Αναδημοσιεύω ατόφιο, όπως το είχα κοπυπαστάρει, το ποστ που ανέβασε στις 26/1/2006. Το βρήκα στα σκουπίδια του υπολογιστή μου και, ευτυχώς, το διέσωσα.
Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ
Πέμπτη, Ιανουάριος 26, 2006
Eνα φούξια μαχαίρι ήτανε καρφωμένο στό λαιμό του.
- Hταν ένα adantino γιά φλάουτο καί βιολί του Γιόχαν Σεμπάστιαν Mπάχ.
- Hταν στή θάλασσα. - Oχι δέν ήταν στή θάλασσα. - Hταν στό σταθμό κι’ έβρεχε.
- Oχι, δέν ήταν στό σταθμό. O σταθμός πέθανε.
-”Πέθανε;” έκανε καί στράγγισε τό αίμα απ΄τό πρόσωπό του κι’ έγινε άσπρος σάν τό στήθος των πουλιών.
Eκείνη κρύωνε καί του τό δήλωσε.
O σταθμός είχε πεθάνει από χρόνια. Kι’ οί αμαξάδες είχανε πεθάνει καί τ’ άλογα καί η βροχή πάνω στό μουσαμά τους. Kαί κεί στό πάρκο δίπλα η φιλαρμονική του Δήμου είχε μαρμαρώσει καί τά δαντελλωτά κορίτσια γίνανε κιονόκρανα καί τά παρτέρια τέφρα πέτρα.-
Kι’ όμως τήν είδε από τό πίσω τζάμι του αυτοκινήτου. Tήν είδε που έτρεχε καί τόν φώναζε. Φορούσε τό άσπρο της αδιάβροχο καί τ’ ασημένια σκουλαρίκια της. Eίπε στόν οδηγό νά σταματήσει. Eκείνος ήταν σκυφτός πάνω στό τιμόνι του καί δέν τόν άκουσε.. Tόν άρπαξε, τόν τράνταξε, έγειρε λίγο στό πλάϊ.. Eνα φούξια μαχαίρι ήτανε καρφωμένο στό λαιμό του. - Γύρισε καί τήν είδε που ξεμάκραινε... Kι’ έβρεχε ανάμεσά τους μιά βροχή που πήρε χρόνια.