χλωρίνη την προσωπίδα. Η στολή είναι μαύρη απ τον ιδρώτα. Κολλάει πάνω μου. Παίρνω το μπουκάλι νερό που ακουμπισα στο πάγκο 8 ώρες πριν. Στα αποδυτήρια κάθομαι στη καρέκλα και δεν μπορώ να σηκωθώ. Κοιτάω το κινητό. Εφαρμογή ημερισιων βημάτων. 16564. Σε 50τμ. Ώρα να πάω σπίτι. Λογικά θα κοιμηθώ αμέσως απ' την κούραση. Το χρειάζομαι να κοιμηθώ αμέσως. Σε λιγότερο από 8 ώρες είναι η επόμενη βάρδια...
____________________

ΣΗΜ. Ανέβηκε στο facebook, στις 21 Νοεμβρίου 2020, ώρα 4:52 μμ.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2020

τι συμβαίνει στην παραλία στο Δήλεσι;

Και στην τούρλα του Σαββάτου, μέσα στο γενικό αλαλούμ, ανοίγεται παραλιακός δρόμος στο Δήλεσι.

Τα πρανή με τα σχίνα ξηλώθηκαν από μπουλντόζες με κίνδυνο κατολίσθησης του εδάφους (των οικοπέδων δηλαδή), οι κάτοικοι αλαλιασμένοι ψάχνουνε κάποιον υπευθυνο αλλά δεν βρίσκουν, φημολογείται ότι ο δημαρχος της περιοχής δήλωσε ότι "έχει μεγάλα σχέδια" --ερήμην των δημοτών του, φυσικά.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2020

το Πολυτεχνείο: πόση αλήθεια και πόσο μύθος

Σήμερα θα διηγηθώ εδώ, γράφοντας κατευθείαν όπως συνηθίζω, μερικά πράγματα που λέω προφορικά συζητώντας με φίλους ή με τα παιδιά μου. Το αποφάσισα, επειδή δεν έχω πλέον κάτι να χάσω από αυτή την ιστορία που λέγεται "Πολυτεχνείο" ούτε υπάρχει κάτι να κερδίσω -κυρίως αυτό.
Η αλήθεια είναι πως μου γυρίζουν τ' άντερα όταν βλέπω και ακούω μερικούς αυτοβαφτισμένους "ήρωες" να επαίρονται και να εξαργυρώνουν την στιγμιαία ύπαρξή τους σε ένα τόπο ο οποίος συνέβη να δοξαστεί κατά παραγγελία, μετά τα θλιβερά γεγονότα του Νοέμβρη του 1973.
 
Είμαι πεπεισμένη ότι όσοι βρεθήκαν* στ' αλήθεια στο χώρο αυτό και ένιωσαν στο μέσα τους την ανατριχίλα, ένα μείγμα τρόμου και θάρρους μπροστά στο αναπόφευκτο, δύσκολα μπόρεσαν να προβούν σε αυτή την εξαργύρωση. Κάποιοι αντάλλαξαν με καρέκλες εκείνες τις μεγαλειώδεις στιγμές της ιστορίας κινούμενοι από υπέρμετρη φιλοδοξία, κάποιοι το έκαναν από αφέλεια και από ειλικρινή ελπίδα ότι κάτι μπορεί πράγματι να αλλάξει σε αυτό τον τόπο. Ολους αυτούς σχεδόν, τους έφαγε η μαρμάγκα, δηλαδή παρασύρθηκαν από το ρεύμα του "μεροδούλι μεροφάι" -το έκαναν επάγγελμα- και ήταν δύσκολο να πισωγυρίσουν. Κάποιοι έπαιξαν καλά το ρόλο του "ήρωα", έστω και αν εκείνες τις μέρες δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν από το σπιτάκι τους ή "αντιστεκόντουσαν" στην ξενητειά με τα λεφτά του καλοβολεμένου μπαμπά τους -και είναι αρκετοί.
 
Τότε λοιπόν, δούλευα σε δυο δουλειές. Τα απογεύματα σε ένα γραφείο στο Λυκαβηττό και τα πρωινά σε μια επαγγελματική σχολή απέναντι από το Πολυτεχνείο. Από την Τρίτη, 13 Νοέμβρη, υπήρχε μια κινητικότητα στην περιοχή. Εχοντας ζήσει τα γεγονότα της Νομικής, νόμιζα πως πρόκειται για κάτι παρόμοιο, πως θα μαζέψουν τα παιδιά και θα ξεφουσκώσει το πράγμα. Η επίφαση δημοκρατίας όμως που ήθελε να δείξει ο Παπαδόπουλος με την πρόταση "Μαρκεζίνη", επέτρεψε να γιγαντωθεί η δυναμική αντίδραση των φοιτητών. Δειλά δειλά, στην αρχή κανείς δεν πίστευε ότι το πράγμα θα έφτανε στα άκρα, μέχρι την Πέμπτη που ξεθάρρεψε ο κοσμάκης και τριγύριζε το χώρο του Ε.Μ.Π. σαν να πήγαινε σε πανηγύρι. Η ελπίδα να ξεφορτωθούμε τη δικτατορία έδειχνε να γίνεται πράξη.
 
Κάθε πρωί λοιπόν και κάθε μεσημέρι, όπως πηγαινοερχόμουν στη δουλειά μου, περνούσα έξω από το Πολυτεχνείο. Φορούσα τότε ένα κόκκινο δερμάτινο κοντό παλτουδάκι. Μπαμ έκανα, περνώντας ανάμεσα σε κάτι ντερέκια της αστυνομίας παρατεταγμένα απέναντι από το Πολυτεχνείο, που κάπως σαν να χαμογελούσαν δίνοντας την εντύπωση ότι επικροτούσαν την κατάσταση. «Μυστήρια πράγματα» σκέφτηκα. Την Πέμπτη, μπήκα μέσα μαζί με τον αδελφό μου, καλεσμένοι από ένα φίλο μας, τον Λάμπρο Τζιάνο, φοιτητή της οδοντιατρικής, έναν 20χρονο κούκλο. Ο αδελφός μου είχε ενθουσιαστεί και, με το ταλέντο που διέθετε, ζωγράφιζε διάφορα πάνω σε λεωφορεία με την προτροπή των οδηγών τους. Περιστέρια, λουλούδια, το Μαρκεζίνη μαϊμού, καρικατούρες στρατιωτικών, όπλα διαγραμμένα, κλπ. Κάποιος τον πλησίασε και του είπε να γράψει συνθήματα υπέρ κομμάτων (ανύπαρκτων φυσικά, δικτατορία είχαμε ακόμα) κι εκείνος αρνήθηκε. Κάποιοι τον γιουχάραν, κάποιοι τον ενθάρρυναν, θύμωσε και τα παράτησε.
 
Την Παρασκευή το μεσημέρι πήγαμε πορτοκάλια και μας έδιναν κι άλλοι άνθρωποι διάφορες σακκούλες περνώντας τις από τα κάγκελα και τις στοιβάζαμε μέχρι να έρθουν φοιτητές να τις πάρουν. Φορούσα ένα μαύρο ταγιέρ της γιαγιάς μου. Δεν το ξαναφόρεσα από τότε, το έχω κρεμασμένο στο ντουλάπι. Κατά το απογευματάκι, φύγαμε με τα πόδια για το σπίτι. Ο μικρός μας αδελφός ήταν φαντάρος στη Θήβα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πηγαίνοντας για το σπίτι, περάσαμε απο το γραφείο όπου δούλευα, στο Λυκαβηττό. Εκεί, υπήρχε ραδιόφωνο που μετέδιδε την εκπομπή από το σταθμό του Πολυτεχνείου. Ρίγος. Φήμες διάφορες. Ετερόκλητα άτομα είχαν συγκεντρωθεί στο γραφείο αυτό, λόγω γειτονίας. Φύγαμε για το σπίτι, όπου οι γονείς ανησυχούσαν γνωρίζοντας τον ατίθασο χαρακτήρα του αδελφού μου. Ο Διομήδης Κομνηνός νεκρός από σφαίρα, ένα παιδάκι της Β' Λυκείου ήταν, αν θυμάμαι καλά, 17χρονο, με το μηχανάκι του έσπαγε τον κλοιό των αστυνομικών και εφοδίαζε με διάφορα τους έγκλειστους. Το βράδυ κατά τις 10:00, το πυροβόλησαν. Μετά από αυτό το άκουσμα, έφυγα για το δικό μου σπίτι με τα πόδια. Εκείνος έμεινε με τους γονείς.
 
Περπατούσα παραζαλισμένη, μου ερχόταν να χτυπάω τα κουδούνια στο δρόμο, να καλέσω τον κόσμο να κατέβουμε στο Πολυτεχνείο. Εφτασα στο σπίτι μου κι άνοιξα το ραδιόφωνο. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έπαψε σε λίγο να εκπέμπει, «πάει, τα φάγαν τα παιδιά» είπα μέσα μου κι έπιασα κάποιον άλλο σταθμό που καλούσε τους φοιτητές στην πλατεία Κολιάτσου για να τους οδηγήσει κάποιος από στενά στο Πολυτεχνείο. Τι στενά; αναρωτήθηκα και δεν έκανα λάθος. Ο σταθμός αυτός ήταν μούφα, βαλτός ώστε να εξαπατήσει κόσμο και έγινε αιτία να συλληφθούν μερικοί αφελείς. Ηχογράφησα την εκπομπή αυτή και κάπου υπάρχει η κασέτα.
 
Μέσ' στη νύχτα, άκουσα τανκς να κατεβαίνουν προς το κέντρο της Αθήνας. Κοιμήθηκα για λίγες ώρες και ξύπνησα νωρίς το πρωί του Σαββάτου, 17 Νοέμβρη, άνοιξα πάλι το ραδιόφωνο να δω πώς ήταν τα πράγματα, να αποφασίσω αν θα πήγαινα στην πρωινή μου δουλειά. Οι σταθμοί παίζαν εμβατήρια και δημοτικά τραγούδια, σημάδι ότι όλα συνέχιζαν όπως και πριν. Ετσι, ετοιμάστηκα να φύγω για τη δουλειά μου, απέναντι από το Πολυτεχνείο. Οπως συνήθιζα, πήρα ταξί.
 
Οπως στρίψαμε -γύρω στις 8:30 η ώρα το πρωί- στην οδό Τζωρτζ (τότε επιτρεπόταν η κατεύθυνση προς το Πολυτεχνείο) αντικρύσαμε ένα σωρό πυροσβέστες να ρίχνουν νερό στο πεζοδρόμιο, έξω από την πύλη της Στουρνάρη. Ολο το πεζοδρόμιο μια μαυρίλα από τα αποκαΐδια. Στρίψαμε στην Πατησίων και είδα την κεντρική πύλη κατεβασμένη, τα αυτοκίνητα λιώμα, τη μερσεντές του Πολυχρονόπολου (χουντικού καθηγητή) να έχει ύψος ίσαμε 40 με 50 εκατοστά από το έδαφος. Πήγα στη δουλειά μου, στην τεχνική σχολή.
 
Οι μαθητές ερχόντουσαν κατά κύματα, με κατακόκκινα μάτια από τα δακρυγόνα, τρομαγμένοι. Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πανικός. Ακουγόντουσαν πυροβολισμοί. Μαζέψαμε τους μαθητές στο διάδρομο της σχολής, μη φτάσει καμιά αδέσποτη ριπή από τα παράθυρα και περιμέναμε. Μια μαθήτρια ανησυχούσε για τον αδελφό της, το Στέφανο Πάντο-Κίκκο, που βρισκόταν την προηγούμενη μέρα στο Πολυτεχνείο (σπουδαστής αρχιτεκτονικής) και δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Αργότερα, έμαθα ότι ήταν ζωντανός και τον κρατούσαν στην ασφάλεια.
 
Κατά τις 11:00, η κατάσταση φάνηκε να έχει ηρεμήσει και αφήναμε τους μαθητές να φεύγουν λίγοι λίγοι από τη σχολή. Γύρω στη 1:00 μμ, αφού είχαν φύγει όλα τα παιδιά, αρχίσαμε να φεύγουμε κι εμείς οι εργαζόμενοι. Φορούσα κι εκείνη τη μέρα το κόκκινο δερμάτινο παλτουδάκι μου κι από μέσα ένα συνολάκι μπλε, παντελόνι πουλόβερ. Εκανε ψύχρα, αν και είχε λιακάδα. Ηλιος με δόντια, που λένε. Βγήκα με ένα συνάδελφο, καθηγητή φυσικό. Φορούσε μια άσπρη καπαρντίνα.
 
Σε όλο το μήκος της Πατησίων, ήταν παρατεταγμένα τανκς κάθε 200 με 300 μέτρα περίπου. Μόλις τα είδα, του λέω «βγάλε την καπαρντίνα σου», την έβγαλε, έβγαλα και 'γώ το κόκκινο παλτό, το τύλιξα με κείνη και κρατούσα το δέμα αυτό αγκαλιά. Κρατημένοι σφιχτά από το μπράτσο, διασχίσαμε την Πατησίων και ανεβαίναμε προς τα Εξάρχεια. Από τους κάθετους δρόμους περνούσαν τρέχοντας διάφορα μπουλούκια νεαρών, μια προς τη μια και μια προς την άλλη κατεύθυνση. Εμείς οι δυο προχωρούσαμε ευθεία εμπρός, χωρίς να στρίβουμε κεφάλι, με σταθερό βήμα.
 
Κάποια στιγμή χωριστήκαμε, εκείνος πήγαινε προς του Γκύζη και 'γώ προς το Λυκαβηττό. Το κόκκινο παλτό δεν το φόρεσα, το κρατούσα παραμάσχαλα σαν τσάντα. Πήρα την Καλλιδρομίου όπου γινόταν λαϊκή και ήταν σαν να βρέθηκα σε άλλο κόσμο, παρ' όλο που κόντευε να τελειώσει. Εφτασα στο γραφείο όπου δούλευα τα απογεύματα και τηλεφώνησα στους γονείς μου να μην ανησυχούν. Ανοίξαμε ραδιόφωνο, πιάσαμε ξένους σταθμούς, μάθαμε τα καθέκαστα. Λίγο αργότερα, ενημέρωναν και οι δικοί μας σταθμοί τι είχε συμβεί, για τους περήφανους ευέλπιδες, για τον Διοικητή της Σχολής Ευελπίδων κ. Ιωαννίδη, ο οποίος έδωσε λύση, κλπ. Ενας κύριος, συγγενής κάποιου γνωστού, ο οποίος ήταν ταξίαρχος εν ενεργεία τότε και είχε βρεθεί στο γραφείο όλως τυχαίως -το γραφείο είχε γίνει κέντρο διερχομένων- είχε την καλύτερη εντύπωση για τον Ιωαννίδη και έλεγε ότι «τώρα θα δει άσπρη μέρα η πατρίς», κλπ. Ο γιος του κυρίου αυτού ήταν υποψήφιος Νομάρχης στις πρόσφατες εκλογές.
 
Στο γραφείο αυτό έμαθα επίσης ότι το προηγούμενο βράδυ, την ώρα που δολοφονούσαν τον άτυχο Διομήδη, γύρω στις 10:00 δηλαδή, ο κ. Παπασπύρου, Πρόεδρος της τελευταίας Βουλής πριν αυτή διαλυθεί από τους δικτάτορες, είχε πει στην αδελφή του με την οποία ζούσε «αδελφή, ετοίμαζέ μου τη βελάδα**, δώσ' τη στο καθαριστήριο» προβλέποντας τη Δημοκρατία που ερχόταν. Εκείνη την ώρα, πέρασε μια βόλτα από το Πολυτεχνείο με το αυτοκίνητό του. Εμαθα ότι και άλλοι πολιτικοί έκαναν το ίδιο περίπου εκείνο το βράδυ, την περίπτωση του Παπασπύρου όμως τη γνωρίζω από πρώτο χέρι που λένε, γιατί ήμουν καλεσμένη να κάνω αυτή τη βόλτα με το αυτοκίνητο αλλά αρνήθηκα και πήγα στο σπίτι των γονιών μου.
 
Μερικές απορίες που τριβέλιζαν και τότε το μυαλό μου παραμένουν ως αναπάντητα ερωτήματα.
 
Τι θα γινόταν αν είχε εκφραστεί νωρίτερα η στήριξη του "παλαιού" πολιτικού κόσμου προς τους εξεγερμένους φοιτητές;
 
Τι θα γινόταν αν το πλήθος του κόσμου που συνέρρεε τα πρωινά παρέμενε ως αργά τη νύχτα; κάθε νύχτα;
 
Στην εξέγερση αυτή δεν δόθηκε η σημασία την οποία αναζητούσε εξαρχής, αφέθηκε στην τύχη της, να βγάλουν οι νέοι σπουδαστές το φίδι από την τρύπα και να επωφεληθούν οι άλλοι αργότερα, ο κόσμος έδρασε ως συνήθως σαν κοπάδι που δεν πάει πουθενά χωρίς αρχηγό, οι νέοι έμειναν εκτεθειμένοι στην οργή των σκληροτράχηλων δυναστών. Στα νοσοκομεία δεν έδιναν ονόματα αληθινά γιατί καιροφυλακτούσαν «τα σκυλιά του Ιωαννίδη» κι έτσι δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των τραυματιών και νεκρών. Πολλοί νέοι κυνηγήθηκαν και κατά τους επόμενους μήνες, πολλοί βρέθηκαν «αυτοκτονημένοι» με παράξενους τρόπους, όπως συνέβη σε αρκετούς θυρωρούς πολυκατοικιών να χάσουν τη ζωή τους κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες -ξεκαθάρισμα ή εξαφάνιση μαρτύρων;- το καλοκαίρι του '74.
 
Το Πολυτεχνείο ως σύμβολο αντίστασης στη δικτατορία υπάρχει μετά την αποκατάσταση του πολιτεύματος. Η πρώτη επέτειος και ο πανηγυρικός εορτασμός της μου δημιούργησαν απωθητικά συναισθήματα. Μέσα στο Πολυτεχνείο ακουγόντουσαν τα συγκλονιστικά αντάρτικα τραγούδια και απέξω πουλούσαν σουβλάκια. Μέσα στο Πολυτεχνείο είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι επαναπατρισθέντες "αντιστασιακοί" οι οποίοι διεκδικούσαν (και τις κέρδισαν) θέσεις στο διδακτικό προσωπικό. Απέξω, ο κοσμάκης πανηγύριζε. Το απόγευμα έγινε η πορεία χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Τόσο καλή περιφρούρηση. Δεν πήγα στην πορεία. Σε πορεία για το Πολυτεχνείο πήγα πολύ αργότερα μαζί με τα παιδιά μου, τότε το θεώρησα χρέος, να μάθουν πέντε πράγματα.
 
Αν κάποια χρονιά καταθέσει στεφάνι και ο κ. Λιακόπουλος π.χ. δεν θα μου κάνει καμιά εντύπωση. Το Πολυτεχνείο ως σύμβολο -για μένα, γνώμη μου- έχει προδωθεί. Από μερικούς οι οποίοι το θεώρησαν τσιφλίκι τους ή το παρέδωσαν δέσμιο στους επελθόντες τσιφλικάδες.
Το Πολυτεχνείο υπήρξε μια ιστορική στιγμή κοινωνικής υγείας και μαζικότητας, η οποία -όταν δεν καπηλεύτηκε- έμεινε ανεκμετάλλευτη. Πόσα "Πολυτεχνεία" χρειάζονται άραγε ώστε να ξυπνήσουμε, να διεκδικήσουμε την ανθρωπιά μας;
-----------
* δυσκολεύομαι ακόμα να χρησιμοποιήσω α' πληθυντικό πρόσωπο
** βελάδα= το επίσημο ένδυμα των βουλευτών
-----------
Πρωτογράφτηκε στις 11/16/2006 05:07:00 μ.μ. εδω-->> https://rodiat5.blogspot.com/2006/11/blog-post_116368971756225762.html καθώς και στις "ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ" του f/b στις 17/11/2017.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2020

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ..

 

..για ασθένειες που προσβάλλουν ζώα και ανθρώπους, εξαιτίας της ασέβειας που δείχνει ο "πολιτισμός" μας προς τα ζώα. Τόσες προειδοποιήσεις γι αυτό που ερχόταν και συνεχίζαμε. Από το κακό στο χειρότερο πάμε και να δούμε πότε θα βάλουμε μυαλο.

1. Γρίπη H1N1
 
Η γρίπη των χοίρων είναι μια μορφή γρίπης που προσέβαλλε αρχικά τους χοίρους. Το 2009 μια μετάλλαξη της γρίπης των χοίρων μεταφέρθηκε στον άνθρωπο και προκάλεσε την πανδημία γρίπης των χοίρων 2009. https://el.wikipedia.org/wiki/Γρίπη_H1N1
 
2. Γρίππη των πτηνών
 
Ο πλέον υψηλά μεταδοτικός τύπος είναι ο H5N1, ο οποίος εμφανίστηκε στην Κίνα το 1996, ενώ διαθέτει και κάποια ελάχιστα μεταδοτικά στελέχη με παρουσία στην βόρεια Αμερική. Τα πτηνά συντροφιάς δεν θεωρείται πιθανό πως μπορούν να προσβληθούν από τον ιό και δεν έχουν υπάρξει αντίστοιχες αναφορές από το 2003, ενώ τα περιστέρια δεν προσβάλλονται και δεν μεταδίδουν τον ιό.
Μεταξύ των αρχών του 2013 και των αρχών του 2017, υπήρξαν 916 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που προσβλήθηκαν από τον τύπου H7N9 σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, με την πλειοψηφία να είναι στην Κίνα από Νοέμβριο έως Δεκέμβριο. Παρόμοια αύξηση των μολύνσεων έχει παρατηρηθεί σε προηγούμενα έτη κατά τους μήνες Δεκέμβριο με Ιανουάριο.
 
Η πιο κοινά αποδεκτή ημερομηνία της πρώτης εμφάνισης του ιού -αρχικά γνωστή ως λοιμός των πουλερικών- είναι το 1878 όταν διαφοροποιήθηκε από άλλων ειδών ασθένεις που προκαλούσαν υψηλό βαθμό θνησιμότητας στα πτηνά. Έως την δεκαετία του 1950, στον λοιμό των πουλερικών συμπεριλαμβάνονταν και η ασθένεια Νιούκαστλ. Μεταξύ του 1959 και του 1995, υπήρχαν 15 καταγεγραμμένες περιπτώσεις υψηλά μεταδοτικού τύπου σε πουλερικά, με ελάχιστα περιστατικά να καταλήγουν σε θάνατο. Μεταξύ του 1996 και του 2008 ωστόσο, υπήρξαν 11 περιστατικά με τον υψηλά μεταδοτικό τύπου με 4 από αυτά να αφορούν μετάδοση σε εκατομμύρια πτηνά.
 
Κατά την δεκαετία του 1990, ο διεθνής πληθυσμός των πουλερικών αυξήθηκε κατά 76% στις αναπτυσσόμενες χώρες, και κατά 23% στις ανεπτυγμένες, κάτι που συνέβαλε στην διάδοση της γρίπης. Ο τύπος της γρίπης Α/H5N1 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά σε χήνα στην Κίνα το 1996, και το 1997 αναφέρθηκαν περιστατικά με μόλυνση ανθρώπων στο Χονγκ Κονγκ. Από το 2003, έχουν αναφερθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας πάνω από 700 περιπτώσεις ανθρώπων που προσβλήθηκαν από τον ασιατικό τύπο HPAI H5N1, κυρίως σε 15 χώρες σε Ασία, Αφρική, Ειρηνικό, Ευρώπη, και Μέση Ανατολή, και συνολικά πάνω από 60 χώρες. https://el.wikipedia.org/wiki/Γρίπη_των_πτηνών
 
3. Νόσος των Τρελών Αγελάδων
 
Η Νόσος των Τρελών Αγελάδων είναι μια ασθένεια που προκαλεί την Σπογγώδη Εγκεφαλοπάθεια όπου άρχισε το 1986 στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στον άνθρωπο προκαλεί τη νόσο Creutzfeldt-Jakob.
Το πρώτο κρούσμα της νόσου καταγράφηκε το 1986 στη Μεγάλη Βρετανία. Σύντομα άρχισε να γίνεται επιδημία με αποτέλεσμα να μολυνθούν όχι μόνο και άλλες χώρες της Ευρώπης αλλά και όλου του κόσμου (Δανία, Ισπανία, Γαλλία, Η.Π.Α κ.α.). Το πρώτο κρούσμα στον άνθρωπο καταγράφηκε το 1996, δέκα χρόνια μετά. Αμέσως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έβαλε σε λειτουργία μέτρα για την αποφυγή της νόσου στους ανθρώπους. Όπως την αποφυγή κατανάλωσης βοδινού κρέατος. Σύμφωνα με έρευνες, η νόσος προήλθε από μια πρωτεΐνη,το πριόν, και μεταδόθηκε από τα πρόβατα στα βοοειδή και από τα βοοειδή στους ανθρώπους. 
 
Για την κατάσταση αυτή, φταίνε οι άνθρωποι καθώς δίνουν στις αγελάδες τους να φάνε άλλα νεκρά ζώα και έτσι τα βοοειδή τρελάθηκαν από την κατανάλωση προβάτων που ήταν η πρώτη πηγή της νόσου, έτσι έγιναν κανίβαλες. Στην Παπούα Νέα Γουινέα υπήρχε η ασθένεια Kuru, που είναι μια μορφή Σπογγώδους Εγκεφαλοπάθειας και μεταδιδόταν από τις φυλές της χώρας που έτρωγαν τους νεκρούς της φυλής τους. 
 
Το πρώτο κρούσμα της ασθένειας στην Ελλάδα εντοπίστηκε το 2001 σε γαλακτοπαραγωγική μονάδα στο Κιλκίς. Τα τελευταία κρούσματα στη χώρα μας εντοπίστηκαν το 2018 σε αγελάδες ολλανδικής προέλευσης. Μέχρι σήμερα έχουν πεθάνει περίπου 140 άνθρωποι από τη νόσο σε όλο τον κόσμο. https://el.wikipedia.org/wiki/Νόσος_των_Τρελών_Αγελάδων