Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστουγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστουγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Η Μαίρη και το Χάπι



Είναι μια κοπέλα που τη λένε Μαίρη και κάθε πρωτοχρονιά πίνει ένα Χάπι.
Φέτος, η Μαίρη έπαθε Κρίση και το Χάπι μάλλον θα κατέβει στραβά.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

καλές γιορτές!


Οι λεγόμενες γιορτινές μέρες, ποτέ δεν με συγκίνησαν. Αυτή η αγχώδης προσπάθεια για χαρούμενη διάθεση κατά παραγγελία, με νευρίαζε από παιδάκι. Δεν πίστεψα στον άη Βασίλη ούτε στη γέννηση του μωρού ενός μαραγκού στη στάνη κάποιων βοσκών, που τάχα θα έσωζε την ανθρωπότητα. Είχα κολλήσει φαίνεται το μικρόβιο της αμφισβήτησης από την κοιλιά της μάνας μου ή δεν έλαβα την προκαθορισμένη δόση εμβολίου όσο ήταν καιρός.

Οταν στην ερώτηση «πώς άρχισε ο κόσμος;», ερώτηση που φαντάζομαι πως την κάνουν όλα τα τετράχρονα νήπια, έλαβα από ένα θείο σαν απάντηση την περιγραφή του Παραδείσου και του προπατορικού ζευγαριού Αδάμ και Εύας, τον κοίταξα με μισό μάτι και δεν τον ξαναρώτησα τίποτα.

Κατάλαβα εγκαίρως -ίσως νωρίτερα από άλλα παιδάκια, γιατί έχω συζητήσει με φίλους που δεν είχαν παρόμοια εμπειρία- ότι οι μεγάλοι εμπαίζουν τους μικρούς και συμμετείχα στη μικρή οικογενειακή φατρία μικρών εναντίον μεγάλων, που περιελάμβανε όλα τα αδερφοξάδερφα. Ορκιστήκαμε να μη πιστεύουμε τους "μεγάλους" και να διασταυρώνουμε μεταξύ μας κάθε άγνωστη έννοια ή λέξη και, αργότερα, όταν μάθαμε γραφή και ανάγνωση, ψάχναμε σε βιβλία και εγκυκλοπαίδειες την αλήθεια της.

Στο πλαίσιο της μικρής μας παιδικής ομάδας, αποφασίσαμε να κοροϊδεύουμε και μεις τους μεγάλους, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι πιστεύουμε κι εμείς: στον άη Βασίλη, στο Χριστούλη, στην Ανάσταση, κλπ, δείχναμε υπερβολική χαρά για τα δώρα που λαβαίναμε, τραγουδάγαμε χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια και, όταν μεγαλώσαμε αρκετά, εξακολουθούσαμε να πηγαίνουμε με λαμπάδες στην Ανάσταση, καθώς και στον Επιτάφιο, αλλά μετά τσακίζαμε σουβλάκια και μπριζόλες σε ένα κουτούκι πίσω από το Ιπποκράτειο.

Μου είναι αδύνατο να φανταστώ ότι είμαστε τα μοναδικά παιδάκια που σκεφτόμασταν έτσι και όσο πάει σιγουρεύομαι ότι απλώς εμείς όχι μόνο αντιληφθήκαμε την κοινωνική υποκριτική συνομωσία που κρύβει αυτό το κατά παραγγελία εορταστικό κλίμα, αλλά αρνηθήκαμε να κοροϊδέψουμε τους εαυτούς μας τόσο πολύ μέχρι να το πιστέψουμε πως τάχα είναι αλήθεια. Αρνηθήκαμε να είμαστε καλοί μονάχα όσο κρατούν οι γιορτές κάθε χρόνο και επιμένουμε να πολεμάμε τους εαυτούς μας κάθε μέρα, να βγάζουν το καλύτερο που φωλιάζει μέσα μας.

Να εμποδίζουμε όσο γίνεται την απανθρωπιά να σκάει μύτη, με όσο μικρές δυνάμεις κι αν έχουμε να πολεμάμε την αδικία. Κάθε μέρα και όχι δίνοντας ένα νόμισμα ή μια τηλεκατάθεση, αλλά πραγματικό ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο.

Χρόνια Πολλά λοιπόν, καλά να περάσετε στις γιορτές! Μη ξεχνάτε όμως ότι είναι απείρως καλύτερο να είναι όλες οι μέρες γιορτινές! :)

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Το χριστουγεννιάτικο δώρο του απερχόμενου Δημάρχου

1. δέντρο απλό
2. δέντρο με στολίδι σοβαρό
3. δέντρο με στολίδι γελαστό

κλικ! να μεγαλωσουν οι εικονες και διάλεξε όποιο δέντρο σε εκφράζει.

________________________________
ΣΗΜ. Κάποτε, ο Ανδρέας Λασκαράτος έλαβε ένα δωράκι από ένα "θαυμαστή" του, τον παπά του χωριού που είχε συμβάλλει στον αφορισμό του -ένα καλάθι γεμάτο... κέρατα!
Ανταπέδωσε το δώρο, φυσικά, σαν καλός ευπατρίδης που ήταν. Το δώρο του; Ενα καλάθι γεμάτο τριαντάφυλλα.
Απόρησε ο παπάς και ρώτησε γιατί και ο σπουδαίος σατιρικός ποιητής και συγγραφέας απάντησε: «εμά παπά μου, από ό,τι έχει κανείς δίνει!»

Ετσι λοιπόν, ο απερχόμενος δήμαρχος κ. Νικήτας Κακλαμάνης, ο και Ομέρ Πριόνης επονομαζόμενος, έστειλε το δωράκι του προς όλους τους συμπολίτες του -ψηφοφόρους και μη- από αυτά που έχει!

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Ιδέες για χριστουγεννιάτικα δωράκια


Την παλιά εποχή, την εποχή της ανέχειας μετά την κατοχή, δεν πολυγιορτάζονταν τα Χριστούγεννα. Λαχανοντολμάδες ήταν το χριστουγεννιάτικο γεύμα, γαλοπούλες και τέτοια ήταν άγνωστα πράγματα. Μόνο η Πρωτοχρονιά ήταν σημαντική γιορτή. Για Βαλεντίνους, κλπ φρούτα, ούτε λόγος. Τα δώρα των Χριστουγέννων λοιπόν, λεγόντουσαν "μπουναμάδες" και ήταν κάτι πάνινα μικρά κουκλόσχημα πανάκια από τσόχα. Ετσι, για αναμνηστικά. Βάζαμε και ημερομηνία πάνω τους, μη τυχόν τα ξαναχαρίσει κανείς την επόμενη χρονιά!

Στην οικογένειά μας, κρατώντας το έθιμο αυτό, δεν πολυγιορτάζαμε επίσης τα Χριστούγεννα. Στολίζαμε ένα δεντράκι κι αυτό ήταν όλο. Τα δώρα τα φυλάγαμε να τα φέρνει ο Αη Βασίλης. Εμένα μου άρεσε να ετοιμάζω χειροποίητα δωράκια για όλους, άλλοτε κάτι μυστήρια κουκλάκια που κάναν τούμπες -ένας κύλινδρος απο χαρτόνι ντυμένος με ρουχαλάκι ήταν, κι από μέσα ένας βώλος έδινε την... ακροβατική ικανότητα!- άλλοτε μικρά πολύχρωμα κολλάζ από εξώφυλλα περιοδικών, πουλάκια γιαπωνέζικα κρεμασμένα από κλωστές, βραχιολάκια από σπάγκο πλεγμένο με χαντρες, κλπ, πού να τα θυμάμαι όλα...

Αργότερα, προτιμούσα να κεντάω διάφορα, όπως π.χ. σελιδοδείκτες, δισκόπανα, κλπ. Οταν μεγάλωσα αρκετά, άρχισα να βαριέμαι γενικά, δεν περίσσευε και αρκετός χρόνος, κι έτσι ψώνιζα δωράκια απο τα μαγαζιά.

Φέτος λέω να πιάσω την "παλιά μου τέχνη κόσκινο", που λέει κι η παροιμία, ένεκα η οικονομική δυσπραγία. Δεν περισσεύει σάλιο, που λένε. Εψαξα στο μπαούλο και βρήκα διάφορα κουβάρια από μαλλί, απομεινάρια από πλεχτά, και με αυτά σκέφτομαι να πλέξω κασκόλ για όλα τα αγαπημένα πρόσωπα. Τώρα, μοιράζω τα μαλλιά, συνδυάζω τα χρώματα, τις ποιότητες και τις ποσότητες, και το απόγευμα θα ξεκινήσω.

Μια ιδεα έριξα, εκμεταλλευτείτε τη!
"Ο καλός ο νοικοκύρης πριν πεινάσει μαγειρεύει"!!!
________________________
η εικόνα από εδώ, όπου έχει κι ένα ωραίο διήγημα.


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

ΠΡΙΝ ΣΒΗΣΕΙΣ ΑΥΡΙΟ ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΚΕΨΟΥ

Η σειρά τυχαία:

1. Πόσοι διαρρήκτες θα επωφεληθούν από το σκοτάδι
2. Πόσες γεννήσεις θα γίνουν μετά από 9 μήνες, δλδ τέλη Δεκέμβρη!
3. Πόσες λάμπες νέου τύπου θα αγοραστούν

1. σχόλιο: Η αστυνομία σε επιφυλακή, αύξηση δικαστικής εργασίας (οι δικαστικοί φάκελλοι είναι ήδη βουνά) μετά από τις προσαγωγές, εκτός και αν αφεθούν στη τύχη τους οι πολίτες.

2. σχόλιο: Αν λάβουμε υπόψη το παλιό γνωστό Black Out της Νέας Υόρκης, σίγουρα θα γεννηθούν πολλά παιδιά, μια και οι ανθρωποι τι άλλο θα μπορούν να κάνουν στο καναπέ χωρίς τιβί; Φτάνουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι διαλέχτηκε σκοπίμως η συγκεκριμένη ημερομηνία για τη σωτηρία του πλανήτη, προσβλέποντας στη γέννηση πολλών σωτήρων της Γης γύρω στα... Χριστούγεννα!

3. σχόλιο: Αν δεν είναι διαφημιστικό κόλπο για τη διάδοση των νέων λαμπτήρων, να φάω τα μουστάκια μου -που, ευτυχώς, δεν έχω! Πάντως, εδώ που τα λέμε, αν η επιθυμία για τη σωτηρία της Γης -αν πραγματικά κινδυνεύει- ήταν τόσο σφοδρή, τουλάχιστον ας προσφέρονταν δωρεάν οι νέοι λαμπτήρες και όχι στη τετραπλή αξία των συμβατικών. Αν και το πρόβλημα ηλεκτροδότησης θα μπορούσε να λυθεί μια για πάντα με διαφορετική μέθοδο πλην αυτής του ψιλοαπατεώνα Εντισον. Γιατί δεν προχωρεί η έρευνα προς τη λύση της ενεργειακής επάρκειας από τον ήλιο; Γιατί οτιδήποτε αφορά εξοικονόμηση ενέργειας είναι πολύ ακριβό; Ε, βάλτε το μυαλό σας να δουλέψει λιγουλάκι!

____________________
Αντιστέκομαι στη τρομολαγνική διάδοση περί κινδύνων και ΟΧΙ, δεν θα σβήσω τη ΜΟΝΑΔΙΚΗ λάμπα 60 κηρίων που καίω, ούτε τον υπολογιστή μου φυσικά. Σκέφτομαι μάλιστα να ανάψω κάτι προβολάκια που έχω για να φωτίσω το δρόμο, μη σκοντάψουν πουθενά οι άνθρωποι...

-->> UPDATE 16:29-->>
Μη παραλείψετε να μελετήξετε προσεχτικά τα σχετικά με το θέμα:
1. το ορμητικόν πόστιον του ANemos
2. το απίστευτον πόστιον του Old Boy
3. το σατιρικόν πόστιον του κ. Polsemannen, όπου και η εξής απλή σκέψη σε σχόλιο από την Kατερίνα σ-Μ -->>
«Γιατί άραγε δεν προτείνουν κάτι πραγματικά αποτελεσματικό; Ένα εμπάργκο, λόγου χάριν, στα προϊόντα Αμερικής και Κίνας; Αυτές δεν είναι οι χώρες που έχουν μεγάλο ποσοστό συμμετοχής στη ρύπανση του περιβάλλοντος;»

-->> ε; έλα μου ντε...

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

ΚΛΗΡΩΣΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟΥ ΛΑΧΕΙΟΥ 2008

Ξέρετε πόσοι μπήκαν (και) εδώ μέσα αναζητώντας σχετικές πληροφορίες;
Απίστευτος αριθμός χρηστών!
Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πώς γίνεται να μην αντιλαμβάνονται οι πολίτες τη κλοπή που συμβαίνει σε βάρος τους. Τρέχουν και ψωνίζουν λαχεία, ψωνίζουν ελπίδα, κλπ κλπ, τρέχουν να προλάβουν μη και καταφέρουν να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη, δηλαδή. Να καταθέσουν τον οβολό τους, επειδή λίγα τους παίρνει το κράτος με ένα σωρό άλλους (εμφανείς αλλά και καλυμμένους) τρόπους. Δίνουν στην εφορία, δίνουν στο ΦΠΑ, δίνουν στους έμμεσους φόρους, δίνουν στα προπά, στα λότα, στα τζόκερ, ε, να μη δώσουν κάτι τι και στο πρωτοχρονιάτικο λαχείο; Πολλά χρήματα περισσεύουν στις τσέπες μας και αυτό καταλαβαίνουν οι διάφοροι οικονομικοί εγκέφαλοι και όλο και περισσότερο μας στίβουν, μας στίβουν, μας στίβουν...

ΑΜΑΝ ΠΙΑ, βρε παιδιά, κόψτε το ρημάδη το τζόγο!!! ΑΜΑΝ και ΟΥΦΦΦ

Καλά μυαλά, είπαμε... Αντε και του χρόνου! :)

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Εργαστήριο Φοβήτρων

Ο καθηγητής Αλφρέδος Βάτσερμαν, Ειδικός Επιστήμων Ερευνητής Τρομολαγνείας, αφήνει έναν ηχηρό στεναγμό ανακούφισης κλείνοντας το νέο επιστημονικό του σύγγραμμα, σηκώνεται από το σκαμπό και απομακρύνεται από τον πάγκο εργασίας του Εργαστηρίου.

Εργάζεται ιδιαιτέρως σκληρά τα τελευταία χρόνια σε αυτό το μοντέρνο Εργαστήριο Φοβήτρων, που έχει την έδρα του κάτω από τα θεμέλια της Λευκής Πυραμίδας στη μακρινή Τακλαμακάν. Εργάζεται σκληρά, επειδή οι απαιτήσεις των εργοδοτών του είναι ιδιαίτερα πιεστικές. Χρειάζονται όλο και περισσότερα φόβητρα τη σήμερον ημέρα που ο κοσμάκης ολοένα και συντομότερα αφυπνίζονται από τους παλιούς φόβους. Τα παλιά δοκιμασμένα στους αιώνες σκιάχτρα δεν τον τρομάζουν πλέον.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κ. καθηγητής είναι ότι ο εκσυγχρονισμός των αρχαίων φοβήτρων συχνά δεν είναι αρκετός κι έτσι πρέπει να βρίσκεται διαρκώς στη τσίτα, να επιστρατεύει τη φαντασία του για τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων φοβήτρων, ώστε η διάρκειά τους να υπερκαλύπτεται, να μη προλαβαίνει να αποκαλυφθεί το ένα φόβητρο και να εμφανίζεται στο προσκήνιο ένα καινούργιο, μια και οι άνθρωποι ολοένα γίνονται εξυπνότεροι και πιο σκεπτικιστές.

Αυτό είναι το σημαντικότερο πρόβλημα όλων των ερευνητών εφευρετών ανά τους αιώνες: η διάρκεια των εφευρέσεών τους. Μια εφεύρεση δεν είναι δυστυχώς το ίδιο με μια ανακάλυψη, όπου άπαξ και βρεθεί κάτι τι παύει αυτομάτως η περαιτέρω έρευνα. Ο,τι ανακαλύπτεται, πάει και τελείωσε, μένει στη θέση που καταλαμβάνει και κανείς δεν το κουνάει από εκεί, αν και υπάρχουν πάντοτε μερικοί αμφισβητίες. Η αμφισβήτηση όμως προσδίδει κύρος σε μια ανακάλυψη και δεν συμφέρει και τόσο τους πελάτες του καθηγητή Βάτσερμαν.

Αντιθέτως, το δυστύχημα είναι ότι η αμφισβήτηση μιας εφεύρεσης -ιδίως εφεύρεσης του Εργαστηρίου Φοβήτρων- κάθε άλλο παρά κύρος προσδίδει στις εφευρέσεις του, τουναντίον μάλιστα αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να τις ακυρώσει, και πάλι φτου κι από την αρχή ανασκούμπωμα για την δημιουργία ενός καινούργιου φοβήτρου. Συχνά, αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, η εφεύρεση δηλαδή, επειδή ο καθηγητής είναι ξεφτέρι και η φαντασία του πετάει! Το κυριότερο πρόβλημα είναι η διάδοση, το πλασάρισμα του φόβου στην αγορά, «αυτό όμως δεν είναι δική μου δουλειά» σκέφτεται ο Αλφρέδος και αποσύρεται για ένα σύντομο υπνάκο που δικαιούται μετά από την πρόσφατη επιτυχία του, το καινούργιο φόβητρο που κατέβασε το αρρωστημένο του μυαλό.

Η αλήθεια είναι πως η επίδραση του προηγούμενου φόβου, δηλαδή της "Απειλής από τη Τρομοκρατία και τους Τρομοκράτες", τέλειωσε πολύ σύντομα, αλλά όχι από δική του ευθύνη, μια και είχε υπολογίσει άριστα το δημιούργημά του. Η ευθύνη πέφτει στους ώμους των χειριστών. Διέσπειραν σε υπερβολικές δόσεις το φόβητρο του τρόμου, παρ' όλο που ο Ειδικός Επιστήμων είχε εφιστήσει την προσοχή στους εργοδότες του, και έτσι το φόβητρο του τρόμου δεν άργησε να χάσει την αξία του.

Από την άλλη πλευρά, ίσως να είναι καλύτερα για τον ίδιο και για το Εργαστήριο Φοβήτρων να εκπνέει σύντομα ο χρόνος επίδρασης των εφευρημάτων, ώστε σε δουλειά να βρίσκεται αυτό το εμπνευσμένο επιστημονικό σύστημα. Διαφορετικά, αν δεν εξέπνεαν σύντομα τα εφευρήματα, θα είχε ήδη συμβεί η εκπνοή του Εργαστηρίου και των εργαζομένων εκεί μέσα.

Τρίβει τα χέρια του λοιπόν ο Αλφρέδος Βάτσερμαν και αποσύρεται στον κοιτώνα του, βέβαιος -από τις εικόνες στην τιβί, τα βαρύγδουπα άρθρα στον τύπο και τα ραδιοφωνικά αφιερώματα- ότι το νέο του Φόβητρο θα έχει αρκετή διάρκεια κι έτσι θα τολμήσει να διαθέσει λίγο χρόνο και για τον εαυτό του.

Κλείνοντας απαλά τα βλέφαρα, στέλνει το νου του να ταξιδεύει σε κάποια παραδεισένια νησιά. Αύριο κιόλας λογαριάζει να πετάξει με το προσωπικό του υδροπλάνο κατά 'κει. Ηδη, ο Φόβος της Οικονομικής Κρίσης διαδόθηκε στις σωστές δόσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη και θα διαρκέσει αρκετά καθώς φαίνεται...

-->> η ιστοριούλα γράφτηκε εδώ, όσο περιμένω τους ρεβεγιονισμένους ξενύχτηδες, να ετοιμαστούν, να αυγοκόψω τους ντολμάδες και να φάμε επιτέλους! (μιαμ μιαμ)
Ξαναδιαβάζοντάς τη, τη χτενίζω λιγουλάκι.

το πνεύμα των Χριστουγέννων

ο δρόμος μου γίνεται πάρκινγκ τις γιορτινές νύχτες, τώρα έχει τρεις σειρές παρκαρισμένα γυαλιστερά τουτού, περιστασιακό πάρκινγκ για ένα μαγαζί σκυλάδικο δυοτρία στενά παρακάτω, ο παρκαδόρος κατουράει στο δέντρο μπροστά στην είσοδο ενός σπιτιού, έχει κι άλλα δέντρα το πεζοδρόμιο αλλά αυτός προτιμά εκείνο μπροστά στην πόρτα, ένα περιστέρι κουρνιάζει τις κρύες νύχτες πάνω στο φωτιστικό του μπαλκονιού, κάτω από τη τέντα βρίσκει ζεστασιά, η κυρία που συγυρίζει θέλει να το διώχνω, βαρέθηκε να καθαρίζει κουτσουλιές, κάνω πως συμφωνώ αλλά δεν το διώχνω, υπάρχει κάπου άραγε το πνεύμα των Χριστουγέννων;

-->> ΣΗΜ. είχα προγραμματίσει να ανέβει ένα άλλο κείμενο, αλλά γράφω αυτό τελικά ως πλέον ζουμερό και επίκαιρο -ατάκα κιεπιτόπου- και σημειώνω ότι είναι το ποστ με αριθμό (κρατηθείτε γερά!) 666!!!

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Εμείς τα Χριστούγεννα τρώμε ντολμάδες

Λαχανοντολμάδες, φυσικά, γιατί αυτοί με τα αμπελόφυλλα λέγονται ντολμαδάκια. Αυτή είναι η παράδοση στο χωριό μου, μαζί με το γουρούνι βέβαια, αλλά τώρα δεν είναι δυνατό να τρέφουμε γουρούνια στα διαμερίσματα κι έτσι γουρούνι γιοκ. Ψώνισα λοιπόν κιμά από το χασάπη, όπου ερχόντουσαν κύριοι οργανωμένοι που είχαν κάνει τηλεφωνικά τη παραγγελία τους και απλώς πλήρωναν κι έπαιρναν κάτι φουσκωμένες σακκούλες. Εξήντα ευρά ο ένας, πενηντατρία ο άλλος και πάει λέγοντας. Εμείς οι κυρίες οι ανοργάνωτες στεκόμασταν στην ουρά. Ηρθε και μια γιαγιάκα και ψώνισε κι όταν άκουσε το λογαριασμό -τριαντατέσσερα ευρά- είπε «τόσο λίγο;» και συμπλήρωσε ένα δεκάρικο κρέατα ακόμα. Μάλιστα. Τα δικά μου ψώνια στο χασάπικο δεν ξεπέρασαν τα δέκα ευρά. Και του χρόνου. Τώρα πάω να ζεματίσω το λάχανο. Θα μαγειρέψω σήμερα και αύριο θα αυγοκόψω το φαγητό. Προγραμμάτισα και το αυριανό ποστ κι έτσι νοιώθω ελεύθερη να παίξω με το καινούργιο μου παζλ. Ευχές προς τη μπλογκόσφαιρα ανεβάζω παραμονή Πρωτοχρονιάς. Αναμείνατε. Μπάι μπάι. Τα λέμε.

Χριστουγεννιάτικες μέρες

Μισομπρουμυτισμένος στο χαλί σκαλίζει το σωρό από χαρτάκια που κείτονται στην άκρη του, κοντά στο πόδι του τραπεζιού, εδώ και κάτι μέρες μαζεύοντας σκόνη. Πιάνει στ' ακροδάχτυλα του αριστερού του χεριού ένα ένα τα χαρτάκια, τα σηκώνει και τα κοιτάζει προσεχτικά στο φως, αφού τινάξει απαλά τη σκόνη από πάνω τους. Μετά τ' απιθώνει σε κάποιον απ’ τους μικρότερους σωρούς, που σχηματίζονται σιγά σιγά γύρω-γύρω, ανάλογα με το περιεχόμενό τους. Μερικά, τά βάζει σε μια γαλάζια νάϋλον σακκουλίτσα για να τα πετάξει, μάλλον αύριο, αφού τα επανεξετάσει.

Μερικά από αυτά είναι παλιοί λογαριασμοί -πόσο νερό, πόσο ηλεκτρικό, πόσο τηλέφωνο!- θ' αγόραζε σπίτι αν έκανε λιγάκι οικονομία τόσα χρόνια! Αποδείξεις κρασοκατανύξεων με φίλους, αποδείξεις ειδών ρουχισμού -από πότε είχε ν' αγοράσει ρούχα; Ούτε που θυμάται, τα χαρτάκια όμως του το θυμίζουν με τις τυπωμένες ημερομηνίες τους. Χαρτάκια με αριθμούς τηλεφώνων, πρόχειρα σημειωμένοι χωρίς ένα όνομα πάνω -πώς να θυμηθεί σε ποιόν ανήκουν; Κι άλλα χαρτάκια με κάποιο στίχο, που πάλι δε θυμάται αν τον είχε ακούσει ή διαβάσει ή αποτελούσε μια έμπνευση της στιγμής. Επισκεπτήρια αγνώστων αλλά και ξεχασμένων γνωστών, που κάποτε έκανε στενή παρέα μαζί τους. Διαφημιστικές κάρτες υδραυλικών, ηλεκτρολόγων, γιατρών, σκουπιδιάρηδων -«αδειάζονται αποθήκες»- γραφείων μεταφορών. Κι άλλες κάρτες ευχετήριες -«Καλά Χριστούγεννα», «Καλό Πάσχα»- από φίλους, με όμορφες ζωγραφιές ή φωτογραφίες από εξωτικά μέρη. Μερικές είναι χειροποίητες, απόδειξη αληθινής αγάπης κι ενδιαφέροντος για το άτομό του.

Ντανιάζει με τάξη τις κάρτες σε στοίβες, λογαριάζει να κορνιζάρει μερικές απ’ αυτές σε μικρά καδράκια. Τώρα που οι περισσότεροι φίλοι του έχουν πάρει την άγουσα μετά την «αρρώστια» του και φοβούνται μια οποιαδήποτε επανασύνδεση μαζί του, οι κάρτες τους παραμένουν οι αδιάψευστοι μάρτυρες ενός ξένοιαστου και χαρούμενου παρελθόντος.
Ανάμεσα στα πολύχρωμα χαρτάκια ανακαλύπτει που και που και μερικές φωτογραφίες. Να, όπως αυτή με το αυτοκίνητο που είχε φέρει απ' το Παρίσι και δεν πρόλαβε να το χαρεί γιατί το πούλησε πάνω στη βδομάδα. Δεν είχε σκεφτεί τη συντήρηση, την ασφάλεια και την εφορία, όταν, παραζαλισμένος απ’ την ομορφιά του, τό 'χε αγοράσει πριν τριαντατόσα χρόνια. Τί λεπτός και κομψός που ήταν τότε, πλάϊ στο μοντέλλο με τα έξυπνα φινιρίσματα! Και τώρα διατηρεί τη φόρμα του, τότε όμως δε χρειαζόταν να κάνει κανένα κόπο για να διατηρείται κομψός και περιποιημένος. Αρκούσε ένα καλό κούρεμα κι ένα μπάνιο για να δείχνει σφριγηλός -ήταν πολύ καλοφτιαγμένος ο άτιμος!- χαμογελά κάτω απ' τ' ανύπαρκτα μουστάκια του.

Να και η Ζακλίν! Με το στενό λιλά πουλοβεράκι της και το παρδαλό φουλάρι που της στόλιζε τον αδύνατο λαιμό. Ποτέ δεν είχε ντυθεί με γούστο αυτή η κοπέλλα, αυτή ήταν η κύρια αιτία που είχε διακόψει το δεσμό μαζί της. Γαλλίδες και έμφυτη κομψότητα, ένας μύθος ακόμα… Μαγείρευε όμως καταπληκτικά, όταν ήθελε βέβαια, όχι συχνά, αλλά στις συγκεντρώσεις με τους συναδέλφους τον έβγαζε πάντα ασπροπρόσωπο.
Γιατί έφυγε απ' τη Ζακλίν και απ’ το Παρίσι, δε μπορεί να το εξηγήσει. Ούτε και τότε που, με το καινούργιο του αυτοκίνητο της μιας εβδομάδας, αριβάρησε στην Αθήνα είχε μπορέσει να το εξηγήσει. Κάτι ανεπαίσθητο και αδιόρατο, κάτι σαν άϋλος μαγνήτης, τον είχε τραβήξει προς την πόλη όπου γεννήθηκε, προς τη γειτονιά όπου μεγάλωσε, προς τη μιζέρια, προς την «αρρώστια», προς την τελική του πτώση.

Τώρα είναι μόνος, μπρούμυτα στο κόκκινο μάλλινο παχύ χαλί του, να κοιτάζει με καινούργιο μάτι το παρελθόν και να μετανοιώνει για τη σκόνη που άφησε να το καλύψει. Τώρα δεν του μένει τίποτ' άλλο απ' το να ξεχωρίζει τα χαρτάκια με τις αποδείξεις, τους λογαριασμούς, τα επισκεπτήρια, τις κάρτες, τις φωτογραφίες. Τώρα, αυτή τη στιγμή, δεν έχει να σκεφτεί άλλο απ’ το φαγητό, που ετοιμάζει ο ίδιος, και το πλυντήριο που πλένει μόνο του. Τώρα, είναι αυτός κι ο εαυτός του, δύο σε ένα, όπως λέει η διαφήμιση. Τώρα βράδιασε πια, πιάστηκε τόση ώρα μπρούμυτα. Ανακατεύει ξανά όλα τα χαρτάκια σ' ένα μεγάλο σωρό, σηκώνεται με κόπο και προχωρεί προς την κουζίνα. Αύριο πάλι...

-----------------
ΣΗΜ.1. το ίδιο ποστ ανέβηκε 24/12/2006 στο blog taparaponasas stoΝΑΤΟ, 21/12/2005 στο blog blogometro - Rodia's stories, και 27/12/2002 στο flytoistros.com
ΣΗΜ.2. Αν και έχω γράψει αρκετές χριστουγεννιάτικες ιστορίες, αυτή την ιστορία την ξεχωρίζω και την αφιερώνω σε κάθε μοναχικό άνθρωπο που πάσχει και ζει απομονωμένος εξαιτίας της αρρώστιας του, ιδίως στον άνθρωπο για τον οποίο λέμε ότι πάσχει ψυχικά και, ως "κοινωνία των ωραίων και των υγιών", τον θέλουμε μακριά μας χρονιάρες μέρες...

Merry Christmas from Athens



No comments.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Ανθρωπος κάτω απ’ τη γέφυρα


Καθόταν κουρκουμιασμένος μπροστά στο τζάκι το αναμμένο, με τις φλόγες να ξεπετιούνται κατακόκκινες και ολόθερμες προς τα πάνω, γλείφοντας την αρχή της μαυρισμένης καμινάδας. Κάπου κάπου τσιτσίριζε, όταν έσκαγε κάποιο ξύλο, που είχε συγκρατήσει λίγη υγρασία. Ο γλυκός αυτός θόρυβος τον νανούριζε και τ' όνειρό του απλωνόταν σα σεντόνι κατάλευκο, όπως το παγωμένο χιόνι που σκέπαζε σήμερα το χώμα. Είχε, λέει, ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τα καλά του κόσμου επάνω, με λογιών λογιών φαγιά και λογιών λογιών κρασιά. Στα πόδια του, λέει, γουργούριζε σα γατούλα μια όμορφη γλυκειά γυναίκα και μερικά παιδιά έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια παρέκει, πάνω στο παχύ κόκκινο χαλί. Μια μουσική απαλή ξεχυνόταν και γέμιζε όλο το χώρο με μια εξώκοσμη μελωδία. Χάιδευε με το χέρι του τα ολόμαυρα μεταξένια μαλλάκια της καλής του και, κάπου κάπου, τσιμπούσε και μια μπουκίτσα απ' τα θεσπέσια εδέσματα. Ολα μα όλα ήταν τόσο τέλεια, που μονάχα η φαντασία μπορεί έτσι να τα πλάσει.

Μουρμούριζε μεσ' στον ύπνο του κι όλο χάιδευε το απαλό κεφαλάκι που ήταν γερμένο στα γόνατά του. Ξύπνησε όμως μια στιγμή, το στομάχι του γουργούριζε ανησυχητικά, και τ' όνειρο εξατμίστηκε μονομιάς. Το κεφαλάκι που χάιδευε έγινε η ψωρόγατα που είχε κουρνιάσει κοντά του, ένα έρημο ζωντανό κι αυτό. Η μελωδία έγινε θόρυβος σκληρός, πολλά αυτοκίνητα περνούσαν σήμερα πάνω στη γέφυρα -ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Το τζάκι έκανε κι αυτό φτερά, μονάχα το παγωμένο χιόνι βρισκόταν στη θέση του, σκεπάζοντας όλα ένα γύρω, ακόμα και μέσα στην καρδιά του είχε προχωρήσει η παγωνιά. Ευτυχώς που κάποιος καλόψυχος άνθρωπος είχε αφήσει ένα ροζ υπνόσακκο στο παγκάκι, εκεί όπου συνήθως καθόταν τα μεσημέρια, διαφορετικά θά 'χε αποδημήσει κιόλας στον Παράδεισο.

Κόλαση ήταν η ζωή του ως τα σήμερα και τίποτα δεν έλεγε πως κι αύριο δε θα ήταν το ίδιο. Κάποτε, ναι, ήταν κι αυτός παιδί. Ενα παιδάκι σε μια δυστυχισμένη οικογένεια, όλο προβλήματα και τσακωμούς και μιζέρια. Μεγάλωσε χωρίς να μπορέσει να σπουδάσει, κάνοντας θελήματα σ' ένα μπακάλικο. Ετσι είχε γνωρίσει τα σπίτια με τα τζάκια και τα χαλιά. Εβλεπε τα παιδάκια και τα μάτια του βούρκωναν γιατί κι αυτός παιδάκι ήταν ακόμα. Ενα παιδάκι εβδομήντα τόσων χρονών, μοναχούλι του. Ζούσε σαν τα πετεινά τ' ουρανού, χωρίς σύνταξη, χωρίς άλλο έσοδο εκτός απ' την ελεημοσύνη των περαστικών. Το χέρι ούτε που τ' άπλωνε, ντρεπόταν. Η μορφή του όμως είχε μια γλυκύτητα και όποιος περνούσε τού 'δινε το κατι τις του. Πότε λίγο φαγητό, πότε κανα κέρμα, πότε κανα ρουχαλάκι, κι έτσι περνούσαν οι μέρες μετά το ατύχημα που είχε στην οικοδομή, όπου δούλευε πριν τρία χρόνια. Κουβάλαγε λάσπη στους χτιστάδες, όταν έπεσε η σκαλωσιά και πλάκωσε το χέρι του τ' αριστερό. Ούτε ασφάλεια, ούτε τίποτα. Τον άφησαν σα σκυλί δαρμένο σ' ένα νοσοκομείο και κανείς δεν θέλησε να τον ξαναδεί, μην έχουνε μπλεξίματα.

Οταν βγήκε απ' το νοσοκομείο, ξαναπήγε στη δουλειά, ο εργολάβος όμως ούτε ν' ακούσει για να τον ξαναπάρει. «Είσαι γέρος καημένε και σακάτης. Τι να σε κάνω;» του είπε δίνοντάς του λίγα χρήματα. «Όποτε έχεις ανάγκη, πέρνα να σου δίνω κάτι, αλλά για δουλειά δεν είσαι πλέον». Εβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη κι όταν ξαναπήγε στο γιαπί οι εργασίες είχαν τελειώσει και, πού να τον βρει τον εργολάβο, τον έχασε. Ετσι, έμεινε ένα σαράβαλο που τα μεσημέρια άραζε στα παγκάκια του πάρκου, κι όταν βράδυαζε κουρκουμιαζόταν κάτω απ' τη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου.

«Νά 'ναι καλά ο άνθρωπος που μ' άφησε τούτο το ρούχο» σκέφτηκε και σφίχτηκε πιο καλά μέσα στη ζεστασιά του υπνόσακκου. Εκλεισε ξανά τα μάτια με το πονεμένο βλέμμα και ξαναχάιδεψε το γατί. «Αχ! Μικρούλι μου, μοναχούλι σου κι εσύ και κατατρεγμένο!» ψιθύρισε μεσ' απ' τα λίγα και σαπισμένα του δόντια. «Αντε, να κοιμηθούμε λιγάκι ακόμα, όπου νά 'ναι θα ξημερώσει».

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, το χιόνι είχε στρωθεί για τα καλά, τα σχολεία κλειστά και τα παιδιά, που βγήκαν για να παίξουν χιονοπόλεμο, βρήκαν το χαμογελαστό γέρικο κουφάρι κάτω απ' τη γέφυρα -παγωμένο. Ενα ψωρόγατο νιαούριζε πονεμένα πλάι του. «Ξουτ! Ψωρόγατα!» φώναξε κάποιος, κι αυτό έφυγε τρέχοντας να βρει αλλού την τύχη του.

--------------------
ΣΗΜ. πρωτοανέβηκε 25/1/2006 στο blogometro - Rodia's stories
photo Thnx to www.flickr.com