Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Νάνσυ Φρέιζερ: Το παλιό πεθαίνει και το καινούργιο αργεί να γεννηθεί

Εισαγωγή (Αθανασίας Μπενέκου) 

Στο κείμενο αυτό, η Νάνσυ Φρέιζερ αναλύει την ιστορική συγκυρία στις ΗΠΑ κάνοντας χρήση της έννοιας της «ηγεμονίας» όπως την όρισε ο Αντόνιο Γκράμσι, στον οποίο εξάλλου ανήκει και ο τίτλος του κειμένου. Η έννοια της «ηγεμονίας» δεν αναφέρεται στην βραχυχρόνια διάρκεια, σε γεγονότα που τρέχουν από την μια μέρα στην άλλη ή από τον ένα μήνα στον άλλο, από την μια στην άλλη περιπέτεια της πολιτικής σκηνής, αναφέρεται σε διαδικασίες που εκτυλίσσονται στην αργόσυρτη διάρκεια της ιστορίας, όπως η συγκρότηση ταξικών συμμαχιών και κοινωνικών μπλοκ που διεκδικούν την εξουσία, και αυτές είναι οι βασικές έννοιες που η Φρέιζερ δανείζεται από τον Γκράμσι. Επειδή, λοιπόν, η ανάλυσή της αναφέρεται σε διαδικασίες που διαρκούν πολύ, παραμένει σήμερα εξίσου επίκαιρη όσο επίκαιρη ήταν και το 2019, όταν η Φρέιζερ έγραψε το κείμενό της. Μερικά μόνο αποσπάσματα του κειμένου δεν είναι επίκαιρα σήμερα ακριβώς επειδή αναφέρονται στην βραχυπρόθεσμη συγκυρία του 2019, όταν γράφηκε το κείμενο, αλλά διατηρούν την αξία τους ως ιστορικές αναφορές.


Όποιος μιλάει σήμερα για «κρίση» κινδυνεύει να απορριφθεί ως φλύαρος βερμπαλιστής, καθώς ο όρος πολυχρησιμοποιήθηκε και έγινε κοινότυπος. Ωστόσο βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίση σήμερα, και προκειμένου να την αντιμετωπίσουμε θα πρέπει πρώτα να την περιγράψουμε με ακρίβεια και να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη δυναμική της. Αν το κάνουμε αυτό, τότε ίσως μπορέsουμε να διακρίνουμε το μονοπάτι που οδηγεί πέρα από το σημερινό αδιέξοδο με προσανατολισμό τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Εκ πρώτης όψεως, η σημερινή κρίση φαίνεται να είναι απλώς πολιτική και βρίσκει την πιο θεαματική της έκφραση ακριβώς εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον Ντόναλντ Τραμπ, την εκλογή του, την προεδρία του, και τη διαμάχη γύρω από αυτήν. Αλλά δεν λείπουν ανάλογα φαινόμενα και αλλού: το φιάσκο του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο, η φθίνουσα νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αποσύνθεση των σοσιαλδημοκρατικών και κεντροδεξιών κομμάτων που την στήριξαν, η αυξανόμενη επιτυχία των ρατσιστικών, αντιμεταναστευτικών κομμάτων σε όλη τη βόρεια και κεντροανατολική Ευρώπη, και η έξαρση των αυταρχικών δυνάμεων, ορισμένες από τις οποίες χαρακτηρίζονται ως πρωτοφασιστικές, στη Λατινική Αμερική, την Ασία και τον Ειρηνικό. Η πολιτική μας κρίση, αν αυτό είναι που αντιμετωπίζουμε, δεν είναι μόνο αμερικανική, αλλά παγκόσμια.

Σε όλα αυτά τα φαινόμενα υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό. Όλα περιλαμβάνουν μια δραματική αποδυνάμωση, αν όχι κατάρρευση των καθιερωμένων πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων. Λες και οι μάζες των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο να είχαν σταματήσει να θεωρούν αξιόπιστη την κυρίαρχη κοινή λογική που στήριξε την πολιτική εξουσία κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Λες και οι μάζες έχασαν την εμπιστοσύνη τους στις ελίτ και αναζητούν νέες ιδεολογίες, οργανώσεις και ηγεσίες. Δεδομένης της κλίμακα της κατάρρευσης, είναι απίθανο να πρόκειται για σύμπτωση. Ας υποθέσουμε, κατά συνέπεια, ότι αντιμετωπίζουμε μια παγκόσμια πολιτική κρίση.

Όσο μεγάλο κι αν ακούγεται αυτό, είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Τα φαινόμενα που μόλις αναφέρθηκαν αποτελούν το ειδικά πολιτικό σκέλος μιας ευρύτερης, πολύπλευρης κρίσης που έχει και άλλα σκέλη−οικονομικό, οικολογικό και κοινωνικό−όλα αυτά, μαζί, συνθέτουν μια γενική κρίση. Απέχοντας πολύ από το να έχει μόνο μία πλευρά, η πολιτική κρίση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από τα προβλήματα σε άλλους θεσμούς, που δεν ανήκουν στην σφαίρα της πολιτικής σκηνής. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτά τα προβλήματα περιλαμβάνουν τη επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε νέες δραστηριότητες, στον πολλαπλασιασμό των επισφαλών θέσεων εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών τύπου McJobs, στο αυξανόμενο χρέος των νοικοκυριών για να επιτραπεί η αγορά φθηνών προϊόντων που παράγονται αλλού, στις συσσωρευμένες αυξήσεις των εκπομπών άνθρακα, στα ακραία καιρικά φαινόμενα και την άρνηση της κλιματικής αλλαγής, τον μαζικό εγκλεισμό με φυλετικό πρόσημο και τη συστηματική αστυνομική βία, καθώς και στις αυξανόμενες πιέσεις στην οικογενειακή και κοινοτική ζωή, εν μέρει λόγω των παρατεταμένων ωραρίων εργασίας και των μειωμένων κοινωνικών παροχών. Μαζί, αυτές οι δυνάμεις έχουν συνθλίψει την κοινωνική μας τάξη για αρκετό καιρό χωρίς να προκαλέσουν πολιτικό σεισμό. Τώρα, ωστόσο, όλα τα στοιχήματα έχουν χαθεί. Όπως γίνεται συνήθως, μέσα στη σημερινή ευρεία απόρριψη της πολιτικής, η αντικειμενική συστημική κρίση έχει βρει την υποκειμενική πολιτική της φωνή. Η πολιτική συνιστώσα της γενικής μας κρίσης είναι μια κρίση ηγεμονίας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι σύμπτωμα αυτής της ηγεμονικής κρίσης. Αλλά δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την άνοδό του χωρίς να αποσαφηνίσουμε τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτήν. Αυτό απαιτεί να προσδιορίσουμε την αντίληψη των πραγμάτων που εκτόπισε ο τραμπισμός, και επίσης, να χαρτογραφήσουμε τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτός αναπτύχθηκε. Για να το κάνουμε αυτό, μας είναι απαραίτητες κάποιες ιδέες που προέρχονται από τον Αντόνιο Γκράμσι. Με τον όρο της ηγεμονίας, ο Γκράμσι περιγράφει τη διαδικασία με την οποία η άρχουσα τάξη εδραιώνει την δική της αντίληψη για τον κόσμο ως κοινή λογική του συνόλου της κοινωνίας, και εμφανίζει έτσι την κυριαρχία της ως φυσικό φαινόμενο. Το οργανωτικό αντίστοιχο της ηγεμονίας είναι ο ηγεμονικός κοινωνικός συνασπισμός: ένας συνασπισμός ξεχωριστών κοινωνικών δυνάμεων που η άρχουσα τάξη συγκεντρώνει και μέσω του οποίου επιβάλλει την ηγεσία της. Οι κυριαρχούμενες τάξεις, εάν ελπίζουν να αμφισβητήσουν αυτές τις διευθετήσεις, πρέπει να συγκροτήσουν μια νέα, πιο πειστική, κοινή λογική, επομένως μια αντι-ηγεμονία, μια νέα και ισχυρότερη πολιτική συμμαχία, και έναν νέο και ισχυρότερο αντι-ηγεμονικό συνασπισμό.

Σε αυτές τις ιδέες του Γκράμσι πρέπει να προσθέσουμε μία επιπλέον, που δεν είναι δική του. Κάθε ηγεμονικός κοινωνικός συνασπισμός ενστερνίζεται ένα σύνολο παραδοχών σχετικά με το τι είναι δίκαιο και σωστό. Τουλάχιστον από το μέσο του εικοστού αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, η καπιταλιστική ηγεμονία σφυρηλατήθηκε συνδυάζοντας δύο διαφορετικά στοιχεία δικαίου και δικαιοσύνης −το πρώτο στοιχείο αφορά στη διανομή του εισοδήματος και το δεύτερο στην κοινωνική αναγνώριση δικαιωμάτων. Η έννοια της διανομής του εισοδήματος αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία πρέπει να κατανέμει το προϊόν που παράγεται, επομένως το αντίστοιχο εισόδημα. Αυτό θέτει το ζήτημα της οικονομικής διάρθρωσης της κοινωνίας, και έστω εμμέσως, το ζήτημα των ταξικών διαιρέσεών της. Η δε κοινωνική αναγνώριση δικαιωμάτων αναφέρεται στην λογική με την οποία η κοινωνία θα έπρεπε να αποδίδει σεβασμό και εκτίμηση στα μέλη της, δηλαδή να επικυρώνει ηθικά και νομικά την ιδιότητα του μέλους της κοινωνίας. Αυτό, πάλι θέτει το ζήτημα του τρόπου ύπαρξης των κοινωνικών ιεραρχήσεων.

Η διανομή του εισοδήματος, λοιπόν, μαζί με την κοινωνική αναγνώριση δικαιωμάτων, αποτελούν τα βασικά κανονιστικά συστατικά με τα οποία κατασκευάζονται οι ηγεμονίες. Συνδυάζοντας αυτήν την ιδέα με την έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι, μπορούμε να πούμε ότι αυτό που επέτρεψε την εμφάνιση του Τραμπ και του Τραμπισμού, ήταν η διάλυση του προηγούμενου ηγεμονικού κοινωνικού συνασπισμού και η απαξίωση του ιδιαίτερου κανονιστικού τρόπου με τον οποίο αυτός ο συνασπισμός συνδύαζε την διανομή του εισοδήματος με την κοινωνική αναγνώριση δικαιωμάτων. Αναλύοντας την κατασκευή και τη διάλυση αυτού του συνδυασμού διανομής και αναγνώρισης, μπορούμε να διασαφηνίσουμε όχι μόνο τι αντιπροσωπεύει ο Τραμπισμός αλλά και ποιές είναι οι μετά τον Τραμπ προοπτικές σχετικά με την συγκρότηση ενός αντι-ηγεμονικού κοινωνικού συνασπισμού που θα μπορούσε να επιλύσει την κρίση. Ας εξηγηθώ:

Η ηγεμονία του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού

Πριν από τον Τραμπ, το ηγεμονικό μπλοκ που κυριαρχούσε στην αμερικανική πολιτική ήταν ο προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός. Αυτό μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, αλλά ήταν μια πραγματική και ισχυρή συμμαχία δύο απροσδόκητων συντρόφων: από τη μία πλευρά, τα προοδευτικά ρεύματα των νέων κοινωνικών κινημάτων (φεμινισμός, αντιρατσισμός, πολυπολιτισμικότητα, περιβαλλοντισμός και δικαιώματα LGBTQ+), από την άλλη από την άλλη πλευρά, οι πιο δυναμικοί, υψηλών προδιαγραφών, τομείς του κεφαλαίου (Γουόλ Στρητ, Σίλικον Βάλεϊ), και της παραγωγής άυλων εμπορευμάτων-«συμβόλων» (Χόλιγουντ). Αυτό που κρατούσε ενωμένο αυτό το παράξενο ζεύγος, ήταν ένας χαρακτηριστικός συνδυασμός απόψεων σχετικά με τη διανομή του εισοδήματος και την κοινωνική αναγνώριση δικαιωμάτων.

Το προοδευτικό-νεοφιλελεύθερο μπλοκ συνδύαζε ένα εκμεταλλευτικό, πλουτοκρατικό οικονομικό πρόγραμμα, με μια φιλελεύθερη-αξιοκρατική πολιτική της κοινωνικής αναγνώρισης δικαιωμάτων. Η διανεμητική συνιστώσα αυτού του αμαλγάματος ήταν νεοφιλελεύθερη. Αποφασισμένες να αποδεσμεύσουν τις δυνάμεις της αγοράς από το βαρύ χέρι του κράτους και της φορολογίας, οι τάξεις που ηγήθηκαν αυτού του μπλοκ στόχευαν να φιλελευθεροποιήσουν και να παγκοσμιοποιήσουν την καπιταλιστική οικονομία. Αυτό σήμαινε στην πραγματικότητα, χρηματιστικοποίηση: κατάργηση φραγμών και εμποδίων από την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, απορρύθμιση της λειτουργίας των τραπεζών, διόγκωση του ληστρικού χρέους, αποβιομηχάνιση, αποδυνάμωση των συνδικάτων και εξάπλωση των επισφαλών, κακοπληρωμένων εργασιών. Οι πολιτικές αυτές αν και συνδεδεμένες ευρέως με τον Ρόναλντ Ρίγκαν, ουσιαστικά εφαρμόστηκαν και παγιώθηκαν από τον Μπιλ Κλίντον, και είχαν σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής και της μεσαίας τάξης, ενώ παράλληλα μετέφεραν πλούτο και αξία προς το άνω μέρος της πυραμίδας των εισοδημάτων −κυρίως βέβαια στο 1%, αλλά και προς τα ανώτερα στρώματα των επαγγελματικών και διευθυντικών τάξεων.

Οι προοδευτικοί νεοφιλελεύθεροι δεν οραματίστηκαν αυτή την πολιτική οικονομία. Αυτή η τιμή ανήκει στη Δεξιά: στους διανοούμενους της, τον Φρίντριχ Χάγιεκ, τον Μίλτον Φρίντμαν και τον Τζέιμς Μπιουκάναν, και στους οραματιστές πολιτικούς της, τον Μπάρι Γκόλντγουότερ και τον Ρήγκαν, και στους βαθύπλουτους υποστηρικτές τους Τσαρλς και Ντέηβιντ Κόουτς, μεταξύ άλλων. Αλλά η δεξιά «φονταμενταλιστική» πτέρυγα του νεοφιλελευθερισμού δεν θα μπορούσε να γίνει ηγεμονική σε μια χώρα της οποίας η κοινή λογική εξακολουθούσε να διαμορφώνεται υπό την σκιά του New Deal, την «επανάσταση των δικαιωμάτων» και μια σειρά κοινωνικών κινημάτων που προέρχονταν από την Νέα Αριστερά. Για να θριαμβεύσει το νεοφιλελεύθερο σχέδιο, έπρεπε να επανασυσκευαστεί για να αποκτήσει ευρύτερη απήχηση και να συνδεθεί με άλλες, μη οικονομικές φιλοδοξίες για χειραφέτηση. Μόνο παρουσιασμένη ως προοδευτική μπόρεσε μια βαθιά οπισθοδρομική πολιτική οικονομία να γίνει το δυναμικό κέντρο ενός νέου ηγεμονικού κοινωνικού συνασπισμού.

Έτσι έτυχε στους «Νέους Δημοκράτες» να συνεισφέρουν το ουσιαστικό συστατικό: μια προοδευτική πολιτική της κοινωνικής αναγνώρισης. Με στηρίγματα από προοδευτικές δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών, διέδωσαν ένα ήθος κοινωνικής αναγνώρισης δικαιωμάτων που αναφερόταν με επιφανειακό τρόπο στην ισότητα και στην χειραφέτηση. Στον πυρήνα αυτού του ήθους ήταν τα ιδεώδη της «διαφορετικότητας», της «ενδυνάμωσης» των γυναικών, των δικαιωμάτων των LGBTQ+, του μεταφυλετισμού, της πολυ-πολιτισμικότητας και του περιβαλλοντισμού. Αυτά τα ιδανικά ερμηνεύονταν με έναν συγκεκριμένο, περιορισμένο τρόπο που ήταν πλήρως συμβατός με την Goldman Sachsification της αμερικανικής οικονομίας: Η προστασία του περιβάλλοντος σήμαινε εμπορία άνθρακα. Η προώθηση της ιδιοκατοίκησης σήμαινε την ομαδοποίηση δανείων μειωμένης εξασφάλισης και τη μεταπώλησή τους ως χρηματοπιστωτικούς τίτλους. Η ισότητα σήμαινε αξιοκρατία.

Η αναγωγή της ισότητας σε αξιοκρατία ήταν ιδιαίτερα μοιραία. Το προοδευτικό-νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα για μια δίκαιη τάξη πραγμάτων δεν αποσκοπούσε στην κατάργηση της κοινωνικής ιεραρχίας αλλά στη «διαφοροποίησή» της, «ενισχύοντας» τα «ταλαντούχα» άτομα, γυναίκες, έγχρωμους ανθρώπους και σεξουαλικές μειονότητες, να αναρριχηθούν ψηλότερα στην κοινωνική πυραμίδα. Αυτό το ιδανικό είναι εγγενώς ταξικό, προσανατολισμένο να διασφαλίσει ότι τα «άξια» άτομα από «υπο-εκπροσωπούμενες ομάδες» μπορούν να καταλάβουν ψηλότερες θέσεις και να αμείβονται ισότιμα με τους λευκούς άντρες της τάξης τους. Η φεμινιστική παραλλαγή είναι χαρακτηριστική αλλά, δυστυχώς, όχι μοναδική. Επικεντρωμένη στη «στήριξη» και στο «σπάσιμο της γυάλινης οροφής», οι κύριοι ωφελούμενοι δεν μπορούσαν να είναι παρά μόνο αυτές που ήδη κατείχαν τα απαιτούμενα κοινωνικά, πολιτιστικό και οικονομικά προσόντα. Όλες οι υπόλοιπες, θα παρέμεναν στο υπόγειο.

Όσο στρεβλή και αν ήταν αυτή η πολιτική της αναγνώρισης, λειτούργησε για να προσελκύσει τις κύριες τάσεις των προοδευτικών κοινωνικών κινημάτων στον νέο ηγεμονικό κοινωνικό συνασπισμό. Σίγουρα δεν πείστηκαν όλες οι φεμινίστριες, όλοι οι αντιρατσιστές, οι πολυ-πολιτισμικοί κλπ από την προοδευτική-νεοφιλελεύθερη στοχοθεσία, αλλά όσοι το έκαναν, συνειδητά ή όχι, αποτέλεσαν το μεγαλύτερο, πιο ορατό τμήμα των των αντίστοιχων κινημάτων, ενώ όσοι αντιστάθηκαν εξωθήθηκαν στο περιθώριο. Οι προοδευτικοί στο προοδευτικό-νεοφιλελεύθερο μπλοκ ήταν, βεβαίως, οι δευτερεύοντες εταίροι, οι κατά πολύ λιγότερο ισχυροί από τους συμμάχους τους στη Γουόλ Στρητ, στο Χόλιγουντ και στη Σίλικον Βάλεϊ. Ωστόσο, συνεισέφεραν κάτι ουσιαστικό σε αυτήν την επικίνδυνη σχέση: το χάρισμα για ένα «νέο πνεύμα του καπιταλισμού». Εκπέμποντας μια αύρα χειραφέτησης, αυτό το νέο «πνεύμα» φόρτισε τη νεοφιλελεύθερη οικονομική δραστηριότητα με μια αίσθηση ενθουσιασμού. Αυτή συνδέθηκε πλέον με το προοδευτικό και το απελευθερωτικό, το κοσμοπολίτικο και το ηθικά ανώτερο κάνοντας ξαφνικά συναρπαστικό εκείνο που ήταν ζοφερό. Σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτό το ήθος, οι πολιτικές που προώθησαν μια τεράστια ανακατανομή πλούτου και εισοδήματος από τους φτωχότερους προς τους πλουσιότερους, απέκτησαν το λούστρο της νομιμότητας.

Για να επιτευχθεί η ηγεμονία, ωστόσο, ο αναδυόμενος συνασπισμός του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού έπρεπε να νικήσει δύο διαφορετικούς αντιπάλους. Πρώτον, έπρεπε να εξουδετερώσει τα όχι ασήμαντα απομεινάρια της συμμαχίας του ρουσβελτιανού New Deal. Προλαβαίνοντας το “Νέο Εργατικό Κόμμα” του Τόνι Μπλερ, η πτέρυγα των Δημοκρατικών του Κλίντον αθόρυβα διέλυσε την συμμαχία του New Deal. Στη θέση ενός ιστορικού μπλοκ που είχε καταφέρει να ενώσει με επιτυχία την οργανωμένη μισθωτή εργασία, τους μετανάστες, τους Αφροαμερικανούς, τις μεσαίες τάξεις της πόλης, και ορισμένες μερίδες του μεγάλου βιομηχανικού κεφαλαίου για αρκετές δεκαετίες, οι Δημοκρατικοί του Κλίντον δημιούργησαν πλέον μια νέα συμμαχία επιχειρηματιών, τραπεζιτών, κατοίκων των προαστίων, εργαζόμενων στην παραγωγή πολιτισμικών προϊόντων και στην διαχείριση άυλων εμπορευμάτων «συμβολικού περιεχομένου», νέων κοινωνικών κινημάτων, Λατίνων και νέων, διατηρώντας παράλληλα την υποστήριξη των Αφροαμερικανών, οι οποίοι αισθάνονταν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Κατά την προεκλογική εκστρατεία για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών το 1991-1992, ο Μπιλ Κλίντον κέρδισε μιλώντας τη γλώσσα της ποικιλομορφίας, της πολυπολιτισμικότητας και των δικαιωμάτων των γυναικών, ενώ την ίδια στιγμή ετοιμαζόταν να περπατήσει στον δρόμο της Γκόλντμαν Σάξ.

Η ήττα του αντιδραστικού νεοφιλελευθερισμού


Ο προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός έπρεπε επίσης να νικήσει και έναν δεύτερο αντίπαλο, με τον οποίο μοιραζόταν περισσότερα απ’ όσα παραδεχόταν. Ο αντίπαλος αυτός ήταν ο αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός ο οποίος στεγάζεται κυρίως στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, είναι λιγότερο συνεκτικός από τον κυρίαρχο αντίπαλό του, και προτείνει έναν διαφορετικό συνδυασμό διανομής του εισοδήματος και κοινωνικής αναγνώρισης δικαιωμάτων. Ο αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός έχει παρόμοια νεοφιλελεύθερη πολιτική διανομής του εισοδήματος αλλά διαφορετική, αντιδραστική, πολιτική κοινωνικής αναγνώρισης δικαιωμάτων. Ενώ ισχυριζόταν ότι ενισχύει τις μικρές επιχειρήσεις και τη μεταποίηση, με το αντιδραστικό νεοφιλελεύθερο οικονομικό του σχέδιο επικεντρωνόταν στην ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού τομέα, της στρατιωτικής παραγωγής, και της ενέργειας μέσω εξόρυξης, όλα προς όφελος του παγκόσμιου 1%. Το στοιχείο που υποτίθεται ότι θα έκανε τα παραπάνω δεκτά από την κοινωνική βάση που επεδίωκε να συγκροτήσει, ήταν το όραμα μιας δίκαιας ιεραρχικής τάξης πραγμάτων: όραμα εθνοκεντρικό, αντι-μεταναστευτικό και υπέρ του χριστιανισμού, όραμα πατριαρχικό και ομοφοβικό, και με καλυμμένο τρόπο ρατσιστικό.

Αυτή ήταν η φόρμουλα που επέτρεψε στους χριστιανούς ευαγγελιστές, στους νότιους λευκούς, στους Αμερικανούς της υπαίθρου και των μικρών πόλεων, και στα δυσαρεστημένα στρώματα λευκών της εργατικής τάξης, να συνυπάρξουν για είκοσι περίπου χρόνια, με κάποια δυσκολία, με φιλελεύθερους, με το Tea Party, το εμπορικό επιμελητήριο και τους αδελφούς Κόουτς, συν ένα μικρό ποσοστό τραπεζιτών, μεγιστάνων της ακίνητης περιουσίας και της ενέργειας, καπιταλιστές επιχειρήσεων υψηλού κινδύνου και κερδοσκόπους των χρηματιστικών επιχειρήσεων. Εκτός από κάποιες διαφορές σε επιμέρους τομείς, στα μεγάλα ζητήματα πολιτικής οικονομίας, ο αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός δεν διέφερε ουσιαστικά από τον προοδευτικό-νεοφιλελεύθερο αντίπαλό του. Βεβαίως, τα δύο μπλοκ διαφωνούσαν για τους «φόρους στους πλούσιους», με τους Δημοκρατικούς να υποχωρούν, συνήθως. Αλλά και τα δύο μπλοκ υποστήριζαν το «ελεύθερο εμπόριο», τους χαμηλούς εταιρικούς φόρους, τα περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα, την πρωτοκαθεδρία των συμφερόντων του μετόχου, το «ο νικητής τα παίρνει όλα», την απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Και τα δύο μπλοκ εξέλεξαν ηγέτες που επεδίωκαν «μεγάλες διαπραγματεύσεις» με στόχο την περικοπή των δικαιωμάτων. Οι βασικές διαφορές μεταξύ τους αφορούσαν την κοινωνική αναγνώριση δικαιωμάτων, όχι τη διανομή.

Ο προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός κέρδισε [ΣτΜ: επί Κλίντον] επί το πλείστον και αυτή τη μάχη, αλλά με κόστος. Τα παρακμάζοντα μεταποιητικά κέντρα, ιδίως η λεγόμενη ζώνη σκουριάς, θυσιάστηκαν. Αυτή η περιοχή, μαζί με νεότερα βιομηχανικά κέντρα στο Νότο, δέχθηκαν μεγάλο πλήγμα χάρη σε μια τριάδα πολιτικών του Μπιλ Κλίντον: Την Βορειο-Αμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA), την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ένταξη που αιτιολογήθηκε ως προώθηση της δημοκρατίας), και την κατάργηση του νόμου Glass-Steagall που χαλάρωσε τους κανονισμούς για τις τραπεζικές συναλλαγές. Μαζί αυτές οι πολιτικές και οι άλλες που ακολούθησαν, κατέστρεψαν κοινότητες που είχαν στηριχθεί στη μεταποιητική βιομηχανία. Καμμία σοβαρή προσπάθεια να στηριχθούν αυτές οι κοινότητες δεν έγινε από οποιοδήποτε από τα δύο νεοφιλελεύθερα μπλοκ στη διάρκεια δύο δεκαετιών προοδευτικής-νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι οικονομίες των μεταποιητικών κοινοτήτων ήταν μη ανταγωνιστικές και θα έπρεπε να υποβληθούν σε «διόρθωση δια της αγοράς». Για τους προοδευτικούς νεοφιλελεύθερους, οι κοινότητες αυτές ήταν κολλημένες στο παρελθόν, δεμένες σε παρωχημένες, στενόμυαλες αξίες που σύντομα θα εξαφανίζονταν σε μια νέα κοσμοπολίτικη τάξη πραγμάτων. Σε κανένα από τα δύο πεδία −διανομή εισοδήματος ή κοινωνική αναγνώριση δικαιωμάτων− δεν μπορούσαν οι προοδευτικοί νεοφιλελεύθεροι να βρουν κάποιο λόγο για να υπερασπιστούν την Rust Belt και τις εργατικές κοινότητες της μεταποιητικής βιομηχανίας στον Νότο.

Το ηγεμονικό κενό – και ο αγώνας για τη συμπλήρωσή του

Το πολιτικό σύμπαν που ανέτρεψε ο Τραμπ χτίστηκε γύρω από την αντίθεση μεταξύ δύο εκδοχών του νεοφιλελευθερισμού, οι οποίες διακρίνονταν κυρίως στον άξονα της αναγνώρισης δικαιωμάτων. Βεβαίως, μπορούσε κάποιος να επιλέξει μεταξύ της πολυπολιτισμικότητας και του εθνομηδενισμού. Είτε έτσι είτε αλλιώς, όμως, ήταν αναγκασμένος να υποστεί τη χρηματιστικοποίηση και την αποβιομηχάνιση. Με το μενού να είναι περιορισμένο μεταξύ προοδευτικού και αντιδραστικού νεοφιλελευθερισμού, δεν υπήρχε καμία πολιτική δύναμη να αντιταχθεί στην υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής και της μεσαίας τάξης. Τα αντι-νεοφιλελεύθερα πολιτικά σχέδια περιθωριοποιήθηκαν σοβαρά, αν δεν αποκλείστηκαν, από τη δημόσια σφαίρα.

Με αυτόν τον τρόπο, ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος των ΗΠΑ −θύματα της χρηματιστικοποίησης και της εταιρικής παγκοσμιοποίησης− έμεινε χωρίς ένα φυσικό πολιτικό σπίτι. Δεδομένου ότι κανένας από τους δύο μεγάλους κοινωνικούς συνασπισμούς δεν μιλούσε γι’ αυτό το τμήμα της κοινωνίας, υπήρχε ένα κενό στο αμερικανικό πολιτικό σύμπαν: μια κενή, ακατοίκητη ζώνη όπου θα μπορούσαν να είχαν ριζώσει οι αντινεοφιλελεύθερες, φιλοεργατικές πολιτικές. Δεδομένου του επιταχυνόμενου ρυθμού της αποβιομηχάνισης, της διάδοσης των επισφαλών, χαμηλόμισθων McJobs, της ανόδου του αρπακτικού χρέους και της συνεπαγόμενης υποβάθμισης των προτύπων διαβίωσης για τα δύο τρίτα των Αμερικανών, ήταν μόνο θέμα χρόνου να καλύψει κάποιος το κενό. Ορισμένοι υπέθεσαν ότι η στιγμή είχε φτάσει το 2007 και το 2008. Σε έναν κόσμο που εξακολουθούσε να παραπαίει εξαιτίας μιας από τις χειρότερες καταστροφές της εξωτερικής πολιτικής στην ιστορία των ΗΠΑ, ήρθε να προστεθεί η χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση μετά την Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, και μια παρ’ ολίγον κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας. Τότε, ένας Αφροαμερικανός που μίλησε για «ελπίδα» και «αλλαγή» ανέβηκε στην προεδρία, υποσχόμενος να μεταμορφώσει όχι μόνο την πολιτική αλλά και ολόκληρη τη «νοοτροπία» της αμερικανικής πολιτικής. Ο Μπαράκ Ομπάμα θα μπορούσε να είχε αδράξει την ευκαιρία να κινητοποιήσει τη μαζική υποστήριξη για μια σημαντική μετατόπιση που θα οδηγούσε μακριά από τον νεοφιλελευθερισμό, ακόμη και με την αντίθεση του Κογκρέσου. Αντ’ αυτού, εμπιστεύτηκε την οικονομία σε αυτές τις ίδιες δυνάμεις της Γουόλ Στρητ που σχεδόν την κατέστρεψαν. Ορίζοντας ως στόχο την «ανάκαμψη» (σε αντίθεση με την διαρθρωτική μεταρρύθμιση), ο Ομπάμα ξόδεψε τεράστια χρηματικά ποσά για την διάσωση τραπεζών που ήταν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν», αλλά απέτυχε να κάνει κάτι έστω και ελάχιστα συγκρίσιμο για τα θύματά τους, για τα δέκα εκατομμύρια Αμερικανών που έχασαν τα σπίτια τους από τις κατασχέσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η εξαίρεση που επιβεβαίωσε τον κανόνα ήταν η επέκταση του Medicaid μέσω του Affordable Care Act, το οποίο παρείχε ένα πραγματικό υλικό όφελος σε ένα τμήμα της εργατικής τάξης των ΗΠΑ. Κόντρα στις προτάσεις για επιλογή single-payer και public-option που ο Ομπάμα απέριψε πριν ακόμη αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την υγειονομική περίθαλψη, η προσέγγισή του ενίσχυσε τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης που τελικά θα αποδεικνυόταν πολιτικά μοιραίες. Συνολικά, η κύρια ώθηση της προεδρίας του ήταν να διατηρήσει το προοδευτικό-νεοφιλελεύθερο status quo, παρά τη φθίνουσα πορεία της δημοτικότητάς του.

Μια άλλη ευκαιρία να καλυφθεί το ηγεμονικό κενό ήρθε το 2011, με την την έκρηξη του Occupy Wall Street. Κουρασμένο να περιμένει αποκατάσταση από το πολιτικό σύστημα και αποφασισμένο να πάρει τα πράγματα στα χέρια του, ένα τμήμα της κοινωνίας των πολιτών κατέλαβε δημόσιες πλατείες σε όλη τη χώρα στο όνομα του “99 τοις εκατό”. Καταγγέλλοντας ένα σύστημα που λεηλατεί τη συντριπτική πλειονότητα για να εμπλουτίσει το ένα τοις εκατό στην κορυφή της εισοδηματικής κλίμακας, σχετικά μικρές ομάδες νεαρών διαδηλωτών σύντομα προσέλκυσαν ευρεία υποστήριξη —έως και 60 τοις εκατό του αμερικανικού λαού, σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις— ειδικά από πολιορκημένα συνδικάτα, φοιτητές με χρέη, αγωνιζόμενες μεσαίες τάξεις και το διογκούμενο «πρεκαριάτο». Ωστόσο, τα πολιτικά αποτελέσματα του Occupy ήταν περιορισμένα και εξυπηρέτησαν κυρίως την επανεκλογή του Ομπάμα το 2012. Υιοθετώντας τη ρητορική του κινήματος, συγκέντρωσε υποστήριξη από πολλούς που θα ψήφιζαν τον Τραμπ το 2016. Αφού υπερίσχυσε του Ρόμνεϊ και κέρδισε τέσσερα ακόμη χρόνια, συνέχισε τη νεοφιλελεύθερη πορεία του, και η νεοαποκτηθείσα ταξική του συνείδηση γρήγορα εξανεμίστηκε. Περιορίζοντας την υποτιθέμενη επιδίωξή του για «αλλαγή» στην έκδοση εκτελεστικών διαταγμάτων, δεν άσκησε δίωξη κατά των κακοποιών του πλούτου ούτε χρησιμοποίησε το βήμα του για να να συσπειρώσει τον αμερικανικό λαό ενάντια στη Γουόλ Στριτ.

Υποθέτοντας ότι η καταιγίδα είχε περάσει, οι πολιτικές δυνάμεις των ΗΠΑ δεν έχασαν σχεδόν καθόλου χρόνο. Συνεχίζοντας να υποστηρίζουν τη νεοφιλελεύθερη συναίνεση, απέτυχαν να δουν στο Occupy τις πρώτες δονήσεις ενός σεισμού. Αυτός ο σεισμός χτύπησε τελικά στην προεκλογική περίοδο 2015−2016, καθώς η μακροχρόνια υποβόσκουσα δυσαρέσκεια μετατράπηκε ξαφνικά σε μια ολοκληρωτική κρίση πολιτικής εξουσίας. Αμφότερα τα δύο μεγάλα πολιτικά μπλοκ φάνηκε να καταρρέουν. Από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, ο Τραμπ, κάνοντας εκστρατεία με λαϊκίστικα θέματα, νίκησε με ευκολία (όπως συνεχίζει να μας υπενθυμίζει) τους δεκαέξι άτυχους αντιπάλους του στις προκριματικές εκλογές, μεταξύ των οποίων αρκετοί που είχαν επιλεγεί από τα αφεντικά του κόμματος και τους μεγάλους χορηγούς. Από την πλευρά των Δημοκρατικών, ο Μπέρνι Σάντερς, ένας αυτοανακηρυγμένος δημοκρατικός σοσιαλιστής, έθεσε μια εκπληκτικά σοβαρή πρόκληση στη χρισμένη διάδοχο του Ομπάμα, Χίλαρι Κλίντον, η οποία χρειάστηκε να επιστρατεύσει κάθε τέχνασμα και μοχλό της κομματικής εξουσίας για να τον αποτρέψει. Και στις δύο πλευρές τα συνήθη σενάρια ανατράπηκαν, καθώς ένα ζευγάρι αουτσάιντερ κατέλαβε το ηγεμονικό κενό και προχώρησε στη συμπλήρωσή του με νέα πολιτικά μιμίδια.

Τόσο ο Σάντερς όσο και ο Τραμπ κατακεραύνωσαν τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της διανομής εισοδήματος, αλλά οι πολιτικές προτάσεις τους σχετικά με την κοινωνική αναγνώρισή δικαιωμάτων διέφεραν έντονα. Ενώ ο Σάντερς κατήγγειλε τη «στημένη οικονομία» με καθολικό και ισότιμο πρόσημο, ο Τραμπ δανείστηκε την ίδια ακριβώς φράση, αλλά τη χρωμάτισε με εθνικισμό και προστατευτισμό των εμπορικών συναλλαγών των ΗΠΑ. Διπλασιάζοντας σε ισχύ τους μακροχρόνιους τρόπους διακρίσεων, μετέτρεψε αυτά που ήταν “απλώς” κρυπτορατσιστικές αναφορές σε πλήρεις εκρήξεις ρατσισμού, μισογυνισμού, ισλαμοφοβίας, ομοφοβίας, τρανσφοβίας και αντιμεταναστευτικού αισθήματος. Η “εργατική τάξη” που επικαλέστηκε η ρητορική του ήταν λευκή, ετεροφυλόφιλη, ανδρική και χριστιανική, βασισμένη στην εξόρυξη, στις κατασκευές κτιρίων και δημοσίων έργων, και στη βαριά βιομηχανία. Αντίθετα, η εργατική τάξη που προσέλκυσε ο Σάντερς ήταν ευρεία και εκτεταμένη, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τους εργάτες εργοστασίων της Rust Belt αλλά και τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα και τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων γυναικών, μεταναστών και έγχρωμων ανθρώπων.

Βεβαίως, η αντίθεση μεταξύ αυτών των δύο πορτραίτων της «εργατικής τάξης» ήταν σε μεγάλο βαθμό ρητορική. Κανένα από τα δύο πορτραίτα δεν ταίριαζε απόλυτα με την εκλογική βάση του υποστηρικτή του. Παρόλο που το πλεονέκτημα νίκης του Τραμπ προήλθε από βιομηχανικές περιοχές που είχαν ψηφίσει τον Ομπάμα το 2012 και τον Σάντερς στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών, οι ψηφοφόροι του περιλάμβαναν επίσης τους συνήθεις ύποπτους των Ρεπουμπλικανών—συμπεριλαμβανομένων των φιλελεύθερων, των ιδιοκτητών επιχειρήσεων και άλλων που δεν είχαν καμία σχέση με οικονομικό λαϊκισμό. Ομοίως, οι πλέον αξιόπιστοι ψηφοφόροι του Σάντερς ήταν νέοι, μορφωμένοι Αμερικανοί. Αλλά αυτό δεν είναι το θέμα. Ως ρητορική προβολή μιας πιθανής αντι-ηγεμονίας, αυτό που διέκρινε πιο έντονα το είδος του φιλολαϊκού λόγου του Σάντερς από εκείνον του Τραμπ ήταν η διευρυμένη άποψη του Σάντερς για την εργατική τάξη των ΗΠΑ. Και οι δύο αουτσάιντερ σκιαγράφησαν τα περιγράμματα μιας νέας κοινής λογικής, αλλά ο καθένας το έκανε με τον δικό του τρόπο. Στην καλύτερη περίπτωση, η ρητορική της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ υποδήλωνε ένα νέο πρωτο-ηγεμονικό μπλοκ, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε αντιδραστικό λαϊκισμό. Φαινόταν να συνδυάζει μια υπερ-αντιδραστική πολιτική αναγνώρισης με μια λαϊκιστική πολιτική διανομής του εισοδήματος: στην ουσία το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό συν τις μεγάλες επενδύσεις για υποδομές. Το μπλοκ που οραματιζόταν ο Σάντερς, αντίθετα, ήταν η προοδευτική φιλολαϊκή πολιτική. Επεδίωξε να ενώσει μια πολιτική κοινωνικής αναγνώρισης δικαιωμάτων χωρίς αποκλεισμούς με μια πολιτική διανομής υπέρ της εργατικής οικογένειας: μεταρρύθμιση της ποινικής δικαιοσύνης συν Medicare για όλους, αναπαραγωγική δικαιοσύνη συν δωρεάν δίδακτρα στο κολέγιο, δικαιώματα LGBTQ+ συν σπάσιμο των μεγάλων τραπεζών.

Δόλωμα και αλλαγή


Ωστόσο, κανένα από αυτά τα σενάρια δεν υλοποιήθηκε στην πραγματικότητα. Η ήττα του Σάντερς από την Κλίντον αφαίρεσε την προοδευτική-λαϊκιστική επιλογή από το ψηφοδέλτιο, προς έκπληξη κανενός. Αλλά το αποτέλεσμα της επακόλουθης νίκης του Τραμπ επί της Κλίντον ήταν πιο απροσδόκητο, τουλάχιστον για κάποιους. Αντί να κυβερνήσει ως αντιδραστικός λαϊκιστής, ο νέος πρόεδρος ενεργοποίησε το παλιό κόλπο της απάτης, εγκαταλείποντας τις λαϊκιστικές διανεμητικές πολιτικές που είχε υποσχεθεί η εκστρατεία του. Βεβαίως, ακύρωσε τη Συμφωνία Συνεργασίας του Ειρηνικού και επαναδιαπραγματεύτηκε τη NAFTA, αν και μόνο κατ’ όνομα. Αλλά απέτυχε να κουνήσει το δαχτυλάκι του για να χαλιναγωγήσει την Γουόλ Στρητ. Δεν έκανε ούτε ένα σοβαρό βήμα για να υλοποιήσει μεγάλα δημόσια έργα υποδομής που θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας. Οι προσπάθειές του να ενθαρρύνει τη μεταποίηση περιορίστηκαν σε συμβολικές εκδηλώσεις ρητορικής και ρυθμιστικές ελαφρύνσεις για τον άνθρακα, τα κέρδη από τις οποίες αποδείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό πλασματικά. Αντί να προτείνει μια φορολογική μεταρρύθμιση προς όφελος των οκογενειών της εργατικής και μεσαίας τάξης, υπέγραψε την τυπική ρεπουμπλικανική εκδοχή που σχεδιάστηκε για να διοχετεύσει περισσότερο πλούτο στο 1% (συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας Τραμπ). Όπως μαρτυρά αυτό το τελευταίο σημείο, οι ενέργειες του προέδρου στο μέτωπο της διανομής περιλάμβαναν μια μεγάλη δόση πελατειακού καπιταλισμού και ιδιοτελούς διαχείρισης. Αλλά αν ο ίδιος ο Τραμπ δεν έχει ανταποκριθεί στα ιδεώδη της οικονομικής λογικής του Hayek, ο διορισμός ενός ακόμη αποφοίτου της Γκόλντμαν Σαξ στο υπουργείο Οικονομικών εξασφαλίζει ότι ο νεοφιλελευθερισμός θα συνεχιστεί εκεί που μετράει.

Έχοντας εγκαταλείψει τη λαϊκιστική πολιτική της διανομής, ο Τραμπ προχώρησε σε διπλή εφαρμογή της αντιδραστικής πολιτικής της αναγνώρισης, εξαιρετικά ενισχυμένης και ολοένα και πιο μοχθηρής. Ο κατάλογος των προκλήσεων και των ενεργειών του για την υποστήριξη των αμφισβητούμενων ιεραρχιών του καθεστώτος είναι μακρύς και ανατριχιαστικός: η ταξιδιωτική απαγόρευση στις διάφορες εκδοχές της που στόχευε όλες τις χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία και κακώς συγκαλυμμένη με την κυνική καθυστερημένη προσθήκη της Βενεζουέλας, η αποψίλωση των πολιτικών δικαιωμάτων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στο Υπουργείο Εργασίας (το οποίο σταμάτησε να αστυνομεύει τις διακρίσεις από ομοσπονδιακούς εργολάβους), η άρνησή του να υπερασπιστεί δικαστικές υποθέσεις σχετικά με τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+, την ανατροπή της υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης της αντισύλληψης, την υποχώρηση της προστασίας του Τίτλου ΙΧ για τις γυναίκες και τα κορίτσια μέσω περικοπών στο προσωπικό επιβολής του νόμου, και τις δημόσιες δηλώσεις του που υποστηρίζουν τον σκληρότερο χειρισμό των υπόπτων από την αστυνομία, την περιφρόνηση του «σερίφη Τζο» Αρπάιο για το κράτος δικαίου, και τους «πολύ καλούς ανθρώπους» μεταξύ των λευκών ρατσιστών. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένας απλός ρεπουμπλικανικός συντηρητισμός, αλλά μια υπερ-αντιδραστική πολιτική αναγνώρισης.

Οι πολιτικές του προέδρου Τραμπ απέκλιναν εντελώς από τις προεκλογικές υποσχέσεις του υποψηφίου Τραμπ. Όχι μόνο η οικονομική φιλολαϊκή πολιτική του εξαφανίστηκε, αλλά και η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων έγινε όλο και πιο μοχθηρή. Αυτό που ψήφισαν οι υποστηρικτές του Τραμπ [ΣτΜ: το 2017], εν ολίγοις, δεν είναι αυτό που πήραν. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένας αντιδραστικός λαϊκισμός (ΣτΜ: ο όρος του «λαϊκισμού» στο κείμενο της Fraser χρησιμοποιεταί με έννοια διαφορετική από αυτήν που έχει καθιερωθεί στην ελληνική γλώσσα, ως έννοια παραπλήσια της «δημαγωγίας». Για τον λόγο αυτό, στην μετάφραση διατηρήσαμε τον όρο αυτόν για την περίπτωση του Τραμπ, αλλά τον αντικαταστήσαμε με τον όρο «λαϊκή πολιτική» για την Αριστερά. Για την κριτική ανάλυση του όρου του «λαϊκισμού» βλ. στο άρθρο του Σεραφείμ Σεφεριάδη «Λαϊκισμός, Δημοκρατία, Αριστερά», 12/7/2021 και 27/7/2021 στο commune.org.gr) το αποτέλεσμα ήταν ένας υπερ-αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός. Ωστόσο, ο υπερ-αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός του Τραμπ δεν αποτελεί έναν νέο ηγεμονικό κοινωνικό συνασπισμό. Είναι, αντιθέτως, χαοτικός, ασταθής και εύθραυστος. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην ιδιόμορφη προσωπική ψυχολογία του σημαιοφόρου του και εν μέρει στη δυσλειτουργική εξάρτησή του από το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, το οποίο προσπάθησε και απέτυχε να επανακτήσει τον έλεγχό του και τώρα [ΣτΜ: το 2019] αναζητά μια στρατηγική εξόδου. Δεν μπορούμε τώρα να γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα εξελιχθεί αυτό, αλλά θα ήταν ανόητο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να διασπαστεί το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Όπως και να έχει, ο υπερ-αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός δεν προσφέρει καμία προοπτική σταθερής ηγεμονίας.

Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο πρόβλημα. Κλείνοντας το οικονομικό-λαϊκιστικό πρόσωπο της εκστρατείας του, ο υπερ-αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός του Τραμπ επαναφέρει το ηγεμονικό κενό που βοήθησε να εκραγεί το 2016 —εκτός από το ότι τώρα δεν μπορεί να γεμίσει αυτό το κενό. Τώρα που η λαϊκιστική γάτα βγήκε από το σακί, είναι αμφίβολο αν το εργατικό τμήμα της βάσης του Τραμπ θα είναι ικανοποιημένο να τραφεί για πολύ μόνο με (ψευδο)αναγνώριση [ΣτΜ: Τα αποτελέσματα των εκλογών του 2024 δείχνουν ότι το εργατικό τμήμα της βάσης του Τραμπ συνεχίζει να τον στηρίζει]. Από την άλλη πλευρά, η «αντίσταση» οργανώνεται. Αλλά η αντίσταση είναι κατακερματισμένη, αποτελούμενη από σκληροπυρηνικούς Κλιντονίτες, αφοσιωμένους Σαντεριστές και πολλούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν οποιαδήποτε κατεύθυνση. Το τοπίο περιπλέκεται από μια σειρά νεοσύστατων ομάδων, των οποίων η μαχητική στάση έχει προσελκύσει μεγάλους χορηγούς παρά (ή εξαιτίας) της ασάφειας των προγραμματικών τους αντιλήψεων.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αναβίωση μιας παλιάς τάσης στην αριστερά να αντιπαραθέτει τη φυλή στην τάξη. Κάποιοι προτείνουν να επαναπροσανατολίσουν την πολιτική του Δημοκρατικού Κόμματος στην εναντίωση στη λευκή υπεροχή, εστιάζοντας τις προσπάθειές τους στο να κερδίσουν την υποστήριξη των μαύρων και των Λατίνων ψηφοφόρων. Άλλοι υπερασπίζονται μια ταξικά επικεντρωμένη στρατηγική με στόχο να κερδίσουν πίσω τις κοινότητες της λευκής εργατικής τάξης που αυτομόλησαν στον Τραμπ. Και οι δύο απόψεις είναι προβληματικές στο βαθμό που αντιμετωπίζουν την τάξη και τη φυλή ως εγγενώς αντίθετες, ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Στην πραγματικότητα, μπορεί κάποιος να επιτεθεί ταυτοχρόνως στους δύο αυτούς άξονες αδικίας, και έτσι πρέπει να γίνει. Κανένας από τους δύο άξονες δεν μπορεί να ξεπεραστεί ενώ ο άλλος ευδοκιμεί.

Στο σημερινό πλαίσιο, οι προσσεγίσεις που υποβαθμίζουν τις ταξικές ανησυχίες ενέχουν έναν ιδιαίτερο κίνδυνο: είναι πιθανό να συμπλέουν με τις προσπάθειες της πτέρυγας Κλίντον να αποκαταστήσει το status quo ante με κάποια νέα μορφή. Σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα θα ήταν μια νέα εκδοχή του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού – μια εκδοχή που συνδυάζει τον νεοφιλελευθερισμό στο μέτωπο της διανομής με μια μαχητική αντιρατσιστική πολιτική της αναγνώρισης. Αυτή η προοπτική θα πρέπει να βάλει σε σκέψεις τις δυνάμεις κατά του Τραμπ καθώς θα στείλει πολλούς δυνητικούς συμμάχους να τρέξουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, επικυρώνοντας την αφήγηση του Τραμπ και ενισχύοντας την υποστήριξή του. Θα ενωθεί ουσιαστικά με αυτόν στην καταστολή των εναλλακτικών λύσεων στον νεοφιλελευθερισμό—και έτσι θα επαναφέρει το ηγεμονικό κενό. Αλλά αυτό που μόλις είπα για τον Τραμπ ισχύει εξίσου και εδώ: η λαϊκιστική γάτα έχει βγει από το σακί και δεν θα φύγει ήσυχα. Η επαναφορά του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού, με οποιονδήποτε τρόπο, σημαίνει την αναδημιουργία−και μάλιστα την επιδείνωση−των ίδιων των συνθηκών που δημιούργησαν τον Τραμπ. Και αυτό σημαίνει την προετοιμασία του εδάφους για μελλοντικούς Τραμπ—ολοένα και πιο μοχθηρούς και επικίνδυνους.

Νοσηρά συμπτώματα και αντι-ηγεμονικές προοπτικές

Για όλους αυτούς τους λόγους, ούτε ένας αναβιωμένος προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός ούτε ένας τραμπικός υπερ-αντιδραστικός νεοφιλελευθερισμός είναι καλός υποψήφιος για πολιτική ηγεμονία στο εγγύς μέλλον. Οι δεσμοί που ένωνε καθένα από αυτά τα μπλοκ έχουν φθαρεί σοβαρά. Επιπλέον, κανένα από τα δύο δεν είναι σήμερα σε θέση να διαμορφώσει μια νέα κοινή λογική. Κανένα από τα δύο δεν μπορεί να προσφέρει μια έγκυρη εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας, μια αφήγηση στην οποία μπορεί να βρεί τον εαυτό του ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών φορέων. Εξίσου σημαντικό είναι ότι καμία από τις δύο παραλλαγές του νεοφιλελευθερισμού δεν μπορεί να επιλύσει με επιτυχία τα αντικειμενικά συστημικά εμπόδια που διέπουν την τρέχουσα κρίση ηγεμονίας. Εφόσον και τα δύο μοντέλα νεοφιλελευθερισμού συνεργάζονται άρρηκτα με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, κανένα δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη χρηματιστικοποίηση, την αποβιομηχάνιση ή την εταιρική παγκοσμιοποίηση. Καμία από τις δύο εκδοχές νεοφιλελευθερισμού δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη μείωση του βιοτικού επιπέδου, τη διόγκωση του χρέους, την κλιματική αλλαγή, τα «ελλείμματα φροντίδας» ή τις αφόρητες πιέσεις στην κοινοτική ζωή. Η (επανα)εγκαθίδρυση οποιουδήποτε από αυτά τα μπλοκ στην εξουσία είναι προκειμένου να εξασφαλίσει όχι μόνο τη συνέχιση αλλά και την όξυνση της σημερινής κρίσης.

Τι, λοιπόν, μπορούμε να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον; Ελλείψει μιας ασφαλούς ηγεμονίας, αντιμετωπίζουμε ένα ασταθές μεσοδιάστημα και τη συνέχιση της πολιτικής κρίσης. Σε αυτή την κατάσταση, τα λόγια του Γκράμσι ακούγονται αληθινά: «Το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί−σε αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζεται μια μεγάλη ποικιλία από νοσηρά συμπτώματα».

Εκτός, βέβαια, αν υπάρχει ένας βιώσιμος υποψήφιος για μια αντι-ηγεμονία. Ο πιο πιθανός τέτοιος υποψήφιος είναι η μία ή η άλλη μορφή λαϊκισμού. Θα μπορούσε ο φιλολαϊκή πολιτική να είναι ακόμα μια πιθανή επιλογή−αν όχι άμεσα, τότε μακροπρόθεσμα; Υπέρ αυτής της δυνατότητας συνηγορεί το γεγονός ότι μεταξύ των υποστηρικτών του Σάντερς και εκείνων του Τραμπ, κάτι που πλησιάζει μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων στις ΗΠΑ απέρριψε τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της διανομής το 2015−16. Το φλέγον ερώτημα είναι αν αυτή η μάζα μπορεί τώρα να συγχωνευτεί σε ένα νέο αντιηγεμονικό μπλοκ. Για να συμβεί αυτό, οι υποστηρικτές του Τραμπ και του Σάντερς από την εργατική τάξη θα πρέπει να κατανοήσουν τους εαυτούς τους ως συμμάχους− θύματα μιας ενιαίας «στημένης οικονομίας», την οποία θα μπορούσαν να μετασχηματίσουν από κοινού.

Η αντιδραστική φιλολαϊκή πολιτική, ακόμη και χωρίς τον Τραμπ, δεν αποτελεί πιθανή βάση για μια τέτοια συμμαχία. Η ιεραρχική, αποκλειστική πολιτική της αναγνώρισής του είναι ένας σίγουρος δολοφόνος της συμφωνίας για μεγάλα τμήματα της εργατικής και μεσαίας τάξης των ΗΠΑ, ιδίως για οικογένειες που εξαρτώνται από τους μισθούς της εργασίας στις υπηρεσίες, τη γεωργία, την οικιακή εργασία και τον δημόσιου τομέα, στις τάξεις των οποίων περιλαμβάνεται μεγάλος αριθμός γυναικών, μεταναστών και έγχρωμων. Μόνο μια πολιτική αναγνώρισης χωρίς αποκλεισμούς έχει πιθανότητες να φέρει αυτές τις απαραίτητες κοινωνικές δυνάμεις σε συμμαχία με άλλα τμήματα της εργατικής και μεσαίας τάξης, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτήτων που ιστορικά συνδέονται με τη μεταποίηση, τα ορυχεία και τις κατασκευές.

Αυτό αφήνει τον προοδευτικό λαϊκισμό ως τον πιθανότερο υποψήφιο για ένα νέο αντιηγεμονικό μπλοκ. Συνδυάζοντας την ισότιμη αναδιανομή με τη μη ιεραρχική αναγνώριση, αυτή η επιλογή έχει τουλάχιστον μια πιθανότητα να ενώσει ολόκληρη την εργατική τάξη. Περισσότερο απ’ αυτό, θα μπορούσε να τοποθετήσει αυτή την τάξη, κατανοητή με ευρύτητα, ως την ηγετική δύναμη σε μια συμμαχία που περιλαμβάνει επίσης σημαντικά τμήματα της νεολαίας, της μεσαίας τάξης, και του επαγγελματικού-διευθυντικού στρώματος.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν πολλά στην τρέχουσα κατάσταση που συνηγορούν κατά της δυνατότητας, οποτεδήποτε σύντομα, μιας συμμαχίας μεταξύ προοδευτικών λαϊκιστών και στρωμάτων της εργατικής τάξης που ψήφισαν τον Τραμπ στις τελευταίες εκλογές. Το κυριότερο από τα εμπόδια είναι οι βαθύτερες διαιρέσεις, ακόμη και τα μίση, που υποβόσκουν εδώ και καιρό, αλλά πρόσφατα έφτασαν σε πυρετό από τον Τραμπ – ο οποίος, όπως το έθεσε οξυδερκώς ο Ντέιβιντ Μπρουκς, «έχει μύτη για κάθε πληγή στο σώμα της πολιτικής και μέρα με τη μέρα βάζει ένα καυτό σίδερο στη μία ή την άλλη πληγή και την ανοίγει» χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Το αποτέλεσμα είναι ένα τοξικό περιβάλλον που φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη, που έχουν ορισμένοι προοδευτικοί, ότι όλοι οι ψηφοφόροι του Τραμπ είναι «αξιοθρήνητοι» −αδιόρθωτοι ρατσιστές, μισογύνηδες και ομοφοβικοί. Ενισχύεται επίσης η αντίθετη άποψη που έχουν πολλοί αντιδραστικοί λαϊκιστές, ότι όλοι οι προοδευτικοί είναι αδιόρθωτοι ηθικολόγοι και αλαζονικοί ελιτιστές που τους κοιτάζουν αφ’ υψηλού, ενώ πίνουν καφέδες και κερδίζουν χρήματα.

Μια στρατηγική διαχωρισμού


Οι προοπτικές του προοδευτικού λαϊκισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα εξαρτώνται από την επιτυχή καταπολέμηση και των δύο αυτών απόψεων. Αυτό που χρειάζεται είναι μια στρατηγική διαχωρισμού, με στόχο την επιτάχυνση δύο σημαντικών διαιρέσεων.

Πρώτον, οι λιγότερο προνομιούχες γυναίκες, οι μετανάστες και οι έγχρωμοι πρέπει να απομακρυνθούν από τις φεμινίστριες του “lean-in” [ΣτΜ: μια μορφή νεοφιλελεύθερου φεμινισμού], τους αντιρατσιστές της αξιοκρατίας και το κυρίαρχο LGBTQ+ κίνημα, τους υποστηρικτές της εταιρικής ποικιλομορφίας και του πράσινου καπιταλισμού που ιδιοποιήθηκαν τις ανησυχίες των γυναικών με όρους νεοφιλελευθερισμού. Αυτός είναι ο στόχος μιας πρόσφατης φεμινιστικής πρωτοβουλίας που επιδιώκει να αντικαταστήσει το «lean in» με έναν «φεμινισμό για το 99%». Άλλα χειραφετητικά κινήματα θα πρέπει να αντιγράψουν αυτή τη στρατηγική.

Δεύτερον, οι εργατικές κοινότητες της βιομηχανικής «ζώνης της σκουριάς» (Rust Belt) του Νότου και της υπαίθρου πρέπει να πειστούν να εγκαταλείψουν τους σημερινούς κρυφο-νεοφιλελεύθερους συμμάχους τους. Θα πρέπει να τους πείσουμε ότι οι δυνάμεις που προωθούν τον μιλιταρισμό, την ξενοφοβία και τον εθνομηδενισμό δεν μπορούν και δεν πρόκειται να τους παράσχουν τα απαραίτητα υλικά προαπαιτούμενα για μια καλή ζωή, ενώ ένα προοδευτικό-λαϊκό μπλοκ μπορεί να το κάνει. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε κάποιοσ να διαχωρίσει εκείνους τους ψηφοφόρους του Τραμπ που θα μπορούσαν να ανταποκριθούν σε μια τέτοια έκκληση από τους ψηφοφόρους εκείνους που είναι διαπιστωμένα ρατσιστές και alt-right εθνομηδενιστές. Το να λέμε ότι οι πρώτοι υπερτερούν αριθμητικά έναντι των δεύτερων δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε ότι τα αντιδραστικά λαϊκιστικά κινήματα ενυσχύονται σημαντικά από πρώην περιθωριακές ομάδες λευκών ρατσιστών. Ωστόσο καταρρίπτει το βεβιασμένο συμπέρασμα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αντιδραστικών λαϊκιστών ψηφοφόρων είναι για πάντα κλειστή στις εκκλήσεις για διευρυμένη εργατική τάξη που επικαλείται ο Μπέρνι Σάντερς. Αυτή η άποψη δεν είναι μόνο εμπειρικά λανθασμένη, αλλά και αντιπαραγωγική και πιθανότατα έχει χαρακτήρα αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Ας είμαι σαφής: Δεν προτείνω ότι ένα προοδευτικό-λαϊκό μπλοκ θα πρέπει να αποσιωπήσει τις πιεστικές ανησυχίες για τον ρατσισμό, τον σεξισμό, την ομοφοβία, την ισλαμοφοβία και την τρανσφοβία. Αντιθέτως, η καταπολέμηση αυτών πρέπει να είναι κεντρική σε ένα προοδευτικό-λαϊκό μπλοκ. Αλλά είναι αντιπαραγωγικό να αντιμετωπίζονται οι ανησυχίες αυτές με την ηθικολογική συγκατάβαση του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος διαθέτει μια ρηχή και ανεπαρκή θεώρηση αυτών των αδικιών, υπερβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό την έκταση στην οποία αυτά τα ζητήματα είναι στο νου των ανθρώπων και παραβλέποντας το βάθος των δομικών-θεσμικών δυνάμεων που τα υποστηρίζουν.

Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα σαφές και σημαντικό στην περίπτωση της φυλής. Η φυλετική αδικία στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα δεν είναι, κατά βάθος, θέμα υποτιμητικών στάσεων ή κακής συμπεριφοράς, αν και αυτά σίγουρα υπάρχουν. Η ουσία είναι οι φυλετικά συγκεκριμένες επιπτώσεις της αποβιομηχάνισης και της χρηματιστικοποίησης στην περίοδο της προοδευτικής-νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, όπως διαθλώνται μέσα από μακροχρόνιες ιστορίες συστημικής καταπίεσης. Σε αυτήν την περίοδο, οι μαύροι και οι καφετί Αμερικανοί, οι οποίοι επί μακρόν στερούνταν πρόσβαση σε πίστωση, περιορίζονταν σε υποδεέστερες διαχωρισμένες κατοικίες και πληρώνονταν όχι αρκετά ώστε να αποταμιεύουν, έγιναν συστηματικά στόχος των τραπεζικών δανείων υψηλού κινδύνου και, κατά συνέπεια, βίωσαν τα υψηλότερα ποσοστά κατασχέσεων κατοικιών στη χώρα. Στην ίδια περίοδο, οι πόλεις και οι γειτονιές μειονοτήτων που επί μακρόν και συστηματικά στερήθηκαν δημόσιων πόρων υπέστησαν πλήγμα από το κλείσιμο εργοστασίων σε παρακμάζοντα κέντρα μεταποίησης. Οι οι απώλειές τους μετρώνται, όχι μόνο σε θέσεις εργασίας αλλά και σε φορολογικά έσοδα, γεγονός που τους στέρησε κονδύλια για σχολεία, νοσοκομεία και βασική συντήρηση υποδομών, οδηγώντας τελικά σε καταστροφές όπως η κρίση του νερού στο Φλίντ – και, σε διαφορετικό πλαίσιο, η καταστροφή του Lower Ninth Ward της Νέας Ορλεάνης κατά τη διάρκεια του τυφώνα Κατρίνα το 2005. Τέλος, οι μαύροι άνδρες που για καιρό υπέστησαν διαφοροποιημένες ποινές, σκληρή φυλάκιση, καταναγκαστική εργασία και κοινωνικά ανεκτή βία —συμπεριλαμβανομένης της βίας της αστυνομίας— έχουν σε αυτήν την περίοδο μαζικά στρατολογηθεί σε ένα «βιομηχανικό σύμπλεγμα φυλακών», που κρατείται πλήρες χάρη στον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών». Επιπρόσθετα, ο πληθυσμός των μαύρων ανδρών παρουσιάζει δυσανάλογα υψηλά ποσοστά ανεργίας, χάρη στα διμερή νομοθετικά “επιτεύγματα” που οργανώθηκαν κυρίως από τον Μπιλ Κλίντον. Χρειάζεται, άραγε, να προσθέσω ότι, όσο εμπνευσμένη κι αν ήταν, η παρουσία ενός Αφροαμερικανού στον Λευκό Οίκο δεν κατάφερε να κάνει ούτε μια γρατζουνιά σε αυτές τις εξελίξεις;

Πώς θα μπορούσε εξάλλου; Τα φαινόμενα που μόλις αναφέρθηκαν δείχνουν το βάθος στο οποίο ο ρατσισμός είναι εδραιωμένος στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία −και την ανικανότητα της προοδευτικής νεοφιλελεύθερης ηθικολογίας να τον αντιμετωπίσει. Αποκαλύπτουν επίσης, τα φαινόμενα αυτά, ότι οι δομικές βάσεις του ρατσισμού σχετίζονται τόσο με την κοινωνική τάξη και την οικονομία όσο και με το στάτους και την κοινωνική (ψευδο)αναγνώριση. Επίσης, τα φαινόμενα αυτά καθιστούν σαφές ότι οι δυνάμεις που καταστρέφουν τις ευκαιρίες ζωής των έγχρωμων ανθρώπων είναι μέρος της ίδιας δυναμικής που καταστρέφει τις ευκαιρίες ζωής των λευκών —ακόμη κι αν μερικές από τις λεπτομέρειες διαφέρουν. Το αποτέλεσμα είναι, τελικά, να αποκαλυφθεί η αδιάσπαστη διαπλοκή της φυλής και της τάξης στον σύγχρονο χρηματιστικό καπιταλισμό.

Ένας προοδευτικός-λαϊκός κοινωνικός συνασπισμός πρέπει να έχει αυτές τις γνώσεις ως οδηγούς της πορείας του. Αρνούμενος την έμφαση του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού στις προσωπικές συμπεριφορές, πρέπει να εστιάσει τις προσπάθειές του στις διαρθρωτικές-θεσμικές βάσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να αναδείξει τις κοινές ρίζες των αδικιών είτε είναι ταξικές είτε ανάγονται στο κοινωνικό στάτους. Εάν αυτός ο κοινωνικός συνασπισμός μπορεί να αντιλαμβάνεται το σύστημα ως μια ενιαία, ολοκληρωμένη κοινωνική ολότητα, θα πρέπει να συνδέσει τις αρνητικές επιπτώσεις που υφίστανται οι γυναίκες, οι μετανάστες, οι έγχρωμοι και οι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι με εκείνες που βιώνουν τα στρώματα της εργατικής τάξης που τώρα έλκονται από τον δεξιό λαϊκισμό. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορεί να θέσει τα θεμέλια για έναν ισχυρό νέο κοινωνικό συνασπισμό στον οποίο θα μπορούν να συμμετέχουν όλοι εκείνοι που προδίδονται από τον Τραμπ και τους ομολόγους του −όχι μόνο οι μετανάστες, οι φεμινίστριες και οι έγχρωμοι, που ήδη αντιτίθενται στον υπερ-αντιδραστικό νεοφιλελευθερισμό του, αλλά και των λευκών στρωμάτων της εργατικής τάξης που τον υποστήριζαν μέχρι τώρα. Συσπειρώνοντας σημαντικά τμήματα ολόκληρης της εργατικής τάξης, αυτή η στρατηγική θα μπορούσε ενδεχομένως να νικήσει. Σε αντίθεση με κάθε άλλη επιλογή που εξετάστηκε εδώ, η προοδευτική φιλολαϊκή πολιτική έχει τη δυνατότητα, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, να γίνει ένα σχετικά σταθερό αντιηγεμονικό μπλοκ στο μέλλον.

Αλλά το θετικό για μια προοδευτικό λαϊκή πολιτική δεν είναι μόνο η δυνητική υποκειμενική βιωσιμότητά της. Σε αντίθεση με τους πιθανούς αντιπάλους της, έχει το πλεονέκτημα ότι είναι ικανή, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, να αντιμετωπίσει την πραγματική, αντικειμενική πλευρά της κρίσης. Ας εξηγηθώ: Όπως σημείωσα στην αρχή, η ηγεμονική κρίση που αναλύεται εδώ είναι μία πλευρά ενός ευρύτερου συμπλέγματος κρίσεων, το οποίο περιλαμβάνει πολλές άλλες πλευρές −οικολογικές, οικονομικές και κοινωνικές. Η ηγεμονική κρίση είναι, επίσης, το υποκειμενικό ομόλογο μιας αντικειμενικής συστημικής κρίσης, έναντι της οποίας αποτελεί απόκριση και από την οποία δεν μπορεί να αποκοπεί. Τελικά, αυτές οι δύο πλευρές της κρίσης −η μία υποκειμενική και η άλλη αντικειμενική −υπάρχουν ή δεν υπάρχουν μαζί. Καμμία υποκειμενική απάντηση, όσο φαινομενικά πειστική και αν είναι, δεν μπορεί να εξασφαλίσει μια διαρκή αντι-ηγεμονία, εκτός εάν προσφέρει την προοπτική μιας πραγματικής λύσης στα υπο-κείμενα αντικειμενικά προβλήματα.

Η αντικειμενική πλευρά της κρίσης δεν είναι μια απλή πολλαπλότητα ξεχωριστών δυσλειτουργιών. Χωρίς να αποτελούν μια διασκορπισμένη πολλαπλότητα, οι διάφορες πλευρές της είναι αλληλένδετες και μοιράζονται μια κοινή προέλευση. Το υπο-κείμενο αντικείμενο της γενικής μας κρίσης, αυτό που αποκρύπτει τις πολλαπλές αστάθειές της, είναι η σημερινή μορφή του καπιταλισμού; παγκοσμιοποιημένος, νεοφιλελεύθερος, χρηματιστικός. Όπως κάθε μορφή καπιταλισμού, αυτή δεν είναι ένα απλό οικονομικό σύστημα αλλά κάτι ευρύτερο: μια θεσμοθετημένη κοινωνική τάξη. Ως τέτοια, περιλαμβάνει ένα σύνολο από μη οικονομικές συνθήκες στο υπόβαθρο, οι οποίες είναι απαραίτητες για μια καπιταλιστική οικονομία: για παράδειγμα, άμισθες δραστηριότητες κοινωνικής αναπαραγωγής, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσφορά μισθωτής εργασίας για την οικονομική παραγωγή, έναν οργανωμένο μηχανισμό δημόσιας εξουσίας (νόμος, αστυνομία, ρυθμιστικές υπηρεσίες και ικανότητες καθοδήγησης) που παρέχει την τάξη, την προβλεψιμότητα και την υποδομή που είναι απαραίτητες για τη βιώσιμη συσσώρευση κεφαλαίου, και τέλος, μια σχετικά βιώσιμη οργάνωση της αλληλεπίδρασης με την φύση, που εξασφαλίζει τις βασικές προμήθειες ενέργειας και πρώτων υλών για την παραγωγή εμπορευμάτων, για να μην αναφέρουμε έναν κατοικήσιμο πλανήτη που μπορεί να υποστηρίξει τη ζωή.

Ο χρηματιστικός καπιταλισμός αντιπροσωπεύει έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της σχέσης της καπιταλιστικής οικονομίας με αυτές τις απαραίτητες βασικές συνθήκες. Πρόκειται για μια βαθιά ληστρική και ασταθή μορφή κοινωνικής οργάνωσης που απελευθερώνει τη συσσώρευση κεφαλαίου από τους πολιτικούς, οικολογικούς, κοινωνικούς, ηθικούς περιορισμούς της, τους οποίους όμως χρειάζεται για την αναπαραγωγή της. Απαλλαγμένη από τέτοιους περιορισμούς, η καπιταλιστική οικονομία εξαντλεί του ίδιους τους όρους της ύπαρξης της. Είναι μια τίγρη που τρώει την ίδια της την ουρά. Η κοινωνική ζωή υπακούει όλο και περισσότερο στην οικονομία, η ανεξέλεγκτη επιδίωξη του κέρδους αποσταθεροποιεί τις ίδιες τις μορφές της κοινωνικής αναπαραγωγής, της οικολογικής βιωσιμότητας και της δημόσιας εξουσίας από τις οποίες εξαρτάται αυτή η ίδια η καπιταλιστική οικονομία. Εξεταζόμενος με αυτόν τον τρόπο, ο χρηματιστικός καπιταλισμός είναι εγγενώς επιρρεπής στις κρίσεις. Το σύμπλεγμα της κρίσης που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι η όλο και πιο έντονη έκφραση της εγγενούς τάσης του καπιταλισμού να αποσταθεροποιεί τον εαυτό του.

Αυτό είναι το αντικειμενικό πρόσωπο της κρίσης: το δομικό αντίστοιχο της ηγεμονικής αποδιάρθρωσης που αναλύεται εδώ. Σήμερα, και οι δύο πόλοι της κρίσης -ο ένας αντικειμενικός, ο άλλος υποκειμενικός- βρίσκονται σε πλήρη έξαρση. Η σχέση τους είναι οργανική, υπάρχουν ή δεν υπάρχουν μαζί. Η επίλυση της αντικειμενικής κρίσης απαιτεί έναν μείζονα δομικό μετασχηματισμό του χρηματιστικού καπιταλισμού: έναν νέο τρόπο σύνδεσης της οικονομίας με την πολιτική, της παραγωγής με την αναπαραγωγή, της ανθρώπινης κοινωνίας με τη μη ανθρώπινη φύση. Ο νεοφιλελευθερισμός με οποιαδήποτε μορφή δεν είναι η λύση αλλά το πρόβλημα.

Το είδος της αλλαγής που χρειαζόμαστε μπορεί να έρθει μόνο από αλλού, από ένα σχέδιο που είναι τουλάχιστον αντινεοφιλελεύθερο, αν όχι αντικαπιταλιστικό. Ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να γίνει ιστορική δύναμη μόνο όταν ενσαρκωθεί σε έναν αντι-ηγεμονικό κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας. Όσο μακρινή και αν φαίνεται αυτή η προοπτική αυτή τη στιγμή, η καλύτερη ευκαιρία μας για μια υποκειμενική-αντικειμενική λύση είναι η προοδευτική φιλολαϊκή πολιτική. Αλλά ακόμη και αυτό μπορεί να μην είναι ένα σταθερό τελικό σημείο. Η προοδευτική φιλολαϊκή πολιτική θα μπορούσε να καταλήξει να είναι μεταβατική -ένας ενδιάμεσος σταθμός στο δρόμο προς κάποια νέα μετα-καπιταλιστική μορφή κοινωνίας.

Όποια κι αν είναι η αβεβαιότητας μας σχετικά με το τελικό σημείο, ένα πράγμα είναι σαφές: αν δεν επιδιώξουμε αυτή την επιλογή τώρα, θα παρατείνουμε το σημερινό μεσοδιάστημα. Αυτό σημαίνει την καταδίκη των εργαζομένων όλων των πεποιθήσεων και όλων των χρωμάτων σε αυξανόμενο άγχος και φθίνουσα υγεία, σε διογκούμενο χρέος και υπερκόπωση, σε ταξικό απαρτχάιντ και κοινωνική ανασφάλεια. Αυτό σημαίνει επίσης την εμβάπτισή τους σε μια ολοένα και μεγαλύτερη έκταση νοσηρών συμπτωμάτων —σε μίση που γεννιούνται από την αγανάκτηση και εκφράζονται με την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων, σε ξεσπάσματα βίας που ακολουθούνται από περιόδους καταστολής, σε έναν άγριο κόσμο όπου η αλληλεγγύη συρρικνώνεται μέχρι το σημείο εξαφάνισης. Για να αποφύγουμε αυτή τη μοίρα, πρέπει να έρθουμε σε οριστική ρήξη τόσο με τη νεοφιλελεύθερη οικονομία όσο και με τις διάφορες πολιτικές αναγνώρισης δικαιωμάτων που την έχουν υποστηρίξει κατά την τελευταία περίοδο −απορρίπτοντας όχι μόνο τον απομονωτικό εθνικισμό αλλά και τον φιλελεύθερο αξιοκρατικό ατομικισμό. Μόνο με τον συνδυασμό μιας ισχυρά εξισωτικής πολιτικής διανομής του εισοδήματος με μια ουσιαστικά συμπεριληπτική, ταξικά ευαίσθητη πολιτική αναγνώρισης δικαιωμάτων μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν αντι-ηγεμονικό κοινωνικό συνασπισμό ικανό να μας οδηγήσει πέρα από την τρέχουσα κρίση σε έναν καλύτερο κόσμο.
________________________________
ΣΗΜ.1. Αναπαραγωγή απο εδώ : https://commune.org.gr/nansy-freizer-to-palio-pethainei-kai-to-kainourgio-argei-na-gennithei/
ΣΗΜ.2. Δημοσιεύθηκε στην σελίδα Το Μωβ στις 29/5/2025.
Μετάφραση και εισαγωγή της Αθανασίας Μπενέκου.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Η κρίση των γαϊδάρων



Μια μέρα εμφανίσθηκε σε ένα χωριό ένας άνδρας με γραβάτα. Ανέβηκε σε ένα παγκάκι και φώναξε σε όλο τον τοπικό πληθυσμό ότι θα αγόραζε όλα τα γαϊδούρια που θα του πήγαιναν, έναντι 100 ευρώ και μάλιστα μετρητά.
Οι ντόπιοι το βρήκαν λίγο περίεργο, αλλά η τιμή ήταν πολύ καλή και όσοι προχώρησαν στην πώληση γύρισαν σπίτι με το τσαντάκι γεμάτο και το χαμόγελο στα χείλη.

Ο άνδρας με τη γραβάτα επέστρεψε την επόμενη μέρα και πρόσφερε 150 ευρώ για κάθε απούλητο γάιδαρο, κι έτσι οι περισσότεροι κάτοικοι πούλησαν τα ζώα τους. Τις επόμενες ημέρες προσέφερε 300 ευρώ για όσα ελάχιστα ζώα ήταν ακόμα απούλητα με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι αμετανόητοι να πουλήσουν τα γαϊδούρια τους.

Μετά συνειδητοποίησε ότι στο χωριό δεν έμεινε πια ούτε ένας γάιδαρος και ανακοίνωσε σε όλους ότι θα επέστρεφε μετά από μια εβδομάδα για να αγοράσει οποιοδήποτε γάιδαρο έβρισκε έναντι 500 ευρώ! Και αποχώρησε.

Την επόμενη μέρα ανέθεσε στον συνέταιρό του το κοπάδι των γαϊδάρων που είχε αγοράσει και τον έστειλε στο ίδιο χωριό με εντολή να τα πουλήσει όλα στην τιμή των 400 ευρώ το ένα. Οι κάτοικοι βλέποντας την δυνατότητα να κερδίσουν 100 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, αγόρασαν ξανά τα ζώα τους 4 φορές πιο ακριβά από ότι τα είχανε πουλήσει, και για να το κάνουν αυτό, αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνειο από την τοπική τράπεζα.

Όπως φαντάζεστε, μετά την συναλλαγή οι δύο επιχειρηματίες έφυγαν διακοπές σε έναν φορολογικό παράδεισο της Καραϊβικής, ενώ οι κάτοικοι του χωριού βρέθηκαν υπερχρεωμένοι, απογοητευμένοι, και με τα γαϊδούρια στην κατοχή τους που δεν άξιζαν πλέον τίποτα.

Φυσικά οι αγρότες προσπάθησαν να πουλήσουν τα ζώα για να καλύψουν τα χρέη. Μάταια. Η αξία τους είχε πατώσει. Η τράπεζα λοιπόν κατάσχεσε τα γαϊδούρια και εν συνεχεία τα νοίκιασε στους πρώην ιδιοκτήτες τους.

Ο τραπεζίτης όμως πήγε στον δήμαρχο του χωριού και του εξήγησε ότι εάν δεν ανακτούσε τα κεφάλαια που είχε δανείσει θα κατέρρεε και αυτός, και κατά συνέπεια θα ζητούσε αμέσως το κλείσιμο της ανοικτής πίστωσης που είχε με τον δήμο. Πανικόβλητος ο δήμαρχος και για να αποφύγει την καταστροφή, αντί να δώσει λεφτά στους κατοίκους του χωριού για να καλύψουν τα χρέη τους, έδωσε λεφτά στον τραπεζίτη, ο οποίος παρεμπιπτόντως ήταν κουμπάρος του δημοτικού συμβούλου.

Δυστυχώς όμως ο τραπεζίτης αφού ανέκτησε το κεφάλαιό του, δεν έσβησε το χρέος των κατοίκων, και ούτε το χρέος του δήμου, ο οποίος φυσικά βρέθηκε ένα βήμα πριν την πτώχευση. Βλέποντας τα χρέη να πολλαπλασιάζονται και στριμωγμένος από τα επιτόκια, ο δήμαρχος ζήτησε βοήθεια από τους γειτονικούς δήμους. Αυτοί όμως του έδωσαν αρνητική απάντηση, γιατί όπως του είπαν είχαν υποστεί την ίδια ζημιά με τους δικούς τους γαϊδάρους!!…

Ο τραπεζίτης τότε έδωσε στον δήμαρχο την «ανιδιοτελή» συμβουλή/οδηγία να μειώσει τα έξοδα του δήμου: λιγότερα λεφτά για τα σχολεία, για το νοσοκομείο του χωριού, για την δημοτική αστυνομία, κατάργηση των κοινωνικών προγραμμάτων, της έρευνας, μείωση της χρηματοδότησης για καινούρια έργα υποδομών. Αυξήθηκε η ηλικία συνταξιοδότησης, απολύθηκαν οι περισσότεροι υπάλληλοι του δημαρχείου, έπεσαν οι μισθοί και αυξήθηκαν οι φόροι.

Ήταν έλεγε αναπόφευκτο, αλλά υποσχόταν με αυτές τις διαρθρωτικές αλλαγές «να βάλει τάξη στη λειτουργία του δημοσίου, να βάλει τέλος στις σπατάλες» και να ηθικοποιήσει το εμπόριο των γαϊδάρων.

Η ιστορία άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα όταν μαθεύτηκε πως οι δυο επιχειρηματίες και ο τραπεζίτης είναι ξαδέρφια και μένουν μαζί σε ένα νησί κοντά στις Μπαχάμες, το οποίο και αγόρασαν με τον ιδρώτα τους.

Ονομάζονται οικογένεια Χρηματοπιστωτικών Αγορών, και με μεγάλη γενναιότητα προσφέρθηκαν να χρηματοδοτήσουν την εκλογική εκστρατεία των δημάρχων των χωριών της περιοχής.

Σε κάθε περίπτωση η ιστορία δεν έχει τελειώσει γιατί κανείς δεν γνωρίζει τι έκαναν μετά οι αγρότες. Εσύ τι θα έκανες στην θέση τους; Τι θα κάνεις εσύ;
_______________________
ΣΗΜ.1. Ωραία δεν εξηγεί τί συμβαίνει σήμερα στο γαλάζιο μας πλανήτη;
ΣΗΜ.2. το είχα μεταφέρει το 2011 (απο μια σελίδα που δεν υπάρχει πια) εδώ. -->> https://rodia.wordpress.com/2011/10/29/donkey-crisis/

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

16/01/2010 «Η Γερμανία φταίει για την κρίση στην Ελλάδα» (στερνή μου γνώση, να σ' είχα πρώτα)

Την ευθύνη της Γερμανίας για την κρίση της Ελλάδας υπογραμμίζει στα «ΝΕΑ» ο Γερμανός Χάινερ Φλάσμπεκ, κορυφαίος οικονομολόγος της Διαρκούς Συνόδου του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη UΝCΤΑD που εδρεύει στη Γενεύη.

Για τη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ», ο Φλάσμπεκ ζήτησε από το τμήμα της στατιστικής υπηρεσίας του τα στοιχεία για την Ελλάδα. Η εικόνα που δίνουν μιλά από μόνη της: το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια έχει εκτοξευτεί «με μία απίστευτη ταχύτητα σε ένα απίστευτο επίπεδο». Το 2008 έφτασε στο 19% του ΑΕΠ, ένα μέγεθος που «υπό κανονικές συνθήκες παλαιότερα λέγαμε ότι η χώρα- αν δεν έχει χρεοκοπήσει- έχει χάσει τόσο πολύ έδαφος στον διεθνή ανταγωνισμό, ώστε πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλη υποτίμηση. Είναι μεγέθη που έχουν οι χώρες της Βαλτικής, η Ρουμανία, η Βουλγαρία. Η Ελλάδα όμως δεν μπορεί να καταφύγει στο εργαλείο της υποτίμησης». Βεβαίως, λέει ο Φλάσμπεκ, για να φτάσει μία χώρα σε τέτοιο σημείο υπάρχουν και δημοσιονομικά προβλήματα.

Όμως την ώρα που η Ελλάδα συσσώρευε ένα υπέρογκο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η Γερμανία αποκτούσε ένα υπέρογκο πλεόνασμα. Αυτό «ερμηνεύει μέχρις ενός σημείου και το δημοσιονομικό έλλειμμα», λέει ο Φλάσμπεκ, διότι «το ένα έλλειμμα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το άλλο», ως δίδυμο έλλειμμα, δημοσιονομικό και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δεν είναι καθαρά ελληνικό πρόβλημα, είναι «γενικότερο πρόβλημα για χώρες όπως Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, ακόμα και Γαλλία».

Και το πρόβλημα αυτό, κατά τον κορυφαίο οικονομολόγο της UΝCΤΑD, έχει μία αιτία: «Την έντονη συμπίεση (ντάμπινγκ) των μισθών που ακολούθησε η Γερμανία στο πλαίσιο της ευρωζώνης».

«Θα διαλύσει την ΟΝΕ». Η Γερμανία δεν μπορεί να συνεχίσει το ντάμπινγκ στους μισθούς, γιατί «θα διαλύσει την ΟΝΕ», λέει ο Φλάσμπεκ. Σχετικό άρθρο του δημοσίευσε η εφημερίδα «Financial Τimes Deutschland» (11.12.09) και ήταν εξαίρεση στην αρνητική κάλυψη από τον γερμανικό Τύπο. Τώρα, η έγκυρη εβδομαδιαία εφημερίδα «Die Ζeit» στο τελευταίο της πρωτοσέλιδο που κοσμεί τη σημαία της Ελλάδας με τη σφραγίδα «πτώχευση», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το «ντόμινο για τον δρόμο της χρεοκοπίας που πήραν Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία δεν άρχισε από τις εκθέσεις του οίκου αξιολόγησης Fitch στο Λονδίνο, αλλά από τους μισθούς των επιχειρήσεων στη Γερμανία». Ο Χ. Φλάσμπεκ τονίζει ότι με τον τρόπο αυτό «η Γερμανία απέσπασε τεράστια πλεονεκτήματα μέσα στην ευρωζώνη έναντι κυρίως των χωρών του Νότου και κυρίως έναντι της Ελλάδας».

Θα έπρεπε και η Γερμανία να ακολουθήσει τον γενικό κανόνα στην εξέλιξη των μισθών, στον οποίο οικοδομήθηκε η ΟΝΕ, και περιλαμβάνεται και στη Συνθήκη του Μάαστριχ: 2% πληθωρισμός συν το εθνικό ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας. Ο κανόνας αυτός «αγνοήθηκε πλήρως από τη Γερμανία».

Αποκαλυπτικά είναι τα αποτελέσματα μεγάλης έρευνας που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα το περιοδικό «Stern». Η έρευνα δείχνει ότι στα μισά από τα 100 συνήθη επαγγέλματα στη Γερμανία, οι μισθοί είναι χαμηλότεροι απ΄ ό,τι το 1990, αν υπολογιστεί και το ποσοστό πληθωρισμού μέχρι σήμερα («Stern» 2/2010).

«Άμεση λύση το ευρωομόλογο». Η άμεση συνταγή για την Ελλάδα είναι η έκδοση ευρωομόλογου, διότι «είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα», λέει ο Χ. Φλάσμπεκ. «Αγνοήστε τους οίκους αξιολόγησης», διότι «είναι αστείο» να δέχεται η Ευρώπη να της υπαγορεύουν τι επιτόκια θα πληρώσει η Ελλάδα. Ο προηγούμενος υπουργός Οικονομικών Πέερ Στάινμπρουκ απέρριψε τη λύση ως «ακριβή για τη Γερμανία». «Λάθος», λέει ο Χ. Φλάσμπεκ, διότι το ευρωομόλογο θα έχει σίγουρα το ίδιο επιτόκιο με τα γερμανικά ομόλογα. Αντιστρέφει δε το επιχείρημα ότι «θα πληρώσουν οι Γερμανοί τα σπασμένα για τους σπάταλους Έλληνες», τονίζοντας ότι «όσο δεν επιτρέπεται να ζει μια χώρα πάνω από τις δυνατότητές της άλλο τόσο δεν επιτρέπεται να ζει και κάτω από τις δυνατότητές της, όταν έχεις ένα κοινό νόμισμα». Και η Γερμανία αυτό ακριβώς έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια.


«Παραβίασε τη νόρμα που επέβαλε η ΟΝΕ»

Σε έκθεση για την πορεία της ΟΝΕ που δημοσίευσε η FΑΖ, οι οικονομολόγοι της Commerzbank διαπιστώνουν ότι «τα βαθύτερα αίτια των εντάσεων» που καταγράφονται στην Ευρωζώνη και «απειλούν τη συνοχή της» βρίσκονται στις «αποκλίνουσες πορείες» που έχει η ανταγωνιστικότητα των χωρών της περιφέρειας και του πυρήνα (FΑΖ, 8/1/10). «Συμφωνώ», λέει στα «ΝΕΑ» ο Χ. Φλάσμπεκ, τονίζει όμως ότι «για την ανταγωνιστικότητα στον χώρο της Ευρωζώνης το καθοριστικό μέγεθος είναι το μισθολογικό κόστος μονάδας». Το ποσοστό πληθωρισμού που επιτρέπει η ΕΚΤ είναι λίγο κάτω από 2%. Αν συνυπολογιστεί αυτό στο μισθολογικό κόστος μονάδας, ο μέσος όρος αύξησής του στα χρόνια λειτουργίας της ΟΝΕ είναι περίπου στο 21%. Στην Ελλάδα η πραγματική αύξηση ήταν 26%. Στη Γερμανία μόλις 8% και στην ΟΝΕ χωρίς τη Γερμανία 27%.


«Να τεθεί στα αρμόδια όργανα της Ε.Ε.»

O Γερμανός οικονομολόγος Χάινερ Φλάσμπεκ (φωτό), 59 ετών, είναι διευθυντής του Τμήματος Παγκοσμιοποίηση και Στρατηγικές Ανάπτυξης στη Διαρκή Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UΝCΤΑD). Στο διάστημα Οκτωβρίου 1998- Απριλίου 1999 χρημάτισε υφυπουργός Οικονομικών υπό τον Όσκαρ Λαφοντέν στην κυβέρνηση Σρέντερ. Υποστηρίζει πως ενώ φταίει η Γερμανία, έγινε η Ελλάδα «ο καρπαζοεισπράκτορας» στην Ευρώπη και απορεί γιατί δεν τίθεται η διάσταση αυτή από την ελληνική πλευρά στα αρμόδια όργανα της Ε.Ε. Όσο δε για την κριτική των Άγγλων, όπως λέει, «είναι γνωστό ότι βλέπουν χαιρέκακα κάθε πρόβλημα που εμφανίζεται στο ευρώ και την ευρωζώνη».


«Να αποδεχθούν ότι είναι μέρος του προβλήματος»

«Η Γερμανία θα πρέπει να αποδεχθεί ότι είναι μέρος του προβλήματος» έγραψε χθες σε άρθρο του στους «Financial Τimes» ο Σάιμον Τίλφορντ, επικεφαλής οικονομολόγος του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση. Όπως εξηγεί, «το πλεόνασμα μιας χώρας σημαίνει ότι κάποια άλλη αντιμετωπίζει πρόβλημα».

Η Ελλάδα όπως και οι άλλες αδύναμες χώρες, σημειώνει ο κ. Τίλφορντ, δεν μπορούν να τακτοποιήσουν τα δημοσιονομικά τους χωρίς να επιτύχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και για να το πετύχουν αυτό, πρέπει να εξισορροπήσουν τις εμπορικές τους συναλλαγές με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης.

Ο ίδιος ο αρθρογράφος χαρακτηρίζει ως μη αξιόπιστες τις δηλώσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών κ. Β. Σόιμπλε και άλλων, ότι η Ελλάδα και οι υπόλοιπες αδύναμες οικονομίες πρέπει να λύσουν μόνες τους τα προβλήματά τους και σημειώνει ότι αν η ευρωζώνη αποτύχει να βοηθήσει την Ελλάδα, αυτή θα οδηγηθεί σε πτώχευση και η ευρωζώνη θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα.
____________________
ΣΗΜ. το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 16/01/2010 στην εφημερίδα "τα ΝΕΑ" και το διασώζω για μη χαθεί -->> http://www.tanea.gr/news/greece/article/4555553/?iid=2 

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

23. ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (World War I)


Η δύναμη του χρήματος είχε συγκεντρωθεί τώρα σε τεράστια έκταση. Τώρα πλέον ήταν η ώρα για έναν πόλεμο -έναν πραγματικά μεγάλο πόλεμο- στην πραγματικότητα, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Φυσικά, για τους Κεντρικούς Τραπεζίτες, τα πολιτικά ζητήματα του πολέμου δεν μετράνε σχεδόν καθόλου, όσο η δυνατότητα κέρδους από τον πόλεμο.. και τίποτα δεν δημιουργεί περισσότερο χρέος όσο ο πόλεμος. 
 
Η Αγγλία αποτελούσε το καλύτερο παράδειγμα εκείνη την χρονική στιγμή. Κατά τη διάρκεια της περιόδου των 199 χρόνων από την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας και την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό, η Αγγλία βρισκόταν σε πόλεμο για 56 χρόνια. Και τον περισσότερο από τον εναπομείναντα χρόνο προετοιμαζόταν για πόλεμο.
 
Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί Ρόθτσιλντ δάνεισαν χρήματα στους Γερμανούς, οι Βρετανοί Ρόθτσιλντ δάνεισαν χρήματα στους Βρετανούς, και οι Γάλλοι Ρόθτσιλντ δάνεισαν χρήματα στους Γάλλους. Στην Αμερική, ο Τ.Π. Μόργκαν ήταν ο πράκτορας πωλήσεων πολεμικών υλικών και των Βρετανών και των Γάλλων.
 
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, για έξι μήνες, ο Τ.Π Μόργκαν ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων στον κόσμο, ξοδεύοντας 10.000.000 δολάρια την ημέρα. Τα γραφεία του, στον αρ. 23 της Γουόλ Στριτ, ήταν γεμάτα από μεσίτες και πωλητές που προσπαθούσαν να διαπραγματευτούν συμφωνίες. Ηταν τόσο πολλοί, που η Τράπεζα αναγκάστηκε να τοποθετήσει φρουρούς σε κάθε είσοδο του κτιρίου, καθώς και στα σπίτια των συνεργατών της.
 
Πολλοί από τους τραπεζίτες της Ν. Υόρκης κέρδισαν χρήματα από τον Πόλεμο. Ο Πρόεδρος Γουίλσον διόρισε τον Μπέρναρντ Μπαρούχ επικεφαλής του Διοικητικού Συμβουλίου Πολεμικής Βιομηχανίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Τζέϊρνς Πέρλοφ, ο Μπαρούχ και οι Ροκφέλερ κέρδισαν περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια του Πολέμου.
 
Το κέρδος όμως δεν ήταν το μοναδικό κίνητρο. Ο Πόλεμος, για τους τραπεζίτες, αποτελούσε και εκδίκηση. Οι Αργυραμοιβοί ποτέ δεν συγχώρεσαν τους Τσάρους για την υποστήριξή τους στον Λίνκολν κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου. Ακόμη, η Ρωσία ήταν το μοναδικό μεγάλο ευρωπαϊκό έθνος που αρνούνταν να ενδώσει στο ιδιωτικώς ελεγχόμενο κεντρικό τραπεζικό σύστημα. 
 
Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ρωσική επανάσταση γκρέμισε τον τσάρο και εγκατέστησε τη μάστιγα του κομμουνισμού.
 
Ο Τζέϊκομπ Σιφφ, της εταιρείας Κουν και Λεμπ, λίγο πριν πεθάνει καυχήθηκε ότι είχε δαπανήσει 20.000.000 δολάρια για να πετύχει την ήττα του Τσάρου από τους Μπολσεβίκους. Το χρήμα έρρευσε άφθονο από την Αγγλία για να υποστηρίξει τη Ρωσική Επανάσταση. 
 
Για ποιον λόγο μερικοί από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο χρηματοδοτούσαν τον κομμουνισμό, το σύστημα που αποσκοπεί ανοιχτά να καταστρέψει τον Καπιταλισμό που τους είχε κάνει πλούσιους;
Ο ερευνητής Γκάρυ Αλλεν το εξήγησε με τον εξής τρόπο:
  • “Αν κάποιος καταλαβαίνει ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα πρόγραμμα αναδιανομής του πλούτου, αλλά στην πραγματικότητα μια μέθοδος εδραίωσης και ελέγχου του πλούτου, τότε, η φαινομενικά παράδοξη προώθηση του σοσιαλισμού από πάμπλουτους ανθρώπους, δεν φαίνεται καθόλου παράδοξη. Αντιθέτως, γίνεται λογική, γίνεται το τέλειο εργαλείο των μεγαλομανών που κυνηγούν την εξουσία.
  • Ο Κομμουνισμός ή, ακριβέστερα, ο Σοσιαλισμός, δεν είναι ένα κίνημα των καταπιεσμένων μαζών αλλά της οικονομικής ελίτ.” Οπως ο Σκάουσεν το έθεσε στο βιβλίο του “Ο Γυμνός Καπιταλιστής” το 1970:
  • “Η Δύναμη από οποιαδήποτε πηγή, οδηγεί στο να δημιουργείται όρεξη για επιπλέον δύναμη… Ηταν σχεδόν αναπόφευκτο το ότι οι πλούσιοι μια μέρα θα εποφθαλμιούσαν τον έλεγχο όχι μόνο του δικού τους πλούτου αλλά και του πλούτου ολόκληρου του κόσμου.
  • Για να το πετύχουν αυτό, είναι εντελώς πρόθυμοι να ταϊσουν τις φιλοδοξίες πεινασμένων για δύναμη πολιτικών συνωμοτών, που είναι ολόψυχα αφοσιωμένοι στην ανατροπή όλων των υπαρχουσών κυβερνήσεων και κατεστημένων, από μια Κεντρική Παγκόσμια Δικτατορία.” (Cleon Skousen)
Αλλά τί θα γινόταν αν όλοι αυτοί οι επαναστάτες ξέφευγαν από τον έλεγχο και προσπαθούσαν να πάρουν τη δύναμη από τους πολύ πλούσιους;
Στο κάτω κάτω, ήταν ο Μάο Τσε Τουνγκ που εξέφρασε την άποψή του, όσον αφορά την Δύναμη, το 1938:
  • “Η πολιτική Δύναμη μεγαλώνει με την Δύναμη των όπλων.”
Ο άξονας Γουόλ Στριτ – Λονδίνου, αποφάσισε να πάρει το ρίσκο. Οι αρχικοί σχεδιαστές αποπειράθηκαν να ελέγξουν τις κομμουνιστικές επαναστατικές ομάδες, ταϊζοντάς τες με τεράστιες ποσότητες χρήματος, όταν υπάκουαν και μείωναν τα αποθέματα χρήματός τους, ή χρηματοδοτούσαν τους αντιπάλους τους σε περίπτωση που ξέφευγαν από τον έλεγχο. 
 
Ο Λένιν είχε αρχίσει να το καταλαβαίνει αυτό, αν και ήταν ο απόλυτος δικτάτορας της νέας Σοβιετικής Ενωσης, δεν κινούσε ο ίδιος τα χρηματοοικονομικά νήματα, κάποιοι άλλοι είχαν σιωπηλά τον έλεγχο της οικονομίας στη Σοβιετική Ενωση:
  • “Το κράτος δεν λειτουργεί όπως το επιθυμούσαμε. Το αυτοκίνητο δεν υπακούει. Ενας άνθρωπος είναι στο τιμόνι και φαίνεται ότι το οδηγεί, αλλά το αυτοκίνητο δεν οδηγείται στην επιθυμητή κατεύθυνση. Κινείται όπως μια άλλη δύναμη επιθυμεί.”
Ποιος είναι πίσω από αυτό; Ο αντιπρόσωπος Λούις Μακ Φάντεν, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Νομίσματος Τραπεζών και Οίκων το 1920 και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Οικονομικής Υφεσης τη δεκαετία του ‘30, εξήγησε το παρασκήνιο ως εξής:
  • “Το διάβα της Ρωσικής Ιστορίας έχει, πράγματι, επηρεαστεί από τις λειτουργίες των Διεθνών Τραπεζιτών… Στη Σοβιετική Κυβέρνηση έχουν δοθεί κεφάλαια από το Υπουργείο Οικονομικών μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της FED… που ενήργησε μέχω της Τράπεζας Chase.
  • Η Αγγλία έχει προμηθευτεί χρήματα από εμάς, μέσω των Ομοσπονδιακών Τραπεζών και τα έχει ξαναδανείσει με υψηλά επιτόκια στην Σοβιετική Κυβέρνηση… Το φράγμα του Ντιέπερ-στόρυ οικοδομήθηκε με παράνομα κεφάλαια που πάρθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ από το αλλοιωμένο και διεφθαρμένο Διοικητικό Συμβούλιο της FED και τις Ομοσπονδιακές Αποθεματικές Τράπεζες.”
Με άλλα λόγια, η FED και η Τράπεζα της Αγγλίας κάτω από τις εντολές των Διεθνών Τραπεζιτών που είχαν τον έλεγχό τους, δημιουργούσαν ένα τέρας που θα τροφοδοτούσε με καύσιμα 7 δεκαετίες την πρωτοφανή Κομμουνιστική Επανάσταση και -το πιο σημαντικό- το χρέος. 
 
Σε περίπτωση που νομίζετε ότι οι Αργυραμοιβοί άφησαν να τους ξεφύγει ο έλεγχος του κομμουνισμού, το 1992 η εφημερίδα “Washington Times” ανέφερε ότι ο Ρώσος Πρόεδρος Μπόρις Γιέλτσιν ήταν αναστατωμένος επειδή η περισσότερη βοήθεια από το εξωτερικό μειωνόταν: “πήγαινε κατευθείαν στις Δυτικές Τράπεζες για εξόφληση του Χρέους”. 
 
Κανένας λογικά σκεπτόμενος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ένας πόλεμος τόσο μεγάλος, όσο ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οφειλόταν σε μια και μόνο αιτία. Οι πόλεμοι είναι πολυσύνθετα πράγματα με πολλά αίτια. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν το ίδιο ανόητο να αγνοήσει κάποιος ως την πρωταρχική αιτία του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου εκείνους που θα ωφελούνταν περισσότερο από αυτόν τον πόλεμο.
 
Ο ρόλος των Αργυραμοιβών δεν είναι μια άγρια θεωρία συνωμοσίας. Είχαν ένα κίνητρο, ένα μικρής εμβέλειας, αυτοεξυπηρέτησης, κίνητρο, όπως επίσης και μεγάλου βεληνεκούς κίνητρα πολιτικά, προώθησης Ολοκληρωτικών Καθεστώτων με τους Αργυραμοιβούς να διατηρούν την χρηματοοικονομική επιρροή για να ελέγχουν οποιουσδήποτε πολιτικούς μπορεί να αναδύονταν ως ηγέτες.
 
Στη συνέχεια, θα δούμε ποιος είναι ο τελικός πολιτικός στόχος των Αργυραμοιβών για τον Πλανήτη.
 
(από περίπου 2:11’:18’’ μέχρι το 2:18’:38’’)

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

22. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ FED ΤΟ 1913 (Fed Act of 1913)



Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, οι Δημοκρατικοί ήταν προσεκτικοί στο να προσποιηθούν ότι αντιτάσσονται στον Νόμο του Ολντριτζ. Οπως ο εκπρόσωπος Λούις Μακ Φάντεν, ως Δημοκρατικός και ως πρόεδρος της Επιτροπής Τραπεζικών Εργασιών κατοικιών και Νομίσματος, εξήγησε είκοσι χρόνια αργότερα:
  • “Ο Νόμος του Ολντριτζ καταδικάστηκε στη βάση του… όταν ο Γούντροου Γουίλσον έθεσε υποψηφιότητα… Οι άνδρες που διοικούσαν το Δημοκρατικό Κόμμα υποσχέθηκαν στον κόσμο ότι, αν επέστρεφαν αυτοί στην εξουσία, δεν θα ιδρυόταν καμιά Κεντρική Τράπεζα όσο αυτοί θα ήταν στην εξουσία. Δεκατρείς μήνες αργότερα η συμφωνία έσπασε και η διοίκηση του Γουίλσον υπό την κηδεμονία εκείνων των φαύλων μορφών της Γουόλ Στριτ, που στέκονταν πίσω από το Σπίτι του Συνταγματάρχη (Colonel House), έχουν εγκατασταθεί εδώ, στην ελεύθερη χώρα μας, τα σκουλήκια του μοναρχικού οργάνου, της “Τράπεζας του Βασιλιά”, ώστε να μας ελέγξουν από την κορφή ως τα νύχια και να μας αλυσοδέσουν από την κούνια ως τον τάφο.”
Οταν ο Γουίλσον εκλέχθηκε, ο Μόργκαν, ο Γουόρμπουργκ, ο Μπαρούχ και οι υπόλοιποι τραπεζίτες προώθησαν αυτό που ο Γουόρμπουργκ ονόμασε Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα. 

Η Δημοκρατική ηγεσία χαιρέτισε τον νέο Νόμο, που ονομάστηκε “Νόμος των Γκλας-Οουεν”, σαν κάτι διαφορετικό από τον Νόμο του Ολντριτζ. Στην πραγματικότητα όμως, ο Νόμος αυτός ήταν σχεδόν ταυτόσημος σε κάθε σημαντική του λεπτομέρεια. Επίσης, τόσο μαζικές ήταν οι αρνήσεις των Δημοκρατικών για τις ομοιότητες, που ο Πωλ Γουόρμπουργκ -ο “πατέρας” και των δύο Νόμων- έπρεπε να πάει ο ίδιος στο Κογκρέσο και να καθησυχάσει τους πληρωμένους φίλους του ότι οι δύο Νόμοι ήταν σχεδόν ταυτόσημοι:
  • “Βουρτσίζοντας στις άκρες τις εξωτερικές διαφορές, πλήττοντας τους “φλοιούς”, βρίσκουμε τις ομοιότητες των δύο συστημάτων, τα οποία μοιάζουν πολύ και είναι συναφή το ένα με το άλλο.”
Αλλά, η εισαγωγή ήταν για ιδιωτική κατανάλωση μόνον. Δημοσίως, το “Καρτέλ του Χρήματος” έστειλε σε ταξίδι τον γερουσιαστή Ολντριρζ και τον Βάντερλιπ, τον Πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας των Ροκφέλερ της πόλης της Ν. Υόρκης, καθώς και έναν από τους επτά που είχαν πάρει μέρος στη συγκέντρωση στην Νήσο Τζέκυλ, να αντιταχθεί στο Νέο Ομοσπονδιακό Σύστημα Αποθεματικών.
Εντούτοις, λίγα χρόνια αργότερα ο Βάντερλιπ ανέφερε στην εφημερίδα Saturday Evening Post ότι τα μέτρα ήταν σχεδόν ταυτόσημα:

“Αν και το Ομοσπονδιακό Σχέδιο Αποθεματικών του Ολντριτζ είχε ηττηθεί όταν επιβαρύνθηκε με το όνομα Ολντριτζ, όλα τα βασικά του σημεία περιέχονταν στο σχέδιο το οποίο τελικά εγκρίθηκε.”

Καθώς στο Κογκρέσο πλησίαζε η ψηφοφορία, κάλεσαν τον πληρεξούσιο του Οχάιο, τον Αλφρεντ Κρόζιες, να εξετάσει. Ο Κρόζιες σημείωσε τις ομοιότητες ανάμεσα στον Νόμο του Ολντριτζ και σε αυτόν των Γκλας-Οουεν:
  • “Ο… Νόμος αντιπροσωπεύει μόνον αυτό που η Γουόλ Στριτ και οι μεγάλες Τράπεζες εδώ και 25 χρόνια πασχίζουν να πετύχουν -ιδιωτικό δηλαδή, αντί δημόσιο έλεγχο του χρήματος. Ο Νόμος των Γκλας-Οουεν θεσπίζει ό,τι και ο Νόμος του Ολντριτζ. Και τα δυο αυτά μέτρα αφαιρούν, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τον λαό, τη δυνατότητα ενός αποτελεσματικού ελέγχου πάνω στο Δημόσιο Χρήμα, δίνει την επικίνδυνη αποκλειστικότητα της δημιουργίας χρήματος στις Τράπεζες, κάνοντας το χρήμα των ανθρώπων πολύ ή λίγο.”
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης πάνω στο θέμα, Γερουσιαστές διαμαρτυρήθηκαν ότι οι μεγάλες Τράπεζες χρησιμοποιούν την οικονομική τους δύναμη για να ελέγξουν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. 

“Υπάρχουν τραπεζίτες στη χώρα αυτή που είναι εχθροί της Δημόσιας ευημερίας”, είπε ένας Γερουσιαστής. Τι υποεκτίμηση των γεγονότων!

Παρά τις κατηγορίες για δόλο και διαφθορά, ο Νόμος πέρασε τελικά, στις 22 Δεκεμβρίου 1913, αφού οι περισσότεροι Γερουσιαστές είχαν φύγει από την πόλη για διακοπές, μετά τη διαβεβαίωση της ηγεσίας ότι τίποτε δεν θα αποφασιζόταν πριν από το τέλος των χριστουγεννιάτικων διακοπών.

Την ημέρα που πέρασε ο Νόμος, ο βουλευτής του Κογκρέσου Λίντμπεργκ προφητικά προειδοποίησε τους συμπατριώτες του:
  • “Ο Νόμος αυτός εγκαθιστά το μεγαλύτερο Καρτέλ Χρήματος στον πλανήτη. Οταν ο Πρόεδρος υπογράψει τον Νόμο αυτόν, η αόρατη κυβέρνηση της Νομισματικής Δύναμης θα νομιμοποιηθεί. Ο κόσμος μπορεί να μη το μάθει αμέσως, αλλά η ημέρα της αναμέτρησης μετακινήθηκε μονάχα μερικά χρόνια… Το χειρότερο νομοθετικό έγκλημα όλων των εποχών διαπράττεται με την ψήφιση αυτού του Τραπεζικού Νόμου.”
Στην κορυφή όλων αυτών, μόλις μερικές εβδομάδες νωρίτερα, το Κογκρέσο είχε ψηφίσει τελικά ένα Νόμο που νομιμοποιούσε τον φόρο εισοδήματος. Γιατί ήταν σημαντικός ο φόρος εισοδήματος; Επειδή οι τραπεζίτες είχαν σε ισχύ ένα σύστημα, το οποίο θα δημιουργούσε ένα σχεδόν απεριόριστο Ομοσπονδιακό Χρέος. 

Πώς ο τόκος αυτός θα ξεπληρωνόταν, χωρίς να είναι πρόβλημα το κεφάλαιο; Θυμηθείτε, μια ιδιωτικώς ελεγχόμενη Κεντρική Τράπεζα δημιουργεί το κεφάλαιο χωρίς αποθεματικά. 

Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση ήταν τότε μικρή. Εως τότε, είχε θεσπίσει μόνο δασμολόγια και φόρους. Τώρα, όπως ακριβώς και με την Τράπεζα της Αγγλίας, οι πληρωμές έπρεπε να είναι εγγυημένες με την άμεση φορολογία των πολιτών.
Οι Αργυραμοιβοί γνώριζαν ότι, αν έπρεπε να στηριχθούν σε εισφορές από τις Πολιτείες, στο τέλος τα μεμονωμένα κρατικά νομοθετικά σώματα θα επαναστατούσαν αρνούμενα να πληρώσουν τον τόκο του δικού τους χρήματος ή, τουλάχιστον, θα ασκούσαν πιέσεις για να κρατήσουν το χρέος μικρό. 

Είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε ότι το 1895 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει έναν παρόμοιο Νόμο φόρου εισοδήματος ως αντισυνταγματικό. Το Ανώτατο Δικαστήριο καταδίκασε έναν ακόμη εταιρικό φόρο εισοδήματος ως αντισυνταγματικό το 1909. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να επισπεύσει ο Γερουσιαστής Ολντριτζ μια συνταγματική τροποποίηση, νομιμοποιώντας τον φόρο εισοδήματος μέσω του Κογκρέσου. 

Η προτεινόμενη 16η τροπολογία του Συντάγματος στάλθηκε στη συνέχεια για έγκριση από τους νομοθέτες του κράτους, αλλά μερικοί κριτές αναφέρουν ότι η 16η τροπολογία δεν επικυρώθηκε ποτέ από τα απαιτούμενα ¾ των Πολιτειών. Με άλλα λόγια, η 16η Τροπολογία ίσως να μην είναι νόμιμη.

Οι Αργυραμοιβοί δεν είχαν καμία διάθεση να συζητήσουν τα πρόστιμα. Τον Οκτώβριο του 1913, ο Γερουσιαστής Ολντριτζ είχε επισπεύσει τον νόμο φόρου εισοδήματος μέσω του Κογκρέσου. 

Χωρίς την δύναμη να φορολογήσει άμεσα τους πολίτες και, παρακάμπτοντας τις Πολιτείες, ο Ομοσπονδιακός Αποθεματικός Νόμος θα ήταν πολύ λιγότερο χρήσιμος σε εκείνους που ήθελαν να οδηγήσουν την Αμερική βαθειά στο Χρέος, που αυτοί οι ίδιοι θα δημιουργούσαν.

Ενα χρόνο αφού ψηφίστηκε ο Ομοσπονδιακός Αποθεματικός Νόμος, ο Βουλευτής Λίντμπεργκ εξήγησε πώς η FED δημιούργησε αυτό που αποκαλείται “Επιχειρηματικός Κύκλος” και πώς χρησιμοποιήθηκε προς όφελος των Κεντρικών Τραπεζιτών:
  • “Για να προκαλέσουν υψηλές τιμές, όλοι οι παράγοντες της FED θα χαμηλώσουν το ποσοστό αναπροεξόφλησης των επιτοκίων… παράγοντας μια επέκταση της πίστωσης και μια ανερχόμενη χρηματιστηριακή αγορά, στη συνέχεια, όταν… οι επιχειρηματίες προσαρμοσθούν σε αυτές τις συνθήκες, αυτό μπορεί να ελέγξει... την ευημερία στη μέση απασχόληση με την αυθαίρετη αύξηση του ρυθμού των τόκων.
  • Αυτό μπορεί να οδηγήσει το εκκρεμές μιας αυξανόμενης και μειούμενης αγοράς να αιωρείται απαλά πέρα δώθε με μικρές αλλαγές στο ποσοστό έκπτωσης ή προκαλώντας διακυμάνσεις από μια μεγαλύτερη παραλλαγή ποσοστού και, σε κάθε περίπτωση, θα διαθέτει εσωτερικές πληροφορίες όσον αφορά τους χρηματοοικονομικούς όρους και προηγμένη γνώση της ερχόμενης αλλαγής, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω.
  • Αυτό είναι το πιο παράξενο, το πιο επικίνδυνο πλεονέκτημα, που πήγε στα χέρια μιας ειδικής προνομιούχας τάξης, από τις μέχρι τώρα κυβερνήσεις.
  • Το Σύστημα είναι Ιδιωτικό, για να εκτελεί ως μόνο σκοπό την απόκτηση τα μέγιστα πιθανά κέρδη για τους τραπεζίτες από τη χρήση του χρήματος των υπολοίπων ανθρώπων.
  • Γνωρίζουν εκ των προτέρων πότε να δημιουργήσουν οικονομικούς Πανικούς προς όφελός τους. Γνωρίζουν επίσης πότε πρέπει να σταματήσουν τον οικονομικό Πανικό. Ο πληθωρισμός και ο αποπληθωρισμός λειτουργούν εξίσου καλά γι αυτούς, όταν ελέγχουν την χρηματοδότηση...”
Ο Βουλευτής του Κογκρέσου Τσαρλς Λίντμπεργκ ήταν σωστός σε όλα τα σημεία. Αυτό που δεν συνειδητοποίησε ήταν ότι τα περισσότερα Ευρωπαϊκά έθνη είχαν ήδη γίνει θηράματα των Κεντρικών Τραπεζιτών δεκαετίες ή αιώνες νωρίτερα. Αλλά αναφέρει επίσης το ενδιαφέρον στοιχείο ότι μόλις ένα χρόνο αργότερα η FED είχε στηρίξει την αγορά στον χρυσό. Το έθεσε ως εξής:
  • “Ηδη οι Ομοσπονδιακές Τράπεζες έχουν στριμώξει τον χρυσό και τα πιστοποιητικά χρυσού...”
Ο βουλευτής Λίντμπεργκ δεν ήταν ο μόνος επικριτής της FED. Ο βουλευτής Μακ Φάντεν, πρόεδρος της Τραπεζικής Επιτροπής Κατοικιών από το 1920 έως το 1931, παρατήρησε ότι ο Ομοσπονδιακός Αποθεματικός Νόμος έγινε για τους εξής λόγους:
  • “Ενα πολύ δυνατό κράτος ελεγχόμενο από τους Διεθνείς Τραπεζίτες και από τους Διεθνείς Βιομήχανους ενεργούν μαζί για να σκλαβώσουν τον κόσμο για προσωπική τους ευχαρίστηση.”
Σημειώστε το πώς είδε ο Μακ Φάντεν τον διεθνή χαρακτήρα των μετόχων της FED.
Ενας ακόμη Πρόεδρος της ίδιας Επιτροπής το 1960, ο Ράϊτ Πάτμαν από το Τέξας, το έθεσε ως εξής:
  • “Στις ΗΠΑ σήμερα έχουμε στην πραγματικότητα δυο κυβερνήσεις… Εχουμε την κανονική Κυβέρνηση… Στη συνέχεια έχουμε μια ανεξάρτητη, ανεξέλεγκτη και ασυντόνιστη κυβέρνηση στο Ομοσπονδιακό Σύστημα Αποθεματικών, που ελέγχει τη δύναμη του χρήματος, το οποίο είναι κατοχυρωμένο στο Κογκρέσο από το Σύνταγμα.”
Ακόμα και ο εφευρέτης του ηλεκτρικού λαμπτήρα, κλπ., ο Τόμας Εντισον, ενώθηκε με αυτούς που ασκούσαν κριτική στο Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα:
  • “Αν το έθνος μας μπορεί να εκδώσει ένα ομόλογο δολαρίων, μπορεί να εκδώσει και έναν Νόμο του δολαρίου. Το στοιχείο που κάνει καλό το ομόλογο, κάνει επίσης καλό και τον Νόμο. Η διαφορά μεταξύ Ομολόγου και Νόμου είναι ότι το ομόλογο αφήνει τους “μεσίτες του χρήματος” να μαζεύουν το διπλάσιο ποσό και ένα 20% επιπλέον, δεδομένου ότι το νόμισμα πληρώνει όχι άλλον παρά εκείνους που συμβάλλουν άμεσα με κάποιον χρήσιμο τρόπο. Είναι παράλογο να λες ότι η χώρα μας μπορεί να εκδώσει 30 εκατομμύρια δολάρια σε Ομόλογα και όχι 30 εκατομμύρια δολάρια σε νομίσματα. Και τα δύο είναι υποσχέσεις πληρωμής, αλλά η μια υπόσχεση παχαίνει τους τοκογλύφους και η άλλη βοηθάει τους ανθρώπους.”
Τρία χρόνια μετά την ψήφιση του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Νόμου, ακόμα και ο Πρόεδρος Γουίλσον άρχισε να ξανασκέφτεται σχετικά με το τί είχε απελευθερώσει κατά την πρώτη θητεία του:
  • “Φτάσαμε στο σημείο να είμαστε μια από τις εντελώς ελεγχόμενες Κυβερνήσεις στον πολιτισμένο κόσμο -δεν είμαστε πλέον μια Κυβέρνηση ελεύθερης άποψης, όχι πια μια κυβέρνηση εκλεγμένη από την πλειοψηφία, αλλά μια κυβέρνηση της άποψης και του εξαναγκασμού μιας μικρής ομάδας κυρίαρχων ανδρών.
  • Μερικοί από τους σημαντικότερους άνδρες στις ΗΠΑ, στους τομείς του εμπορίου και της βιομηχανίας, φοβούνται, φοβούνται κάτι. Γνωρίζουν ότι υπάρχει εκεί έξω μια δύναμη τόσο οργανωμένη, τόσο ανεπαίσθητη, τόσο προσεκτική, αλληλοσυνδεόμενη, τόσο πλήρης, τόσο κυρίαρχη, που καλύτερα να μη μιλάνε δυνατά όταν μιλούν για την καταδίκη της.”
Πριν από τον θάνατό του, το 1924, ο Πρόεδρος Γουίλσον συνειδητοποίησε το πλήρες μέγεθος της ζημιάς που είχε κάνει στην Αμερική, όταν ομολόγησε:
  • “Εχω ακούσια ερειπώσει την κυβέρνησή μου.”
Τελικά λοιπόν, οι Αργυραμοιβοί, εκείνοι που κερδίζουν χειραγωγώντας το ποσό του χρήματος που κυκλοφορεί, είχαν τη δική τους ιδιωτικά ελεγχόμενη Κεντρική Τράπεζα, εγκατεστημένη στην Αμερική. 

Οι μεγαλύτερες εφημερίδες (τις οποίες οι ίδιοι ελέγχουν) χαιρέτησαν πανηγυρικά τον Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Νόμο του 1913, λέγοντας στο κοινό ότι “τώρα πλέον οι οικονομικές κρίσεις θα μπορούν να αποτρέπονται με επιστημονικό τρόπο”. Η αλήθεια είναι ότι τώρα οι οικονομικές κρίσεις θα μπορούν να δημιουργούνται με επιστημονικό τρόπο.

(από περίπου 1:59’:43’’ μέχρι το 2:11’:18’’)

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

21. Η ΝΗΣΟΣ ΤΖΕΚΥΛ (Jekyll Island)


Μετά την οικονομική κρίση, ως απάντηση στον Πανικό του 1907, ο Τέντυ Ρούσβελτ έκανε μια μετατροπή στον Νόμο δημιουργώντας κάτι που ονομάστηκε Εθνική Νομισματική Επιτροπή. Η Επιτροπή αυτή επρόκειτο να ερευνήσει το τραπεζικό πρόβλημα και να υποβάλλει προτάσεις στο Κογκρέσο για την επίλυσή του.

Φυσικά, η Επιτροπή στελεχώθηκε με φίλους του Μόργκαν. Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο γερουσιαοτής Νέλσον Ολντριτζ από το νησί Ρόουντ. Ο Ολντριτζ αντιπροσώπευε το Νιούπορτ, όπου βρισκόντουσαν οι κατοικίες των πλουσιώτερων οικογενειών τραπεζιτών της Αμερικής.

Η κόρη του είχε παντρευτεί τον γιο του Τζον Ροκφέλλερ του νεώτερου και είχαν αποκτήσει πέντε γιους, τον Τζον, τον Νέλσον (που έγινε αντιπρόεδρος το 1974), τον Λόρενς, τον Γουίνθορπ και τον Ντέιβιντ, τον επικεφαλής του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, CFR, και πρώην διευθυντή της Chase Manhattan Bank.

Μόλις ιδρύθηκε η Εθνική Νομισματική Επιτροπή, ο Γερουσιαστής Αλντριχ στάλθηκε αμέσως σε ένα ταξίδι δυο χρόνων στην Ευρώπη, όπου θα μπορούσε να συμβουλευτεί επί μακρόν με τους κεντρικούς Τραπεζίτες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας. Το κόστος του ταξιδιού του χωρίς τους φόρους έφτασε τα 300.000 δολάρια, ένα ποσό αστρονομικό για την εποχή εκείνη.

Λίγο μετά την επιστροφή του, το απόγευμα της 22ας Νοεμβρίου 1910, κάποιοι από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους άνδρες της Αμερικής επιβίβασαν τον γερουσιαστή Ολντριτζ σε μια ιδιωτική αμαξοστοιχία και με αυστηρότατη μυστικότητα ταξίδεψαν στο νησί Τζέκυλ, απέναντι από την ακτή της Πολιτείας Τζόρτζια.

Με την ομάδα ήρθε και ο Πολ Γουόρμπουργκ, στον οποίο δινόταν ετήσιος μισθός 500.000 δολάρια για να σχηματίζει λόμπυ υπέρ της ίδρυσης μιας ιδιωτικά ελεγχόμενης κεντρικής τράπεζας στην Αμερική, από την εταιρεία επενδύσεων Κουν, Λεμπ, και Σία. Ο συνεργάτης του Γουόρμπουργκ στην εταιρεία αυτή ήταν κάποιος Τζέικομπ Σιφφ, ο εγγονός εκείνου που μοιράστηκε το σπίτι της “Πράσινης Ασπίδας” με την οικογένεια Ρόθτσιλντ στην Φρανκφούρτη.

Ο Σιφφ, όπως θα διαπιστώσουμε αργότερα, ξόδεψε 20 εκατομμύρια δολάρια για να χρηματοδοτήσει την ανατροπή του Τσάρου της Ρωσίας.

Αυτές οι τρεις οικογένειες ευρωπαίων τραπεζιτών, οι Ρόθτσιλντ, οι Γουόρμπουργκ και οι Σιφφ, ήταν συνδεδεμένες με γάμους μεταξύ τους, κατά τη διάρκεια των χρόνων, όπως ακριβώς και οι αμερικανοί ομόλογοί τους, οι Μόργκαν, οι Ροκφέλλερ και οι Ολντριτζ.

Η μυστικότητα ήταν τόσο σφιχτή, που και οι επτά αρχικοί συμμετέχοντες είχαν προειδοποιηθεί να χρησιμοποιούν μόνο τα αρχικά των ονομάτων τους ως πρόληψη, ώστε να μη καταλάβουν οι υπάλληλοι την ταυτότητά τους.

Μερικά χρόνια αργότερα ένας συμμετέχων, ο Φρανκ Βάντερλιπ, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Νέας Υόρκης και εκπρόσωπος της οικογένειας Ροκφέλλερ, επιβεβαίωσε το ταξίδι στη νήσο Τζέκυλ, στις 9 Φεβρουαρίου 1935:

“Ημουν υπό μυστικότητα -στην πραγματικότητα, κρυφά- όπως κάθε συνομώτης… Το να μας ανακαλύψουν, γνωρίζαμε απλώς ότι δεν έπρεπε να συμβεί, αλλιώς όλες οι προσπάθειές μας όλων αυτών των χρόνων θα χαραμίζονταν. Αν αποκαλυπτόταν ότι η ομάδα μας είχε συναντηθεί και δημιουργήσει έναν καινούργιο Τραπεζικό Νόμο, τότε αυτός ο Νόμος δεν θα είχε καμία πιθανότητα να εγκριθεί και να περάσει από το Κογκρέσο”.

Οι συμμετέχοντες είχαν έρθει στο νησί Τζέκυλ με σκοπό να σχεδιάσουν το πώς θα λύσουν το μεγαλύτερο πρόβλημά τους, το πώς δηλαδή θα επαναφέρουν μια ιδιωτικά ελεγχόμενη Κεντρική Τράπεζα. Υπήρχαν όμως και άλλα προβλήματα που έπρεπε να λυθούν επίσης.

Πρώτα απ’ όλα, το μερίδιο αγοράς των μεγάλων Εθνικών Τραπεζών ελαττωνόταν γρήγορα. Τα πρώτα δέκα χρόνια του αιώνα, ο αριθμός των Τραπεζών των ΗΠΑ είχε υπερδιπλασιαστεί σε πάνω από 20.000.

Το 1913, μόνο το 29% όλων των τραπεζών ήταν Εθνικές Τράπεζες και αυτές κατείχαν το 57% όλων των αποθεματικών του έθνους. Οπως ο Γερουσιαστής Ολντριτζ ομολόγησε αργότερα σε ένα άρθρο του σε περιοδικό:

“Πριν περάσει αυτή η Πράξη Νόμου, οι τραπεζίτες της Νέας Υόρκης μπορούσαν να κυριαρχήσουν μόνο στα αποθεματικά της Νέας Υόρκης. Τώρα, είμαστε ικανοί να κυριαρχήσουμε στα αποθεματικά ολόκληρης της χώρας”.

Κατά συνέπεια, κάτι έπρεπε να γίνει ώστε να φέρουν υπό τον έλεγχό τους αυτές τις νέες τράπεζες. Οπως ο Τζον Ροκφέλλερ το έθεσε:
“Ο ανταγωνισμός είναι αμάρτημα”.

Δεύτερον, η Εθνική οικονομία ήταν τόσο ισχυρή που οι εταιρείες είχαν ξεκινήσει να χρηματοδοτούν τις επεκτάσεις τους από τα κέρδη τους, αντί να παίρνουν τεράστια δάνεια από μεγάλες τράπεζες.

Τα πρώτα δέκα χρόνια του νέου αιώνα, το 70% των εταιρικών χρηματοδοτήσεων προερχόταν από τα κέρδη τους. Με άλλα λόγια, η Αμερικανική βιομηχανία ανεξαρτητοποιούνταν από τους Αργυραμοιβούς και αυτή η τάση των εταιρειών προς ανεξαρτητοποίηση έπρεπε να σταματήσει.

Ολοι οι συμμετέχοντες γνώριζαν ότι αυτά τα προβλήματα μπορούσαν να επιλυθούν με μια λειτουργική λύση, αλλά ίσως το μεγαλύτερό τους πρόβλημα ήταν ένα πρόβλημα δημοσίων σχέσεων, το όνομα δηλαδή της νέας Κεντρικής Τράπεζας.

Η συζήτηση αυτή έγινε σε αυτήν εδώ την αίθουσα, μια από τις πολλές αίθουσες συσκέψεων στο ξενοδοχείο που είναι σήμερα γνωστό ως Jekyll Island Club Hotel.

Ο Ολντριτζ πίστευε ότι η λέξη “Τράπεζα” δεν έπρεπε καν να εμφανίζεται στην ονομασία. Ο Γουόρμπουργκ ήθελε να ονομαστεί η νομοθεσία ως “Εθνικός Αποθεματικός Νόμος” ή “Ομοσπονδιακός Αποθεματικός Νόμος”. Η κεντρική ιδέα ήταν να δοθεί η εντύπωση ότι ο σκοπός της νέας Κεντρικής Τράπεζας θα ήταν να σταματήσει τα χρέη των τραπεζών, αποκρύπτοντας παράλληλα τον χαρακτήρα του μονοπωλίου της.

Εντούτοις, ήταν ο Ολντριτζ, ο εγωϊστής πολιτικός, που επέμεινε να ονομαστεί “Νόμος του Αλντριχ”.

Μετά από εννιά ημέρες στη Νήσο Τζέκυλ, η ομάδα διασκορπίστηκε. Η Νέα Κεντρική Τράπεζα θα ήταν παρόμοια με την παλιά Τράπεζα των ΗΠΑ. Θα της δινόταν τελικά το μονοπώλιο επάνω στο αμερικανικό νόμισμα και η έκδοση χρήματος από το τίποτα (χωρίς αποθεματικά).

Με ποιον τρόπο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δημιουργεί χρήμα από το “τίποτα”; Είναι μια διαδικασία τεσσάρων βημάτων, αλλά ας πούμε πρώτα δυο λόγια για τα Ομόλογα. Τα Ομόλογα είναι υποσχέσεις πληρωμής ή είναι κυβενητικά…

Ο κόσμος αγοράζει Ομόλογα για να εξασφαλίσει το ποσοστό του τόκου. Κατά τη λήξη του όρου του Ομολόγου, η κυβέρνηση ξεπληρώνει το Ομόλογο συν τον τόκο και το Ομόλογο καταστρέφεται. Υπάρχουν περίπου 3,6 ΤΡΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ δολάρια σε τέτοια Ομόλογα σήμερα (1996).

Τώρα θα δούμε την διαδικασία δημιουργίας χρήματος από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (FED):

Βήμα 1ο. Η Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς της FED εγκρίνει την αγορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ στην Ανοικτή Αγορά.

Βήμα 2ο. Τα Ομόλογα αγοράζονται από την FED από οποιονδήποτε τα προσφέρει προς πώληση στην Ανοικτή Αγορά.

Βήμα 3ο. Η FED πληρώνει για τα Ομόλογα με ηλεκτρονικές πιστώσεις στην Τράπεζα του πωλητή, η οποία πιστώνει τον λογαριασμό τραπέζης του πωλητή. Το τέχνασμα είναι ότι αυτές οι πιστώσεις βασίζονται στο τίποτα και η FED απλώς τις δημιουργεί.

Βήμα 4ο. Η Τράπεζα χρησιμοποιεί αυτές τις καταθέσεις ως αποθεματικά. Κάθε Τράπεζα μπορεί να δανείσει δέκα φορές πάνω από το ποσό των αποθεματικών της σε νέους δανειολήπτες, όλα με τόκο.

Με αυτόν τον τρόπο, μια αγορά της FED π.χ. Ομολόγων αξίας 1.000.000 δολαρίων, επιστρέφει πάνω από 10.000.000 δολάρια στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι η FED δημιουργεί 10% από αυτό το εντελώς νέο χρήμα και οι Τράπεζες δημιουργούν το υπόλοιπο 90%.

Για να μειώσει το ποσό του χρήματος στην οικονομία, η διαδικασία απλώς αντιστρέφεται: η FED πουλάει Ομόλογα στο Δημόσιο και χρήματα ρέουν στην Αγορά από την τοπική Τράπεζα του αγοραστή. Τα δάνεια πρέπει να μειωθούν 10 φορές από το ποσό της πώλησης.

Ετσι λοιπόν, μια πώληση της FED 1.000.000 δολαρίων σε Ομόλογα, έχει ως αποτέλεσμα 10.000.000 δολάρια λιγότερα στην οικονομία.

Με ποιον τρόπο, λοιπόν, αυτό ωφελεί τους τραπεζίτες που συγκεντρώθηκαν στη Νήσο Τζεκυλ;

1) έδωσε εντελώς λάθος κατεύθυνση στην προσπάθεια για τραπεζική μεταρρύθμιση με ορθές λύσεις.

2) εμπόδισε ένα ορθό -δίχως χρέος- σύστημα κυβερνητικής χρηματοδότησης, όπως τα “Πράσινα δολάρια” του Λίνκολν, να επιστρέψει στο προσκήνιο. Το βασισμένο σε Ομόλογα σύστημα κυβερνητικής χρηματοδότησης, που καθιέρωσε ο Λίνκολν όταν δημιούργησε τα “Πράσινα δολάρια”, ανήκε πια στο παρελθόν.

3) έδωσε στους τραπεζίτες το δικαίωμα να δημιουργούν το 90% του διαθέσιμου χρήματος, βασισμένο σε ελάχιστα αποθεματικά, το οποίο μπορούν στη συνέχεια να δανείσουν με τόκο.

4) συγκέντρωσε τον συνολικό έλεγχο του εθνικού μας διαθέσιμου χρήματος στα χέρια λίγων ανθρώπων.

5) καθιέρωσε μια Κεντρική Τράπεζα με υψηλό βαθμό ανεξαρτησίας από τον αποτελεσματικό πολιτικό έλεγχό της.

Σύντομα, μετά τη δημιουργία της, η Μεγάλη Συρρίκνωση της FED στις αρχές της δεκαετίας του ‘30 θα προκαλούσε τη Μεγάλη Οικονομική Κρίση. Η ανεξαρτησία της έχει έκτοτε ενισχυθεί μέσω πρόσθετων νόμων.

Προκειμένου να αποχαυνώσουν τους πολίτες στη σκέψη ότι η κυβέρνηση διατήρησε τον έλεγχο της Τράπεζας, το αποκαλούμενο σχέδιο για την FED έπρεπε να διοργανωθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, διορισμένους από τον Πρόεδρο και εγκεκριμένους από την Γερουσία. Αλλά, όλοι οι τραπεζίτες έπρεπε να είναι σίγουροι ότι οι άνθρωποί τους ήταν διορισμένοι στο σώμα των Κυβερνητών των Πολιτειών.

Αυτό δεν ήταν δύσκολο. Οι τραπεζίτες έχουν λεφτά και τα λεφτά έχουν επίδραση στους πολιτικούς.

Οταν πλέον οι συμμετέχοντες έφυγαν από την Νήσο Τζέκυλ, ξεκίνησε ο αγώνας για δημόσιες σχέσεις. Οι μεγάλες Τράπεζες της Νέας Υόρκης συγκέντρωσαν μαζί ένα “εκπαιδευτικό” κεφάλαιο 5.000.000 δολαρίων, ώστε να χρηματοδοτήσουν καθηγητές σε αναγνωρισμένα Πανεπιστήμια για να υποστηρίξουν την Νέα Κεντρική Τράπεζα. Ο Γούντροου Γουίλσον από το Πρίνσετον ήταν ένας από τους πρώτους, αλλά το τέχνασμα των τραπεζιτών δεν δούλεψε.

Ο Νόμος του Ολντριτζ σύντομα προσδιορίστηκε ως Νόμος των τραπεζιτών, ένας νόμος που θα ωφελούσε μόνον ό,τι ήταν γνωστό ως “το Μονοπώλιο του Χρήματος”. Οπως το έθεσε ο Γερουσιαστής Λίντμπεργκ κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στο Κογκρέσο:

“Το σχέδιο του Ολντριτζ είναι το σχέδιο της Γουόλ Στριτ. Σημαίνει έναν ακόμη οικονομικό Πανικό, αν είναι αναγκαίο, για να εκφοβίσει τους ανθρώπους. Ο Ολντριτζ, που πληρώθηκε από την κυβέρνηση για να αντιπροσωπεύσει το λαό, προτείνει αντιθέτως ένα σχέδιο υπέρ του κεφαλαίου”.

Βλέποντας ότι δεν είχαν τις απαιτούμενες ψήφους για να κερδίσουν στο Κογκρέσο, η Ρεπουμπλικανική Εξουσία ποτέ δεν έθεσε τον Νόμο του Ολντριτζ σε ψηφοφορία.

Οι τραπεζίτες, αθόρυβα, αποφάσισαν να κινηθούν προς το δεύτερο σχέδιο, την εναλλακτική των Δημοκρατικών. Ξεκίνησαν λοιπόν να χρηματοδοτούν τον Γούντροου Γουίλσον ως υποψήφιο των Δημοκρατικών. Οπως αναφέρει ο αναγνωρισμένος ιστορικός Τζέιμς Πέρλοφ, ο χρηματιστής της Γουόλ Στριτ Μπερνάρ Μπαρούχ είχε χρεωθεί την “εκπαίδευση” του Γουίλσον:

“Ο Μπαρούχ έφερε τον Γουίλσον στα Κεντρικά του Δημοκρατικού κόμματος στη Νέα Υόρκη το 1912, οδηγώντας τον όπως μια μαριονέτα. Ο Γουίλσον έλαβε μια κατήχηση από τους ηγέτες που βρίσκονταν εκεί...”

Τώρα λοιπόν, η σκηνή ήταν στημένη. Οι Αργυραμοιβοί ετοιμάζονταν να εγκαταστήσουν ξανά την ιδιωτικώς ελεγχόμενη Κεντρική Τράπεζά τους.

Η ζημιά που είχε κάνει ο Πρόεδρος Αντριου Τζάκσον πριν από 67 χρόνια, είχε μόνον εν μέρει επισκευαστεί με το πέρασμα της Εθνικής Τραπεζικής Πράξης κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Μέχρι τότε, η μάχη μαινόταν κατά τη διάρκεια των δεκαετιών. Οι υποστηρικτές του Τζάκσον έγιναν υποστηρικτές των “Πράσινων δολαρίων” του Λίνκολν και, στη συνέχεια, έγιναν οι σκληροπυρηνικοί υποστηρικτές του Γουίλλιαμ Τζένινγκς Μπράϊαν. Με τον Μπράϊαν να οδηγεί το ρεύμα, αυτοί οι αντίπαλοι των Αργυραμοιβών, αγνόησαν την κηδεμονία του Μπαρούχ πίσω από τα νώτα τους, μέσω του Δημοκρατικού Γούντροου Γουίλσον.

Οι ίδιοι και ο Μπράϊαν σύντομα θα προδίδονταν.

(από περίπου 1:47’:58’’ μέχρι το 1:59’:43’’)