Πριν 200τόσα χρόνια, κάπου στην Πάτρα, ένας φουκαρατζίκος παπουτσής ονόματι Καρατζάς (αν θυμάμαι καλά) πατημένος κάργα από τους φόρους πού'βαζε ο τοπικός αγάς. πασάς, ή ό,τι_άλλο_ήτανε, είπε απομέσα του "μπάστα καριόληδες, ως πού θα πάει το βιολί, έχω και παιδιά να θρέψω" και βγήκε τρέχοντας από το τσαγκάρικο κραδαίνοντας μια χατζάρα ΝΑ, κάνα μέτρο και βάλε, και σκούζοντας ΚΑΤΩ Η ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ --καταπώς θα λέγαμε σήμερα, τότε δεν ξέρω ακριβώς τι θα φωναζε ενας εξεγερμενος ανθρωπος.
Προχωρωντας στην προκυμαία και στους δρόμους της πόλης όλο και πίσω του μαζευόντουσαν κι άλλοι κι άλλοι πολλοί κραδαινοντας ό,τι όπλο είχε καθένας (χατζάρα, δρεπάνι, ντουγένι, παλαμαριά, δοκάνι, τσουκάνι, δικράνι, κουπί, κλπ) και κραυγάζοντας. Ο πασάς, αγάς ή ό,τι_άλλο_ήτανε, λούφαξε για να σκεφτεί τι να κάνει.
Οσο σκεφτόταν ο αγάς, πασάς ή ό,τι_άλλο_ήτανε, το νέο έφτασε στους παπάδες που είχανε κι αυτοί παράπονα παρόλα τα φιρμάνια που έβγαζε η Πύλη για λογαριασμό τους, γιατί και αυτοί παίρνανε κάποιο μικρό μερίδιο φόρων. Καθώς φαίνεται, το μερίδιο ήτανε πολύ μικρό και, θέλοντας να το μεγαλώσουν ή να το πάρουν ολόκληρο, αποφασίσανε να σταθούν πλάι στους εξεγερμένους φουκαρατζίκους, τον υπερήφανο λαό που λένε, κι έτσι κηρύξανε την έναρξη της Επανάστασης.
Σήμερα, βέβαια, μπορεί και να το σκυλομετανιώνουν μια και η φατρία των πολιτικών έχει το πάνω χέρι, αλλά έτσι είναι. Ο κόσμος είναι ρόδα και γυρίζει, τα πράγματα έρχονται τα πάνω κάτω και η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
---------------------
ΣΗΜ. αυτή είναι μια δική μου εικόνα για το 1821, μια απο τις πολλες δηλαδή που παλεύουνε στο μυαλό μου, γιατί το τί έγινε τότε κανείς δεν το ξέρει με ακρίβεια. Είναι όπως τα παραμύθια, ή/και η μακαρονάδα : καθένας βάζει τη δικιά του σάλτσα!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 25 Μαρτίου 2025
τι έγινε το 1821 - μια πιθανή ή απίθανη εικόνα
Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021
η ανώνυμη γυναίκα του Μασίστη
οι ιστορίες του Ηρόδοτου είναι γεμάτες από αρχαία ονόματα και τοπωνύμια, αλλά υπάρχει και μια γυναίκα ανώνυμη, η γυναίκα του Μασίστη, του αδερφού του Ξέρξη. Η γυναίκα αυτή αναφέρεται ως ωραία και γλυκειά, και υποθέτω ότι θα ήταν και καλή σύζυγος, μια και ο άντρας της την υπεραγαπά. Ελα όμως που την ερωτεύτηκε ο Ξέρξης και, μια και δεν του καθότανε, για να τη φέρει πιο κοντά του πάντρεψε την κόρη του ζεύγους και ανηψιά του, την Αρταΰντη (τι χαριτωμένο ονοματάκι!), με το γιο του το Δαρείο.
Μη σου φανεί παράξενο που γίνανε με τη μία τα αδέρφια (Ξέρξης και Μασίστης) συμπέθεροι, έτσι γινότανε τότε στην Ασία. Αλλωστε, η ενδογαμία είναι συνηθισμένη στα σπουδαία σόγια ακόμα και σήμερα που οι βασιλικές οικογένειες έχουν συγγενική σχέση μεταξύ τους, μη τυχόν χαλάσει το γαλάζιο του αίματος.
Μόλις πήγε η νυφούλα στο βασιλικό παλάτι, η μάνα της η ωραία και γλυκειά αλλά ανώνυμη, έμεινε στα αζήτητα. Μετά από μια ηλίθια παρεξήγηση, η γυναίκα (και ξαδερφούλα) του Ξέρξη, η Άμηστρις (τι όνομα κι αυτό!) έβαλε στο νου της ότι ο άντρας της την απατούσε με την ανώνυμη, πού να πάει ο νους της ότι ο γερο-Ξέρξης ζαχάρωνε την μικράν! Ετσι, απαίτησε απο τον άντρα της και παντοδύναμο βασιλέα να της παραδώσει τη συμπεθέρα στα χέρια της. Πού να βάλει ο νους των αντρών (του Ξέρξη και του Μασίστη δηλαδή) το μέγεθος της πανουργίας που η τρελλή ζήλεια γεννάει..
Η Άμηστρις υποδέχτηκε την ανώνυμη γυναίκα και την πετσόκοψε κανονικά, κομματάκια την έκανε την αθώα και ανίδεη. Σπλάττερ σκέτο και χειρότερο. Τέτοια ανατριχιαστικά γράφει ο Ηρόδοτος και σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Αναρωτιέμαι όμως, γιατί δεν αναφέρει το όνομα της σφαγμένης γυναίκας; Αποκλείεται να μη το ήξερε, σκέφτομαι. Ισως για να ξορκίσει το κακό; Ισως για να μείνει η ιστορία αυτή μονάχα ωσάν καταγγελία; Από την άλλη όμως, σκέφτομαι πάλι, μήπως με παρόμοιες ιστορίες διασκέδαζαν εκείνα τα χρόνια; Επειδή όλες σχεδόν οι ιστορίες του έχουν μια γερή δόση ανατριχίλας...
____
Ψάχνοντας για εικόνες του Ξέρξη, πέτυχα μια ενδιαφέρουσα διπλωματική εργασία-->> http://ikee.lib.auth.gr/record/136102/files/GRI-2015-14042.pdf
η Ιστορία του Πολυκράτη και το συμπέρασμα
ας πούμε σήμερα δυο λογάκια για τον Πολυκράτη, τον Τύραννο της Σάμου, και μη νομίζεις ότι η λέξη "τύραννος" είχε την απαίσια σημασία που (έφτασε να) έχει σήμερα. Ο Τύραννος ήταν απλώς ο αρχηγός μιας πόλης (χώρας θα λέγαμε σήμερα) και πότε ήτανε καλός (συχνότατα) και πότε απαίσιος και μάλλον από τους κακούς Τυράννους η λέξη πήρε το τωρινό της νόημα. Ο Πολυκράτης λοιπόν, ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος και συνετός κυβερνήτης, αλλά πάνω απ' όλα ήτανε πολύ τυχερός! τού τρέχανε τα πράγματα, που λένε. Να σκεφτείς ότι ο φίλος του ο Αμασης, ο βασιλέας της Αιγύπτου, τρόμαξε μη σύρει κατά πάνω του ο Πολυκράτης το φθόνο των Θεών, γιατί τότε, στα παλιά τα χρόνια, οι Θεοί ήτανε πολύ φθονεροί: δεν αντέχαν να υπάρχουν θνητοί ευνοημένοι τόσο πολύ από την Τύχη που ήταν ανεξάρτητη θεότητα και δεν χαριζότανε μονάχα στους Θεούς, όπως γίνεται σήμερα που αυτή η Κυρία κατσικώθηκε στα Β.Π. και σε ορισμένα νησάκια και δε λέει να το κουνήσει από κει!
Εστειλε γράμμα και γραφή λοιπόν ο Αμασης στον Πολυκράτη με την προτροπή να πετάξει από πάνω του ό,τι πολυτιμότερο είχε, να στερηθεί δηλαδή κάτι αγαπημένο, μπας και γλιτώσει το θεϊκό φθόνο. Ο Πολυκράτης, που εκτιμούσε τη γνώμη του φίλου του, τήρησε τη συμβουλή κατά γράμμα. Μπήκε σε ένα από τα (πολλά) καράβια του, ανοίχτηκε στα βαθειά, έριξε μεσοπέλαγα (με πόνο ψυχής και χύνοντας αφθονα δάκρυα) το πολυτιμότερο και πολυαγαπημένο δαχτυλίδι του, και γύρισε στο νησί του.
Ελα όμως που ένας ψαράς που ψάρευε μια μέρα στ' ανοιχτά, πέτυχε να ψαρέψει ένα φοβερό ψάρι, τόσο όμορφο και τεράστιο, που ήταν αντάξιο μόνο για βασιλικό γεύμα, κι έτσι το πήγε κατευθείαν στο Παλάτι αντί να πάει να το πουλήσει στην Αγορά. Οι Αγορές, βλέπεις, ήταν υποδεέστερες ακόμα εκείνη την εποχή, δεν είχαν καν στο νου τους να καπελώσουν τις άλλες εξουσίες.
Παίρνει λοιπόν ο βασιλικός σεφ την ψαρούκλα, της βάζει ένα κάρρο μυρωδικά, την ψήνει στα κάρβουνα και τη σερβίρει στον Πολυκράτη. Χαρές που έκανε ο Τύραννος μόλις αντίκρυσε το φαΐ! Ανοίγει με τα σχετικά εργαλεία (δεν λέει κάτι για μαχαιροπήρουνα και δεν ξέρω) την κοιλιά του ψαριού και τι βρίσκει μέσα; το πολυτιμότερο και πολυαγαπημένο δαχτυλίδι του! Αυτό κι αν λέγεται κολοφαρδία.
Ο Αμασης, μετά από αυτό, έκοψε κάθε συνδεσμο με το φίλο του, επειδή ήθελε να αποφύγει την μήνιν των Θεών, που λένε. Πάει αυτός, τον χάσαμε από φίλο και συμβουλάτορα. Τον Πολυκράτη δεν τον πείραξε η στάση του Αμαση, έδειξε κατανόηση, αλλά μετά από το "ψαρικό" επεισόδιο χτύπησε κόκκινο η Τύχη του κι αυτό έγινε μετά από ένα χαζό γεγονός, μια ηλίθια παρεξήγηση με έναν κάποιον Οροίτη, που νόμισε (ο Οροίτης) ότι ο Πολυκράτης τον περιφρόνησε σε κάποια συζήτηση κι αποφάσισε να τον εκδικηθεί.
Γίνανε διάφορες φάσεις, ο Οροίτης τον κάλεσε δήθεν για να του χαρίσει ένα θησαυρό κι ο Πολυκράτης έπεσε στην παγίδα, με αποτέλεσμα τον ατιμωτικό θάνατο του (κατακαημένου κι αγαθιάρη τελικά) Πολυκράτη, που σταυρώθηκε χιαστί κι ανάποδα από το σιχαμένο Οροίτη.
Εμείς τι μαθαίνουμε από αυτή την ιστορία; ότι πρέπει να προσέχουμε: όσοι μας κάνουν το φίλο δεν είναι αναγκαστικά φίλοι μας, ίσως μάλιστα να είναι οι χειρότεροι εχθροί μας. Αυτό θα εμποδίσει την πίστη προς τους ανθρώπους; όχι, φυσικά, απλώς θα μας κάνει λιγουλακι προσεχτικότερους.
Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020
ο Χοακίν Περόβια διηγείται
Βρεθήκαμε με το συμμαχητή μου Πέδρο στην αυλή με τις φουντουκιές, να χαζεύουμε τη φωτιά που βάλαμε πρωϊνιάτικα μετά από μια μάχη απρόβλεπτη: με το κουβάλημα ενός κρεμαστού επίπλου στη μονάδα μας, θα είχαμε πλέον ένα αξιοπρεπές μέρος για τις κούπες του καφέ, αλλά το έπιπλο αυτό ήτανε τίγκα στην κατσαρίδα! Το ανακαλύψαμε όταν, αφού είχαμε ταχτοποιήσει στα ράφια του τα λιγοστά σκεύη της μονάδας, ξεπετάχτηκαν χιλιάδες κατσαρίδες. Τις πατάγαμε με χέρια και με πόδια, καταφέραμε να εξολοθρέψουμε μερικές και το έπιπλο τό 'φαγε η φωτιά, εκεί, στην πίσω αυλή.
Με τον Πέδρο λογαριάζαμε να μείνουμε φίλοι παντοτεινοί και, μετά την απελευθέρωση της χώρας μας, θα παντρευόμασταν δυο αδελφές, να συγγενέψουμε κιόλας. Οι λογαριασμοί όμως των παιδικών χρόνων σπάνια επαληθεύονται κι έτσι τίποτα δεν έγινε: ο Πέδρο σκοτώθηκε πριν κλείσει τα δεκαπέντε του χρόνια κι εγώ δεν παντρεύτηκα ποτέ ως τα ογδόντα που μετράω σήμερα.
Χοακίν Περόβια
παλιός μαχητής στο μέτωπο "Φαραμπούντο Μαρτί", που σημαίνει "ξερικό βλέμμα"
_____________________
ΣΗΜ.1. κάπως έτσι δειλά δειλά αρχίζουν να διαδίδονται παραποιημένες ιστορίες, που τις αντιλαμβάνεται κανείς αν έχει τα μάτια του ανοιχτά, καθώς κι ένα σουρωτήρι στη σκέψη του, να μην αφήνει δλδ να περνάει ο,τιδήποτε άσκεφτα στο μυαλό του. Στη μικρή διήγηση υπάρχουν πολλά σφάλματα (πες τα ψέμματα ή ανακρίβειες) που συνηθίζουν τον αναγνώστη να χάβει ό,τι τού σερβίρεται στο διαδίκτυο, αν δεν βάλει το μυαλό του κάτω να σκεφτεί. Μπορείς να τα βρεις εύκολα, αγαπητέ/ή αναγνώστη/τρια, δεν χρειάζεται και πολύς κόπος!
ΣΗΜ.2. https://el.wikipedia.org/wiki/Αγουστίν_Φαραμπούντο_Μαρτί
Με τον Πέδρο λογαριάζαμε να μείνουμε φίλοι παντοτεινοί και, μετά την απελευθέρωση της χώρας μας, θα παντρευόμασταν δυο αδελφές, να συγγενέψουμε κιόλας. Οι λογαριασμοί όμως των παιδικών χρόνων σπάνια επαληθεύονται κι έτσι τίποτα δεν έγινε: ο Πέδρο σκοτώθηκε πριν κλείσει τα δεκαπέντε του χρόνια κι εγώ δεν παντρεύτηκα ποτέ ως τα ογδόντα που μετράω σήμερα.
Χοακίν Περόβια
παλιός μαχητής στο μέτωπο "Φαραμπούντο Μαρτί", που σημαίνει "ξερικό βλέμμα"
_____________________
ΣΗΜ.1. κάπως έτσι δειλά δειλά αρχίζουν να διαδίδονται παραποιημένες ιστορίες, που τις αντιλαμβάνεται κανείς αν έχει τα μάτια του ανοιχτά, καθώς κι ένα σουρωτήρι στη σκέψη του, να μην αφήνει δλδ να περνάει ο,τιδήποτε άσκεφτα στο μυαλό του. Στη μικρή διήγηση υπάρχουν πολλά σφάλματα (πες τα ψέμματα ή ανακρίβειες) που συνηθίζουν τον αναγνώστη να χάβει ό,τι τού σερβίρεται στο διαδίκτυο, αν δεν βάλει το μυαλό του κάτω να σκεφτεί. Μπορείς να τα βρεις εύκολα, αγαπητέ/ή αναγνώστη/τρια, δεν χρειάζεται και πολύς κόπος!
ΣΗΜ.2. https://el.wikipedia.org/wiki/Αγουστίν_Φαραμπούντο_Μαρτί
Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011
Η τελική πλύση
Μαζεύτηκαν πολλά άπλυτα, το ρεύμα κομμένο, το σαπούνι ελάχιστο, τι να κάνει κι η νοικοκυρά.. έβαλε τα μεγάλα μέσα! Κατέβασε απο τη σοφίτα την αρχαία συσκευή πλυσίματος της προ-προ-γιαγιάς της, ξετρύπωσε και τη τσίγκινη λεκάνη την προπολεμικιά κι έβαλε μπρος. Φόρεσε και μια ποδιά που είχε ράψει η γιαγιά της στο μάθημα των οικοκυρικών πάλαι ποτέ και ξεκίνησε να αναδεύει το νερό με τα ρούχα. Πρώτα έβαλε τα σώβρακα να μουλιάσουν και, αμέσως μετά, έβαλε τα πατσαβούρια και τα τσόλια όπου σκουπίζουν τα παπούτσια. Σεντόνια, πετσέτες, σε επόμενη φάση, μη τα μπερδέψει με τα παμβρώμικα. Τα ασπρόρουχα -πυτζάμες, νυχτικά και κομπινεζόν- πλύσιμο στο χέρι με αλυσίβα και λουλάκι, καθότι λευκά. Το θέμα είναι να πετύχει η μπουγάδα, για τούτο ανακατεύει κι ανακατεύει διαρκώς, ρίχοντας λοξές παρακλητικές ματιές προς το υπερπέραν μηπως τη βοηθήσει κάνας άγιος ή προφήτης να είναι αυτή η πλύση η τελική.
Μόλις τελειώσει τη μπουγάδα, λέει να πάει για κάνα κουρεματάκι στην κομμώτρια της γειτονιάς. Παίρνει φτηνά και κουρεύει τέλεια, λέμε. Την προηγούμενη φορά, που πήγε για κούρεμα και μιζ-αν-πλί με τη φιλενάδα της, έφυγε τρέχοντας γιατί η κομμώτρια ήταν κάπως νευρική και μαζί με το μαλλί πήρε κι ένα κομματάκι από το δέρμα του κρανίου της φιλενάδας. Κατόπιν την έλουσε και όλα εντάξει, η πληγή έκλεισε σε λίγα χρόνια. Η νοικοκυρά μας όμως δεν μπορεί να δώσει κι άλλη αναβολή στον εαυτό της. Η οικογένεια δεν αντέχει πλέον το απαρχαιωμένο μαλλί της και, προκειμένου να τη διώξουν από το σπίτι, τι να κάνει; θα πάει να κουρευτεί, να γίνει άνθρωπος. Τότε, ίσως να της ψωνίσουν ένα καινούργιο πλυντήριο. Μπορεί να συνδέσουν και το ρεύμα. Στην εποχή μας, όλα γίνονται -στο πλαίσιο της οικογένειας, βεβαίως.Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011
ένα μικρό χαρούμενο γατάκι
Μια φορά, ήταν ένα μικρό χαρούμενο γατάκι, που ζούσε σε ένα μικρό χαρούμενο σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια μικρή χαρούμενη οικογένεια. Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος, σφύριζε χαρούμενους σκοπούς, ξύπναγε χαρούμενος κάθε πρωί με ήλιο ή με μπόρα και πήγαινε χαρούμενος στη δουλειά του, που του άρεσε πολύ. Η μαμά ήταν κι αυτή πολύ χαρούμενη γιατί είχε μια δουλειά που της έδινε πολλή χαρά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα επίσης, γιατί λάτρευαν το σχολειό τους, τη δασκάλα τους και όλα τα μαθήματα τα μελετούσαν με ευχαρίστηση. Ολοι στο σπιτάκι αυτό ήταν χαρούμενοι γιατί έκαναν κάτι που τους άρεσε πολύ, αγαπούσαν τη γνώση, αγαπούσαν τη δουλειά, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο -το κυριότερο- και περνούσαν τις μέρες τους με γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές, μέχρι που πλάκωσαν κάτι κακοί μαφιόζοι και γκρέμισαν το σπιτάκι, έστειλαν το μπαμπά στα ξένα για δουλειά, έβαλαν τη μαμά στα αζήτητα -εφεδρεία, το είπαν- και στείλαν τα παιδιά σκλάβους στα ξενοδοχεία να γυαλίζουν παπούτσια τουριστών, μια και τα σχολεία τα είχαν ήδη σφραγίσει αφού διώξαν όλους τους δασκάλους. Το γατάκι, που είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια πανέμορφη γάτα, το έβαλαν σε φούρνο μικροκυμάτων, γέλασαν με το μπαμ! που έκανε όταν έσκασε και «έτσι σκίζουν σήμερα τις γάτες ρε!» ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011
Τη μέρα που έβρεξε λεφτά
Δεν υπήρξε καμμιά προειδοποίηση για ό,τι έμελλε να συμβεί εκείνο το φθινοπωριάτικο μεσημεράκι. Κανένα μετεωρολογικό δελτίο δεν το είχε αναφέρει. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι παράγοντες του καθεστώτος, ήταν κλεισμένοι στα γραφεία τους απασχολημένοι να ανακαλύψουν τις βλάβες που εμπόδιζαν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών και των on-line συνδέσεων του πλανήτη. Τίποτα δεν λειτουργούσε από νωρίς το πρωί κι έτσι οι απλοί άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια και τα γραφεία τους για μια βολτίτσα.Τρίτη 12 Ιουλίου 2011
Συνταξιούχοι τεντυμπόιδες
01Μη μου πεις ότι πιστεύεις με τα σωστά σου ότι το όνειρο ενός συνταξιούχου, ενός ανθρώπου που πέρασε τουλάχιστον τριανταπέντε χρόνια της ζωής του δουλεύοντας, έχοντας σπουδάσει άλλα δεκάξι με είκοσι, είναι να προαχθεί σε.. διαμαρτυρόμενο τεντυμπόι! Ισως όμως το πιστεύουν πραγματικά οι κυβερνώντες που μας έλαχαν τα τελευταία χρόνια. Τί άλλο να υποθέσω, όταν βαφτίζουν τους ηλικιωμένους -στο κορμί, αλλά όχι στο μυαλό- τσογλάνια και περιθωριακούς; Στο Σύνταγμα και στις πλατείες των ελληνικών πόλεων μαζεύονται "κάτι πόρνες και κάτι πρεζάκια" είπε ο αρμόδιος υπουργός. Φαίνεται ότι σκέφτηκε πολύ για να ξεστομίσει αυτή τη φράση, γιατί δείχνει σοβαρός άνθρωπος.
02Η δική μου γνώμη πάντως είναι ότι ένας συνταξιούχος θέλει την ησυχία του, να περιδιαβαίνει όμορφα πάρκα σαν κι αυτό της 1ης φωτογραφίας, να κουβεντιάζει με τα εγγονάκια του, να τρώει το λιτό του φαγάκι παρέα με την οικογένεια και την παρεΐτσα του, να διαβάζει και να γράφει ποιήματα. Ολες αυτές οι ασχολίες θα απαλύνουν την προσμονή της οριστικής αποχώρησής του από το μάταιο τούτο κόσμο, θα φύγει ευχαριστημένος για το ταξίδι προς την αιωνιότητα, γι αυτό πλήρωνε άλλωστε ένα σωρό υπέρογκες κρατήσεις και φόρους στη διάρκεια του επαγγελματικού του βίου. Από δική μου πείρα μιλάω και ομολογώ -ίσως και να το ξέρουν μερικοί που με διαβάζουν χρόνια- ότι δεν θα είχα διαλύσει το γραφείο μου αν δεν τύχαινε ένα οικογενειακό περιστατικό που ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί χωρίς τη συνεχή παρουσία μου, καθώς και το -λόγω ατελούς ΕΣΥ- οικονομικό μου... ξεπουπούλιασμα! Τεσπα, περασμένα ξεχασμένα.. αλλά πώς να ξεχαστούν σήμερα; Ποιος μπορεί να κάνει φτου κι απ' την αρχή επαγγελματικό προσανατολισμό στα ογδόντα για να κρατήσει κάποιο ψήγμα της κλεμμένης του αξιοπρέπειας;
Τρίτη 26 Απριλίου 2011
τα ίδια προβλήματα επι τόσες χιλιάδες χρόνια...
Συμπληρώνοντας την προσπάθεια παραλληλισμού των εποχών, ελπίζοντας όμως πως όλο και κάτι μπορεί να πάει καλύτερα, τοποθετώ ένα μικρό λιθαράκι.Διαβάζοντας τα λόγια του Αχιλλέα προς τον Οδυσσέα στην Ιλιάδα σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, απομόνωσα μερικές φράσεις απο το αρχαίο κείμενο, που θα μπορούσαν να είναι και σύγχρονες. Πρώτα πρώτα, για την ευθύτητα και την υποκρισία και για την κοινή μοίρα των θνητών:
-----------------------------------------
«...καλύτερα να πω απροκάλυπτα τι σκέφτομαι και τι θα γίνει,
για να μη σκούζετε άσκοπα από 'δω κι απο 'κει.
Θάνατο μου μυρίζει αυτός που άλλα σκέφτεται και άλλα λέει.
Ακου λοιπόν τι μου φαίνεται κατάλληλο για την περίσταση.
Ούτε ο Αγαμέμνονας, ούτε οι άλλοι Δαναοί - νομίζω - θα με πείσουν,
αφού έμαθα πια πως ο ακατάπαυστος αγώνας δέν υπήρξε ποτέ αντικείμενο τιμής.
Ιδιο μερίδιο καρπώνεται εδώ αυτός που πολεμά
κι αυτός που κρύβεται στην αθλιότητά του,
ίδια τιμή ο γενναίος κι ο δειλός, ίδιο θάνατο ο μαχητής κι ο λιποτάχτης.
-----------------------------------------
Μετά, αφήνει ένα υπονοούμενο για την κυριαρχία των γυναικών, που -κατά τη γνώμη μου- αναφέρεται στην καταναλωτική κοινωνία της εποχής και την εφήμερη «ανάγκη» για υλικά αγαθά:
Σάββατο 23 Απριλίου 2011
Rodia Radio -25 - Μαύρο το Πάσχα του 1973 για τα Μέγαρα

Η Πάχη με το φρέσκο ψάρι. Τώρα, εκειπέρα βρίσκονται δεξαμενές πετρελαίου.
To Video , η Παρουσίαση, η εκπομπή και στο podomatic
Η εκπομπή περιέχει και κομμάτια από συνεντεύξεις των κατοίκων, αποσπάσματα από το ντοκυμαντέρ ΜΕΓΑΡΑ των Γιώργου Τσεμπερόπολου-Σάκη Μανιάτη, και ελαφρά γλυκανάλατα τραγούδια. Τότε, ήταν το ραδιόφωνο που αποκοίμιζε τον κόσμο...
_____________________
ΣΗΜ.1. Στην εκπομπή θέλησα να δώσω τη σχιζοφρένεια που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Από τη μια τα (μεταπολεμικά) χαζοτράγουδα που αναστήθηκαν στο χουντικό ραδιόφωνο, κι από την άλλη τα δράματα των ανθρώπων της υπαίθρου ανεξάρτητα πολιτικής τοποθέτησης -ίσως αυτός ο ανεξήγητος αχταρμάς (όλοι στο ίδιο σακκί) να έδωσε το συγχωροχάρτι στους πολιτικούς της Ε.Ρ.Ε. Δεν υπήρχαν μοναχα εκτοπίσεις και βασανιστήρια, υπήρχε και ξεπούλημα.
ΣΗΜ.2. Μερικοί άνθρωποι λένε πολύ σοφά πράγματα, διαχρονικές σκέψεις, που ταιριάζουν γάντι και στη σημερινή κατάσταση.
ΣΗΜ.3. Εκείνο το Πάσχα είχαμε πάει σε βαφτίσια στα Μέγαρα, καλεσμένοι από τον κουμπάρο. Κάποια φορά ίσως γράψω σχετικά.
Labels:
Ελαιωνας,
ιστοριες,
Κερατεα,
κρατικη βια,
Μέγαρα,
Μέγαρα 1973,
χουντα,
cinema,
documentaire,
Greece,
music,
radio,
radiobubble
Πέμπτη 14 Απριλίου 2011
Παλιές οικονομικές "ανωμαλίες"
Μια από τις προεκλογικές επαγγελίες της Ενώσεως Κέντρου ήταν η εκκαθάριση «των ευθυνών του παρελθόντος» (σύμφωνα με το διακριτικό όρο που είχε επικρατήσει για το οκταετές όργιο οικονομικής διαφθοράς). Αλλά η ισχυρή πίεση των ανακτόρων και της κηδεμονίας αναχαίτιζε την κυβέρνηση από του να θίξει τις σκανδαλώδεις συμβάσεις με ξένους ομίλους και άλλες υποθέσεις ιδιοτελούς διασπαθίσεως του δημόσιου χρήματος. Στις 22 Ιανουαρίου 1965 η ΕΔΑ κατέθεσε στη Βουλή πρόταση περί παραπομπής σε ειδικό δικαστήριο (βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών) του πρώην πρωθυπουργού Καραμανλή και των πρώην υπουργών Π. Παπαληγούρα και Νικόλαου Μάρτη, ως υπευθύνων υπουργών για καταχρήσεις μερικών εκατομμυρίων δολαρίων που είχε διαπράξει η διοίκηση της ΔΕΗ(84). Η κυβερνητική πλειοψηφία υιοθέτησε την πρόταση. Αλλά στο στρατόπεδο της ΕΡΕ και στο παλάτι ξεσηκώθηκε θύελλα, η οποία, αν όχι τίποτε άλλο, υποδηλούσε ένδειξη ενοχής.
Ενώ μια επιτροπή της Βουλής συνέχιζε το ανακριτικό της έργο η ΕΔΑ ανέλαβε νέα πρωτοβουλία. Ζήτησε τη διενέργεια ανακρίσεων και για τις περιβόητες υπερβάσεις στα δημόσια έργα που είχαν εκτελεσθεί κατά την οκταετία της ΕΡΕ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τεκμηριωμένες αποκαλύψεις του τύπου είχαν δημιουργήσει γύρω από τα δημόσια έργα της κυβερνήσεως Καραμανλή ένα πελώριο ηθικό ζήτημα. Οι υπερβάσεις από τον αρχικό προγραμματισμό ορισμένων έργων κυμαίνονταν μεταξύ 100 και 1000%. Η κυβέρνηση δεν υιοθέτησε και δεν υποστήριξε την πρόταση της ΕΔΑ. Ο Παπανδρέου είχε αρχίσει να κάμπτεται από τις φορτικές πιέσεις του Κωνσταντίνου, που ενισχύονταν και από το βαρύ πυροβολικό των αμερικανικών «συστάσεων». Όλοι ζητούσαν να ριφθεί ένας πέπλος λήθης στις ανομίες του παρελθόντος.
Θα περίμενε κανείς ότι στην πολύπλευρη αυτή προσπάθεια «κουκουλώματος» θ' αντιδρούσε έντονα η ίδια η κατηγορούμενη ΕΡΕ. Αλλά ο Κανελλόπουλος —ο σημερινός αρχηγός της— που στο παρελθόν είχε δώσει δείγματα μεγάλης ηθικής ευθιξίας, δεν ήθελε να ρθει σε ανοικτή ρήξη με την καραμανλική πτέρυγα του κόμματος, που κυρίως αυτή βαρυνότανε με τις καταθλιπτικές αυτές κατηγορίες. Έτσι η ΕΡΕ, αντί ν' αντιδράσει, υπερθεμάτισε στην εκστρατεία συγκαλύψεως. Παράγοντες της ΕΡΕ, που δεν αισθάνονταν άνετα με την εκκρεμότητα των «ευθυνών του παρελθόντος», πραγματοποιούσαν μυστικές επαφές με τη Φρειδερίκη και την αμερικανική πρεσβεία αναζητώντας μεθόδους εντονότερης πιέσεως όχι μόνο προς τον Παπανδρέου, αλλά και προς τους συνεργάτες του εκείνους που ζητούσαν την ηθική κάθαρση.
Ο Ιωάννης Ζίγδης, υπουργός Βιομηχανίας στην κυβέρνηση Παπανδρέου, μου διηγήθηκε αργότερα ότι είχε μείνει κατάπληκτος από τη θερμότητα του ενδιαφέροντος που είχε δείξει ο Κωνσταντίνος υπέρ των κατηγορουμένων για καταχρήσεις. Κατά την τελετή των εγκαινίων ενός υδροηλεκτρικού φράγματος ο Κωνσταντίνος πλησίασε το Ζίγδη και ευθέως του έθεσε το θέμα αμνηστεύσεως των ευθυνών του παρελθόντος: —«Τι αναμοχλεύετε αυτά τα πράγματα», του είπε ενοχλημένος. «Πρέπει να παραγραφούν».
—«Μα αν οι κατηγορίες είναι ανακριβείς», παρατήρησε ο Ζίγδης, «θά 'πρεπε η ίδια η ΕΡΕ να επιζητεί τη δικαστική εκκαθάριση. Ενώ με την παραγραφή θα παραμείνει η σκιά».
—«Όχι, όχι», επέμενε ο βασιλιάς. «Πρέπει να παραγραφούν. Είναι θέμα εθνικής ανάγκης. Ο πολιτικός κόσμος πρέπει να διατηρηθεί ηθικά άσπιλος».
—«Έστω και αν δεν είναι;»
—«Δεν ξέρω. Θέλω παραγραφή».
Με την «παραγραφή» είχε βρεθεί η φόρμουλα συγκαλύψεως των ανωμαλιών. Στις 17 και 21 Ιουνίου 1965, σε δυο διαδοχικές ψηφοφορίες, οι βουλευτές του κέντρου —ενδοτικοί και ανένδοτοι— με βαριά καρδιά, σαν πρόβατα επί σφαγήν, περνούσαν από την ψηφοδόχο της Βουλής και ψήφιζαν την παραγραφή των σκανδάλων... Το συχωροχάρτι της ΕΡΕ —και των υπεράνω της ΕΡΕ— είχε δοθεί. Ο δρόμος για το ιουλιανό πραξικόπημα ήταν ανοικτός.
__________________________
ΣΗΜ.1. απο το βιβλίο του Γιάννη Κάτρη, παλιού δημοσιογράφου, με τίτλο «Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΗΜ.2. υπάρχει, άραγε, σήμερα ένας δημοσιογράφος τόσο άξιος και ικανός;
ΣΗΜ.3. η φωτογραφία του αξέχαστου Ι. Ζίγδη από εδώ, σε περιοδεία στην Κόρωνο Νάξου.
ΣΗΜ.4. Εψαξα ματαίως να βρω στοιχεία για το Γιάννη Κάτρη. Για τα λαμόγια υπάρχουν άφθονες παραπομπές, αλλά προτίμησα να ανεβάσω φωτό με το Γιάννη Ζίγδη, ένα σημαντικό πολιτικό της εποχής και ακέραιο άνθρωπο. Πόσο λείπουν σήμερα παρόμοιοι άνθρωποι από την πολιτική ζωή...
παραπομπή του κειμένου:
(84) Ο τότε γενικός διευθυντής της ΔΕΗ Γεώργιος Πεζόπουλος, κορυφαίος των κατηγορουμένων για την κατάχρηση, έγινε το 1971 υπουργός των Οικονομικών της χουντικής κυβερνήσεως!
-------------------------
συμπλήρωση απο Σταύρο Καράμπελα: Να
προσθέσουμε εδώ ότι και στις δυο ψηφοφορίες ο Γιαννης Ζίγδης ήταν ο
ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ, ναι ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ Βουλευτής της Ένωσης Κέντρου που ψήφισε υπέρ
της παραπομπής αψηφώντας τη γραμμή του κόμματος. Και αυτό φυσικά δεν το
ξέχασε ο Καραμανλής μετά το 1974.
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
Ενας παρολίγον δότης οργάνων
Ο φίλος μου ο Γιάννης φτηνά τη γλίτωσε, πριν δυοτρεις δεκαετίες, όταν έπεσε από μεγάλο ύψος σε μια οικοδομή που επέβλεπε. Οχι επειδή είχε άγγελο, που λένε, ούτε επειδή έγινε θαύμα, ούτε επειδή είχε το Θεό μαζί του. Είχε κάτι καλύτερο: έναν αδελφό χειρουργό σε μεγάλο νοσοκομείο, ο οποίος βρισκόταν στη βάρδια του όταν μεταφέρθηκε ο Γιάννης με το νοσοκομειακό εκεί πέρα.Οι γονείς του ενημέρωσαν το γραφείο ότι «ο Γιάννης έπαθε ένα ατύχημα και θα έλειπε αρκετό διάστημα από τη δουλειά», απαντησαμε «να λείψει όσο χρειαστεί, τι λόγος» και το θέμα "Γιάννης" ξεχάστηκε μετά την πρώτη αναστάτωση. Δεν θα ήταν και ο πρώτος μηχανικός που θα έχανε τη ζωή του σε παρόμοιο ατύχημα. Ετσι είναι, μια στραβή στιγμή, μια απροσεξία, ένα στραβοπάτημα και πάει, πάπαλα. Είχα φάει και'γώ μια γλίστρα κι έπεσα από 4 μέτρα στην αγκαλιά ενός εργάτη, αντί να πέσω στο βάραθρο των νεοσκαμμένων θεμελίων --ευτυχώς! Μετά, κέρασα δυο κασόνια μπίρες, δεν ήμουν ποτέ εκατομμυριούχος γυνή, βλέπεις, και στο εξής πρόσεχα περισσότερο.
Τεσπά, μετά από ένα εξάμηνο περίπου, ήρθε ο Γιάννης στο γραφείο με το κεφάλι κοντοκουρεμένο --δυο πόντους μαλλί-- και χωρισμένο, σημαδεμένο σαν με κόκκινο χοντρό μαρκαδόρο, σε εξ-εφτά κομμάτια. Μείναμε ξεροί και, αν και είχαμε παράδοση μελέτης την επομένη --το θυμάμαι σαν και τώρα-- καθήσαμε να ακούσουμε την ιστορία του.
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011
Η Μουλίν φοβάται τα ραμόνια
«Να πρόσεχεις τα ραμόνια, Τεν!» φωνάζει με την τραγουδιστή σέξυ φωνή της η Μουλίν στον άντρα που ξεμακραίνει, κουνώντας του το μαντίλι.Αυτός είναι ο συνηθισμένος της χαιρετισμός. Κάθε που φεύγει ο Τεν Μπακς για κάποια νέα μυστική αποστολή, τον αποχαιρετά με τον ίδιο τρόπο.
«Οέοοοο, αγάπη, μην ανησυχείς, θα γυρίσω!» φωνάζει ο Τεν και ορμά χοροπηδηχτά πάνω στο φτερωτό βουβάλι της Ρεντ Άι, της εθνικής εταιρείας αερομεταφορών με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο στόλο ιπτάμενων βουβαλιών παγκοσμίως.
Η Μουλίν, αγγίζοντας με σιγουριά τα δυο γεμάτα καναπουτσάρ που κρέμονται στερεωμένα δεξιά κι αριστερά στη ζώνη της -πρέπει να φυλάγεται κανείς τη σήμερον ημέρα- στρέφεται προς το ροζ πέτρινο σπίτι, να τελειώσει τον καφέ που άφησε μισοτελειωμένο. Πίσω από το σπίτι, ορθώνονται τα ροζ βουνά της οροσειράς των Υδρογονανθρακών, το φυσικό σύνορο της Νομανσλάνδης με την εχθρική χώρα των Απώνων. Στη χώρα αυτή, την Απωνία, την ξακουστή για τα ραμόνια της που καλλιεργούνται στα εκτροφεία του παραλιακού θερέτρου Μόδο, γίνονται οι συνηθισμένες αποστολές του Τεν. Κάνει το παν για τη σύσφιξη των σχέσων των δύο χωρών, ως μυστικός πράκτορας απευθείας εντεταλμένος του αυτοκράτορα Τσινγκ του Α΄. Οι Απωνες έχουν θετική άποψη για μια συμμαχία που θα ευνοήσει την ειρήνη μεταξύ των βουνίσιων κατοίκων της Νομανσλάνδης και των θαλασσινών Απώνων, αλλά την τελευταία λέξη θα την πουν οι λαοί -με δημοψήφισμα φυσικά.
Η ζωή κυλά ήρεμα και απαλά σαν ποταμάκι στην Κοιλάδα του Χρόνου, εκεί όπου κατοικούν η Μουλίν με τον άντρα των ονείρων της, τον θαρραλέο, σκληρό και συνάμα τρυφερό σαν καρδιά μαρουλιού, τον Τεν Μπακς, που πρόδωσε το σόι του για χατήρι της και δεν το μετάνοιωσε ποτέ του• γιατί ο Τεν, ως γόνος της αγέρωχης και περήφανης κάστας των Τσαλντεάνων και σπουδαγμένος ως εκτούτου στη Σχολή των Ταγιστών, ώφειλε να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της κάστας αυτής και όχι να συμπλέει με το λαουτζίκο. Ευτυχώς, οι Τσαλντεάνοι περιορίστηκαν απο τον αυτοκράτορα Τσινγκ τον Α΄ στο μοναστήρι του Ντιντάτσε, όπου έχουν το ελεύθερο να συνομωσιολογούν και να θυσιάζουν αρνάκια στο Γκράαλ, όσο και όταν τους κάνει κέφι. Υπάρχουν μεν, αλλά δεν εμποδίζουν το λαό της Νομανσλάνδης στην πορεία του προς το αύριο.
Το αύριο της Νομανσλάνδης ταυτίζεται με τη συμπαραγωγή ραμονιών, να δοκιμαστεί σε πρώτη φάση δηλαδή η καλλιέργειά τους στα ποτάμια της, μια και η χώρα αυτή δεν έχει θάλασσα. Στο σχέδιο αυτό αντιδρά μαζικά ο λαός, αλλά ο Τσινγκ ο Α΄ που επιθυμεί διακαώς να πραγματώσει το όραμά του έχει ξαμολήσει ακόμα και τον εθνικό συνθέτη Λεβόν Μποχεμιάν, αυτόν που έγραψε το εμβατήριο «Πάρε Πέντε», τον εθνικό ύμνο της χώρας, να βάλει τα δυνατά του. Ο Μποχεμιάν, αν και γερασμένος πλέον, έχει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του λαού εξαιτίας, όχι μονάχα της λαοπλάνας στιβαρής μουσικής του, αλλά και των παλαιών του αγώνων εναντίον των Τσαλντεάνων που τον παλιό καιρό, όταν κατείχαν την εξουσία πριν τον Τσινγκ τον Α΄, φορολογούσαν αγρίως τους νομανσλανδιανούς πολίτες και τσεπώναν τους φόρους για να ζουν κολυμπώντας στα πλούτη και στην πολυτέλεια. Οι κυρίως απόστολοι της ειρηνικής συνύπαρξης και συμμαχίας των δύο χωρών είναι, εκτός από τον αφανή Τεν Μπακς, ο εθνικός ευεργέτης, εφοπλιστής και τραπεζίτης Μπασέν ντε Λαντρ και ο δαιμόνιος Πράβο Γιάζντι, ο πρώην νταλικιέρης που κατάφερε να γίνει Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών της αυτοκρατορικής κυβέρνησης της χώρας, όταν πρότεινε την κατασκευή και εγκατάσταση αόρατων διοδίων, καθώς και αυτομάτως επισκευαζόμενων οδοστρωμάτων στις εθνικές οδούς.
Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011
Ενα καράβι και η μικρή του ιστορία
Μια φορά, ήταν ένας που σκέφτηκε να φτιάξει ένα καράβι. Πήγε λοιπόν κοντά σε ένα μάστορη, σε άλλη χώρα, να μάθει την τέχνη, πώς χτίζονται τα καράβια δηλαδή. Εκατσε καμμιά δεκαριά χρονάκια κι έμαθε καλά και μετά έφυγε να γυρίσει στο μέρος του να ανοίξει δικό του ταρσανά. Βρήκε μερικούς τεχνίτες πρόθυμους για τη γνώση του καραβοχτίστη, βρήκε και μερικά τσιράκια, βρήκε και χαμάληδες για τη χαμαλοδουλειά, κι έτσι ξεκίνησε το πρώτο του καράβι, αυτό που είχε χτισμένο μέσα στο μυαλό του από παλιά. Πέρασαν μερικοί μήνες και το καράβι ρίχτηκε στη θάλασσα, κι εκεί να δείτε την αγωνία του, αν το καράβι του θα έπλεε δηλαδή. Και το καράβι, με ένα βαθύγδουπο ήχο, σαν να έσκισε με μια τσεκουριά το νερό, καβάλησε πάνω στο κύμα αφήνοντας πλατειά αυλακιά πίσω του, και η πλώρη του ανασηκώθηκε λες και την τράβηξε η γοργόνα που ήταν καρφωμένη πάνω της.Τώρα πια, ο άνθρωπος έπρεπε κάπου να το δώκει το καράβι, να πιάσει κάναν παρά. Ανέβηκε λοιπόν στη χώρα, πήγε στον καφενέ, έπιασε λακριντί με τον καφεϊτζή «ποιος έχει και ποιος δεν έχει τάλλαρα και ποιος ζητάει καράβι να αγοράσει» κι έμαθε -ή μάλλον ήρθε και τόνε βρήκε ο πελάτης και τα συμφωνήσαν και το καράβι αλλαξοχέρισε με μια σακκουλίτσα γρόσια και παράδες. Ντιν ντιν κουδουνίζαν στη τζέπα του καραβομάστορη, που έτρεξε την άλλη μέρα κιόλας να κάνει τα λεφτά του καδρόνια και μαδέρια. Πήρε και κάνα δυο εργαλεία κι αρχίνησε ξανά τη δουλειά, να σιάξει και το δεύτερο καράβι που είχε γεννηθεί στο μεταξύ μέσα στο κεφάλι του. Αφήνουμε τώρα τον άνθρωπο αυτό να κάνει τη δουλειά του και πάμε στον άλλονα που αγόρασε το καράβι.
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010
Πόσα τσιγάρα δρόμος;
- Πόσο μακριά είναι το χωριό μπάρμπα;
- Δυο τσιγάρα δρόμο.
Υποθέσαμε ότι θά'ταν κανα τέταρτο της ώρας, άντε είκοσι λεπτά, άντε το πολύ κάνα μισάωρο, αλλά το χωριό απείχε πάνω από δυο ώρες περπάτημα. Πάνω στο μουλάρι καθισμένος ο Γιάννης με το στραμπουληγμένο πόδι, το σκοινί το κράταγα εγώ επειδή σε μένα είχε εμπιστευτεί το ζωντανό η κυρά του και μου είχε δώσει οδηγίες πώς να του κραίνω μην αγριέψει, πίσω ακολουθούσαν οι δυο άλλοι συμφοιτητές.
- Πολύ αραιά τα καπνίζει τα τσιγάρα του ο μπάρμπας, είπε ο Γιάννης όταν πέρασε το πρώτο ημίωρο και δεν φαινόταν ούτε καπνός από χωριό, εκεί πάνω στις ερημιές της παραμεθορίου.
- Τι σε νοιάζει εσένα; Σάμπως περπατάς; Σαν μπέης έχεις κάτσει πάνω στο μουλάρι, τι να πούμε κι εμείς; είπε ένας εκ των δύο ακολούθων του μπέη, ο πιο ευαισθητούλης Κωστής.
- Για σας το λέω... μουρμούρισε ο Γιάννης.
Περπατούσαμε στη λασπουριά, σχεδόν αμίλητοι, χωρίς τα γέλια και τα πειράγματα των περασμένων ημερών. Οι γαλότσες βαριές, τίναζαν λάσπη στο κάθε βήμα. Ο πιο ευαίσθητος Κωστής φόραγε σκαρπίνια. Τις πρώτες μέρες τα πρόσεχε σαν και τί, όλο τα καθάριζε και τα ξελάσπωνε κάθε πέντε βήματα, αλλά μετά το πήρε απόφαση και πλατσούριζε πιο πολύ κι από μας τους υπόλοιπους. Εκανε σαν το άτακτο παιδάκι που ξέφυγε από την προσοχή της μαμάς του.
- Να το χωριό! είπα μόλις ξεχώρισαν μακριά, στον απέναντι λοφίσκο, ανάμεσα σε συννεφένιους καπνούς, μερικές γκρίζες πέτρινες στέγες.
- Ναι, αυτό θά'ναι! αλλά είναι μακριά ακόμα...
- Να ρωτήσουμε το παιδί.
Στο δρόμο, που ο θεός να τον κάνει δρόμο, φάνηκε νά'ρχεται ένα παιδί πάνω σε ένα άλογο. Το ρωτήσαμε και είπε ότι «όχι, δεν είναι αυτό το χωριό που ζητάτε, σε ένα τσιγάρο δρόμο θα πρέπει να κόψετε αριστερά», ο Γιάννης ρώτησε πόσο βαστάει ένα τσιγάρο στα μέρη του, είπε «δεν έχω ρολόι πατριώτη» και χάθηκε καλπάζοντας.
Δεν χρονομέτρησα σε πόση ώρα πέσαμε στου δρόμου τη διχάλα, πάντως στρίψαμε κατά τις οδηγίες. Κάτι στέγες κεραμιδένιες φάνηκαν χαμηλά μπροστά μας.
- Επιτέλους! ανέκραξε ο μέχρι εκείνη τη στιγμή αμίλητος Νίκος, ο κρητικός που τό'παιζε σκληροτράχηλος και κουβάλαγε το σακκίδιο στην πλάτη. Δεν ήθελε να το φορτώσει στο μουλάρι, όπως είχαμε κάνει εμείς, γιατί «εδώ μεσα έχω το ημερολόγιό μου», όπως είχε πει.
- Ναι, αυτο θα είναι.. μακάρι να είναι αυτό! φώναξε ο Κωστής πηδώντας άγαρμπα μεσα σε μια λακκούβα και τινάζοντας μπόλικα νερά.
Το μουλάρι τρόμαξε και, παρά τα "ότch ότch" που του απηύθηνα με καθησυχαστική φωνή κατά τις οδηγίες της κυράς του, πέταξε κάτω το Γιάννη που στραμπούληξε και το άλλο πόδι, και όρμησε τρέχοντας σαν τρελλό μαζί με τα σακκίδια προς το άγνωστο. Σηκώσαμε τον πολλαπλώς τραυματία με προσοχή, τον ξελασπώσαμε όσο γινόταν και, βαστώντας τον προσεχτικά οι άλλοι δυο από τις μασχάλες, προχωρούσαμε πλέον σαν τον κάβουρα προς την κατηφόρα μέχρι που φάνηκε ξανά το παιδί με το άλογο σαν από μηχανής θεός.
- Τι έγινε πατριώτες; ρώτησε, απαντήσαμε τα περί φυγής εν εξάλλω του ζωντανού, μας είπε «μην ανησυχείτε, περιμένετε εκεί που είστε» και σε λίγα λεπτά γύρισε θριαμβευτικά σέρνοντας το μουλάρι πίσω από το άλογό του.
Ξαναφορτώσαμε το Γιάννη που βογγούσε πάνω στο ζώο και κινήσαμε προς το στόχο μας. Μισό τσιγάρο δρόμος απόμενε, τί στο καλό, κάποτε θα φτάναμε! Και φτάσαμε.
Νεστόριο Καστοριάς, πριν από πολλά πολλά χρόνια. Ενας φούρνος που από πάνω είχε Χάνι. Με δυο δωμάτια κι ένα φαρδύ διάδρομο με τέσσερα κρεββάτια σκεπασμένα με χοντρές βελέντζες. Το ένα δωμάτιο το είχε ο δάσκαλος. Ηρθε η χανιτζού και απεφάνθη «τα πιδιά στού δουμάτιου κι του κουρίτσ' στου διάδρουμου», εγώ εξανέστην κι έβαλε ένα απο τα κρεββάτια του διαδρόμου στο δεύτερο δωμάτιο. Ισα που χώραγε, σκέπαζε και το τζάκι και θα ψοφάγαμε στο κρύο, αλλά "ανάγκα και θεοί πείθονται". Κανείς δε μπορεί να τά'χει όλα σε αυτή την παλιοζωή.
Το φαγητό ήταν εξαιρετικό, μοσχαράκι ντόπιο, ραγού μαγειρεμένο στη γάστρα. Κάναμε τη βόλτα μας και είδαμε πινακίδες μικρές σε κολώνες και σε δέντρα να διαφημίζουν τη βραδινή εκδήλωση «ΣΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΟΥ ΤΑΚΗ» και είπαμε να πάμε να δούμε. Και πήγαμε και είδαμε και ακούσαμε. Δεν έπεφτε καρφίτσα. Ολο το χωριό παρόν. Καθήσαμε, τιμής ένεκεν, στο τραπέζι του γραμματέα της κοινότητας. Κοψίδια κοψίδια κοψίδια και τσίπουρο, αλλά τότε δεν έπινα -ούτε κάπνιζα- ήμουν καλό κορίτσι. Τα όργανα βαρούσαν γερά, βαλσάκια και ταγκά με κλαρίνα και βιολιά. Σηκώθηκαν μερικές κυρίες με δαντελωτούς γιακάδες και βαρύτιμα σκουλαρίκια και χόρεψαν με τους συζύγους -τι χορός, ένα περα-δώθε ήταν, ένα σκαμπανέβασμα πάνω σε ψηλοτάκουνα όπου ισορροπούσαν βαριά σώματα ποτισμένα με βαριά αρώματα και οι καπετάνιοι να συγκρατούν τις γαλέρες μη ντεραπάρουν. Τελοσπάντων, σε λίγο άλλαξε το σκηνικό, τα κλαρίνα και τα βιολιά βρήκαν το δρόμο τους, ένας φαντάρος -ο Σελίμ απο την Ξάνθη, ένα πανύψηλο παληκάρι- σηκώθηκε και χόρεψε ένα χορό που δεν λέει να ξεκολλήσει από τη μνήμη μου και αν υπάρξει ποτέ ένας αποκρυπτογραφητής εγκεφάλων θα μπορέσω να τον μοιραστώ ευχαρίστως. Ολοι φωνάζαν «ζήτω ο τούρκος» και «ένα τσιπουρο στον τούρκο» κι από τα πολλά κεράσματα το παληκάρι θά'γινε ντέφι. Παραπάταγε όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, «γιατί φεύγετε;» ρώτησε ο κ. γραμματέας «πρέπει να σηκωθούμε πολύ νωρίς το πρωί» απαντήσαμε «μα γιατί; αύριο είναι Κυριακή» επέμενε και του εξηγήσαμε ότι πρέπει να τελειώσουμε τη δουλειά μας και να φύγουμε γιατί μας περιμένει ο κύριος καθηγητής και δεν επέμενε άλλο. Πώς να του εξηγούσαμε ότι δεν αντέχαμε το πολιτιστικό σοκ;
Πίσω στο Χάνι λοιπόν, όπου βρήκαμε το ένα από τα κρεββάτια του διαδρόμου φουσκωμένο να σκάει στο κλάμμα. Κάποιος βρισκόταν κάτω από τις βελέντζες. Ο πιο θαρραλέος -ο κρητικός, φυσικά- πλησίασε και σήκωσε λίγο τα σκεπάσματα. Από κάτω φάνηκε να ξεπροβάλλει ένα αγορίστικο μουτρο αναψοκοκκινισμένο, ξανθόμαλλο με ανοιχτογάλανα μάτια που είχαν γίνει κόκκινα από το κλάμμα. Τα αγόρια τον περικύκλωσαν, κάθισαν στις βελέντζες, άκουγαν την ιστορία του και τον παρηγορούσαν. Μπηκα στο δωμάτιο να προλάβω να ξεντυθώ να πέσω για ύπνο. Κοιμήθηκα αμέσως σαν ξερή, «η μέρα είχε πολλές συγκινήσεις που με είχαν κουράσει», όπως θα έγραφε σύγχρονη μυθιστοριογράφος του συρμού.
Το άλλο πρωί έμαθα τα καθέκαστα για τον κλαψιάρη νεαρό. Είχε έρθει, λέει, από το χωριό του, λέει, για να παντρευτεί, λέει, αλλά βρήκε την κοπέλλα που θα παντρευόταν, λέει, να έχει παντρευτεί έναν άλλον, λέει, την περασμένη Κυριακή και έτσι, λέει, θα πήγαινε να παρουσιαστεί φαντάρος χωρίς να παντρευτεί, λέει. Ηταν βοσκός, μόλις δεκαοχτώ χρονών, δυο χρόνια μικρότερος από μας. Τον ρώτησαν «γιατί θες να παντρευτείς τόσο μικρός; την αγαπούσες; γιατί κλαίς;» και απάντησε «για να φυλάει τα πρόβατα όσο λείψω στο στρατό, όχι, δεν την ξέρω καν, ο κουμπάρος μου τη βρήκε, κλαίω που με γέλασε ο κουμπάρος και τώρα δεν προλαβαίνω να βρω άλλη» κι έτσι έμαθα μια νέα παράμετρο των ανθρώπινων σχέσων, πολύ μακριά από τα ρομαντικά μυθιστορήματα που γνώριζα ίσαμε τότε.
Στο επόμενο χωριό ξέχασα τη φωτογραφική μου μηχανή στο σπιτι του παπά του χωριού, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία, όπως άλλη ιστορία είναι και εκείνη όπου φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι του ντόπιου ΤΕΑτζή με ντουφέκια κρεμασμένα πάνω από τα κεφαλάρια των κρεββατιών των στρωμμένων με λινά γαλάζια υπέροχα σεντόνια.
______________________
ΣΗΜ.1. σε συνέχεια του ακριβώς προηγούμενου ποστ περί αριθμητικών πράξεων. Διαίρεσις επετεύχθη. Στοπ.Τσιγάρο στοπ. Στοπ.
ΣΗΜ.2. ακούστε και το παλιό σατιρικό τραγουδάκι μου για το θέμα:
______________________
UPDATE: Εγραφα περισυ, Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009 στο ποστ Ενας ακαταλαβίστικος Νόμος για να μη γράψω "βλακώδης" «Να ξέρει τι να κάνει ο μικροεπαγγελματίας...» και σήμερα δίνεται η απάντηση στο πιάτο: νά τι να κάνει: ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ!
Καλό και ανέφελο Φθινόπωρο εύχομαι. Μόνο συννεφάκια καπνού επιτρέπονται. :)
Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010
Το σπυράκι
Η Βέρα Καλτάκα είναι μια γυναίκα ατρόμητη, τίποτα δεν την τρομάζει εκτός από τα σπυράκια που φυτρώνουν όταν δεν τα περιμένεις και μάλιστα εκεί ακριβώς όπου δεν τα περιμένεις καθόλου! Ετσι λοιπόν, προχτες το πρωί που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του λουτρού της και είδε στο υπέροχο πρόσωπό της ένα σπυράκι φουσκωμένο και έτοιμο να σπάσει, κόντεψε να λιποθυμήσει από τρομάρα. Μόλις πέρασε το πρώτο σοκ, πήρε ένα μπαμπακάκι και με κυκλωτικές κινήσεις τα κατάφερε να αφαιρέσει όλο το πύον. Το σπυράκι είχε ωριμάσει, που λένε, και δεν πόνεσε καθόλου. Ετσι συμβαίνει με τα ώριμα σπυράκια. Ισως μάλιστα, αν το άφηνε λίγο ακόμα, θα έσπαγε και μονάχο του χωρίς τη δική της πίεση, αν και η πίεση βοηθά να αποβληθεί όλο το πύον και να μη μείνει καθόλου σημάδι στον τόπο όπου υπήρχε το σπυράκι -στο πρόσωπο εν προκειμένω. Αυτό ισχύει γενικώς και όχι μόνο για τα σπυράκια της αξιαγάπητης Βέρας: Οταν φεύγει το πύον, κάθε οργανισμός νοιώθει ξαλαφρωμένος και φρέσκος φρέσκος για νέες περιπέτειες. Περιττεύει να πούμε ότι, αν η Βέρα Καλτάκα δεν έσπαγε το σπυράκι και δεν αφαιρούσε το πύον τη στιγμή ωρίμανσης του προβλήματος, μπορεί το όμορφο πρόσωπό της να γινόταν αγνώριστο και σε λίγο καιρό να χρειαζόταν εγχείριση με αμφίβολα αποτελέσματα. Αν πάλι το έσπαγε νωρίτερα, όταν ήταν ακόμη άγουρο, μπορεί να έμενε ανεξίτηλο σημάδι στο πρόσωπο -ίσως και στην καρδιά της.Σάββατο 20 Ιουνίου 2009
Πώς ο κύριος Σάκης έγινε δολοφόνος
Το πράγμα πήγαινε προς τα εκεί, ο δρόμος δεν είχε γυρισμό από τη στιγμή που τα γκαρσόνια τού φύτεψαν την ιδέα πως εκείνη ήταν ξετρελαμένη τάχα μαζί του. Σχεδόν κάθε μεσημέρι -πολλές φορές και τα βραδάκια- ερχόταν να καθήσει στο μικρό γωνιακό τραπέζι της συνοικιακής ταβέρνας. Με τα γκρίζα μαλλάκια της πιασμένα σε μια τυλιχτή πλεξίδα, με τις φούστες ή τα φαρδιά της παντελόνια, με τις πολύχρωμες μεταξωτές ξετραχειλωμένες της μπλούζες. Καθόταν, του χαμογελούσε, τη ρώταγε «τι θέλετε σήμερα;» του απαντούσε με ερώτημα επίσης «τι προτείνετε σεις, κύριε Σάκη;» της έλεγε το κατεβατό με τα φαγιά, που δεν ήταν και πολύ μακρύ, εκείνη αποφάσιζε συχνά κάτι διαφορετικό από τα προτεινόμενα κι εκείνος, αν και απογοητευόταν, έτρεχε στη κουζίνα να δώσει τη παραγγελία.
Ο νεαρός σερβιτόρος πήγαινε ψωμί, νερό και σερβίτσιο για ένα άτομο, εκείνη ζητούσε και το λαδόξυδο για τη σαλάτα, ρωτούσε «λεμόνι δεν έχετε;» ενώ ήξερε ότι πάντα έχουν λεμόνι, ο μικρός έφερνε κι ένα λεμόνι χωρίς να το κόψει, εκείνη το έβαζε στη τσέπη ή στη τσάντα της -όταν κρατούσε τσάντα- ο κύριος Σάκης ζήλευε που την εξυπηρετούσε ο νεαρός, αλλά έδινε τόπο στην οργή επειδή ένα παλιό έμπειρο γκαρσόνι όπως αυτός δε γινόταν να τρέχει με τα καλαθάκια του ψωμιού στο χέρι να γίνεται ρεζίλι στους υπόλοιπους -γκαρσόνια και θαμώνες.
Είχε πλάσει την εικόνα της ακριβώς στα μέτρα του, αν και δε γνώριζε και πολλά για τη πάρτη της, μόνο το όνομα ήξερε, Ελίζα τη λέγαν. Την έβλεπε στον ύπνο του σχεδόν κάθε νύχτα, έτριβε το στεγνωμένο του δέρμα ψιθυρίζοντας το όνομά της, σηκωνόταν το ξημέρωμα με στόμα ξερό, λες και τη φιλούσε παθιασμένα για ώρες ατέλειωτες.
Τα γκαρσόνια είχαν πάρει μυρουδιά τη καύλα του για την ηλικιωμένη πελάτισσα και τον κούρδιζαν κανονικά. Του λέγαν πως εκείνη ερχόταν στο μαγαζί μοναχά για να τον βλέπει, πώς έτσι και κούναγε το μικρό του δαχτυλάκι εκείνη θά'πεφτε στην αγκαλιά του, πολλά του λέγαν και του φούσκωναν τα μυαλά, μυαλά που άλλο δεν ήθελαν από το να φουσκώσουν. Τόση μοναξιά, μετά το χαμό της καλής του γυναικούλας, δύσκολα αντέχεται από ένα βασανισμένο άντρα της ηλικίας του, που, αν δεν είχε ανάγκη να βλέπει κόσμο, θα είχε βγει στη σύνταξη.
Με τον καιρό, η οικειότητα αναπτύχθηκε μεταξύ του κυρίου Σάκη και της δεσποινίδας Ελίζας, τόσο που μιλούσαν πλέον στον ενικό σαν παλιά φιλαράκια. Με τον καιρό, ήρθε και η στιγμή να εξομολογηθεί ο κύριος Σάκης τον έρωτά του και βρήκε την ώρα -βραδάκι, περασμένες δέκα- που έφευγε η Ελίζα από το μαγαζί. Επίτηδες, έχοντας προμελετήσει την κίνησή του, εκείνο το βράδυ την είχε κεράσει ένα τσιπουράκι παραπάνω.
«Να σε βοηθήσω» της είπε σιγανά στην πόρτα της ταβέρνας, «όχι, Σάκη, τα καταφέρνω, ευχαριστώ πολύ» απάντησε εκείνη, ο κύριος Σάκης άναψε σαν παντζάρι και επέμεινε «μα αφήστε να σας βοηθήσω» γυρνώντας το στον πληθυντικό και γραπώνοντας το μπράτσο της γυναίκας που είχε βρεθεί κιόλας στο πεζοδρόμιο. «Μα όχι, όχι, σας είπα αφήστε με!» φώναξε εκείνη δυνατά απωθώντας τον κι εκείνος θύμωσε και την άρπαξε, έσκυψε και της ρούφηξε τα χείλη. Εκείνη ούρλιαξε «παλιοτόμαρο! παλιοτόμαρο!» έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι ήταν φοβερά αστεία μια παχουλή φιγούρα να τρέχει μέσα στα σκοτάδια ανεμίζοντας ένα κοτσίδι και μια φούστα πέρα δώθε.
Από εκείνο το βράδυ, η δεσποινίς Ελίζα δεν ξαναπάτησε στη ταβέρνα. Παράγγελνε τα γεύματά της τηλεφωνικώς, μια και είχε συνηθίσει τόσα χρόνια σε αυτό το φαγητό, κι όταν πετύχαινε τον κύριο Σάκη στο τηλέφωνο έκανε σα να μη τον είχε γνωρίσει ποτέ της. Εκείνος κρατούσε την ίδια συμπεριφορά, τυπικός και στεγνός, από μέσα του όμως έβραζε γιατί μετά το ρεζιλίκι του τα γκαρσόνια τον είχαν πάρει στο ψιλό και δυσκολεύαν ακόμα και τη θέση του ως παλαιότερου και πιο έμπειρου γκαρσονιού. Είχε πέσει ξαφνικά στα μάτια τους -έτσι νόμιζε τουλάχιστον- και γι αυτή τη κατάντια έφταιγε εκείνη. Εκείνη, η Ελίζα, η Ελίζα "του", που δεν ήταν δική του, που δεν ήταν τρυφερή και γλυκειά απέναντί του, όπως την είχε φανταστεί, αλλά μια στρίγγλα του παραμυθιού, μια μάγισσα που τον είχε μαγέψει κι έχασε τα λογικά του γι αυτό το μπόγο με κόκκαλα που ήταν το κορμί της.
Οσο περνούσε ο καιρός, τόσο ο θυμός του μεγάλωνε. Ηθελε να τη βγάλει από το νου του, να διώξει την εικόνα της, την εικόνα που τώρα πια είχε αναποδογυρίσει μέσα του, αλλά του κάκου προσπαθούσε. Ενα μεσημεράκι λοιπόν, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που του είχε υπαγορέψει πριν μερικές μέρες το ταραγμένο μυαλό του. Προφασίστηκε κάτι αδιάφορο και πήγε ο ιδιος τη παραγγελία στην Ελίζα, εκείνη περίμενε έξω απο τη πόρτα του διαμερίσματός της όπως έκανε πάντα για να μη βλέπουν τα γκαρσόνια που έφερναν το φαΐ το εσωτερικό του σπιτιού της, εκείνος άνοιξε τη πόρτα του ασσανσέρ, εκείνη άνοιξε το πορτοφολάκι της ρωτώντας όπως συνήθιζε «πόσα χρωστάω σήμερα;» εκείνος απάντησε «πολλά, πάρα πολλά χρωστάς σκρόφα και τώρα θα τα πληρώσεις μαζεμένα» εκείνη έμεινε στήλη άλατος μη πιστεύοντας αυτά που ακούει, το μαχαίρι μπήχτηκε στα σωθικά της διασχίζοντας ευκολότατα το μεταξωτό πολύχρωμο μπλουζί, πολλές φορές απανωτά, τοσο πολλές φορές που μπερδεύτηκαν τα κρέατα με το ύφασμα που έγινε κατακόκκινο, μια και το αίμα κάλυψε όλα τα χρώματα και τα σχέδια του μεταξωτού.
Αδεκεί έμεινε μαρμαρωμένος ο κύριος Σάκης, κοιτάζοντας με στυλωμένο μάτι τα αίματα να απλώνονται στο μαρμάρινο πλατύσκαλο, μέχρι που τον αναζήτησαν από τη ταβέρνα. Η πολυκατοικία δεν είχε πάρει πρέφα το συμβάν, πιθανότατα η καημένη Ελίζα δεν θά'χε βγάλει κιχ. «Δες τι μ' έκανε να κάνω η παλιόγρια, όχι, δες» είπε στο μικρό που τον έψαχνε -και τον βρήκε.
_______________________
δωράκι για το Σ/Κ, γραμμένο ατάκα κιεπιτόπου εδώ
Πάρε το ως δείγμα για το τί μπορούν να σκαρώσουν οι σφηνωμένες στο μυαλό εικόνες, αγαπημένε/η μου αναγνώστη/τρια.
Ο νεαρός σερβιτόρος πήγαινε ψωμί, νερό και σερβίτσιο για ένα άτομο, εκείνη ζητούσε και το λαδόξυδο για τη σαλάτα, ρωτούσε «λεμόνι δεν έχετε;» ενώ ήξερε ότι πάντα έχουν λεμόνι, ο μικρός έφερνε κι ένα λεμόνι χωρίς να το κόψει, εκείνη το έβαζε στη τσέπη ή στη τσάντα της -όταν κρατούσε τσάντα- ο κύριος Σάκης ζήλευε που την εξυπηρετούσε ο νεαρός, αλλά έδινε τόπο στην οργή επειδή ένα παλιό έμπειρο γκαρσόνι όπως αυτός δε γινόταν να τρέχει με τα καλαθάκια του ψωμιού στο χέρι να γίνεται ρεζίλι στους υπόλοιπους -γκαρσόνια και θαμώνες.
Είχε πλάσει την εικόνα της ακριβώς στα μέτρα του, αν και δε γνώριζε και πολλά για τη πάρτη της, μόνο το όνομα ήξερε, Ελίζα τη λέγαν. Την έβλεπε στον ύπνο του σχεδόν κάθε νύχτα, έτριβε το στεγνωμένο του δέρμα ψιθυρίζοντας το όνομά της, σηκωνόταν το ξημέρωμα με στόμα ξερό, λες και τη φιλούσε παθιασμένα για ώρες ατέλειωτες.
Τα γκαρσόνια είχαν πάρει μυρουδιά τη καύλα του για την ηλικιωμένη πελάτισσα και τον κούρδιζαν κανονικά. Του λέγαν πως εκείνη ερχόταν στο μαγαζί μοναχά για να τον βλέπει, πώς έτσι και κούναγε το μικρό του δαχτυλάκι εκείνη θά'πεφτε στην αγκαλιά του, πολλά του λέγαν και του φούσκωναν τα μυαλά, μυαλά που άλλο δεν ήθελαν από το να φουσκώσουν. Τόση μοναξιά, μετά το χαμό της καλής του γυναικούλας, δύσκολα αντέχεται από ένα βασανισμένο άντρα της ηλικίας του, που, αν δεν είχε ανάγκη να βλέπει κόσμο, θα είχε βγει στη σύνταξη.
Με τον καιρό, η οικειότητα αναπτύχθηκε μεταξύ του κυρίου Σάκη και της δεσποινίδας Ελίζας, τόσο που μιλούσαν πλέον στον ενικό σαν παλιά φιλαράκια. Με τον καιρό, ήρθε και η στιγμή να εξομολογηθεί ο κύριος Σάκης τον έρωτά του και βρήκε την ώρα -βραδάκι, περασμένες δέκα- που έφευγε η Ελίζα από το μαγαζί. Επίτηδες, έχοντας προμελετήσει την κίνησή του, εκείνο το βράδυ την είχε κεράσει ένα τσιπουράκι παραπάνω.
«Να σε βοηθήσω» της είπε σιγανά στην πόρτα της ταβέρνας, «όχι, Σάκη, τα καταφέρνω, ευχαριστώ πολύ» απάντησε εκείνη, ο κύριος Σάκης άναψε σαν παντζάρι και επέμεινε «μα αφήστε να σας βοηθήσω» γυρνώντας το στον πληθυντικό και γραπώνοντας το μπράτσο της γυναίκας που είχε βρεθεί κιόλας στο πεζοδρόμιο. «Μα όχι, όχι, σας είπα αφήστε με!» φώναξε εκείνη δυνατά απωθώντας τον κι εκείνος θύμωσε και την άρπαξε, έσκυψε και της ρούφηξε τα χείλη. Εκείνη ούρλιαξε «παλιοτόμαρο! παλιοτόμαρο!» έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι ήταν φοβερά αστεία μια παχουλή φιγούρα να τρέχει μέσα στα σκοτάδια ανεμίζοντας ένα κοτσίδι και μια φούστα πέρα δώθε.
Από εκείνο το βράδυ, η δεσποινίς Ελίζα δεν ξαναπάτησε στη ταβέρνα. Παράγγελνε τα γεύματά της τηλεφωνικώς, μια και είχε συνηθίσει τόσα χρόνια σε αυτό το φαγητό, κι όταν πετύχαινε τον κύριο Σάκη στο τηλέφωνο έκανε σα να μη τον είχε γνωρίσει ποτέ της. Εκείνος κρατούσε την ίδια συμπεριφορά, τυπικός και στεγνός, από μέσα του όμως έβραζε γιατί μετά το ρεζιλίκι του τα γκαρσόνια τον είχαν πάρει στο ψιλό και δυσκολεύαν ακόμα και τη θέση του ως παλαιότερου και πιο έμπειρου γκαρσονιού. Είχε πέσει ξαφνικά στα μάτια τους -έτσι νόμιζε τουλάχιστον- και γι αυτή τη κατάντια έφταιγε εκείνη. Εκείνη, η Ελίζα, η Ελίζα "του", που δεν ήταν δική του, που δεν ήταν τρυφερή και γλυκειά απέναντί του, όπως την είχε φανταστεί, αλλά μια στρίγγλα του παραμυθιού, μια μάγισσα που τον είχε μαγέψει κι έχασε τα λογικά του γι αυτό το μπόγο με κόκκαλα που ήταν το κορμί της.
Οσο περνούσε ο καιρός, τόσο ο θυμός του μεγάλωνε. Ηθελε να τη βγάλει από το νου του, να διώξει την εικόνα της, την εικόνα που τώρα πια είχε αναποδογυρίσει μέσα του, αλλά του κάκου προσπαθούσε. Ενα μεσημεράκι λοιπόν, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που του είχε υπαγορέψει πριν μερικές μέρες το ταραγμένο μυαλό του. Προφασίστηκε κάτι αδιάφορο και πήγε ο ιδιος τη παραγγελία στην Ελίζα, εκείνη περίμενε έξω απο τη πόρτα του διαμερίσματός της όπως έκανε πάντα για να μη βλέπουν τα γκαρσόνια που έφερναν το φαΐ το εσωτερικό του σπιτιού της, εκείνος άνοιξε τη πόρτα του ασσανσέρ, εκείνη άνοιξε το πορτοφολάκι της ρωτώντας όπως συνήθιζε «πόσα χρωστάω σήμερα;» εκείνος απάντησε «πολλά, πάρα πολλά χρωστάς σκρόφα και τώρα θα τα πληρώσεις μαζεμένα» εκείνη έμεινε στήλη άλατος μη πιστεύοντας αυτά που ακούει, το μαχαίρι μπήχτηκε στα σωθικά της διασχίζοντας ευκολότατα το μεταξωτό πολύχρωμο μπλουζί, πολλές φορές απανωτά, τοσο πολλές φορές που μπερδεύτηκαν τα κρέατα με το ύφασμα που έγινε κατακόκκινο, μια και το αίμα κάλυψε όλα τα χρώματα και τα σχέδια του μεταξωτού.
Αδεκεί έμεινε μαρμαρωμένος ο κύριος Σάκης, κοιτάζοντας με στυλωμένο μάτι τα αίματα να απλώνονται στο μαρμάρινο πλατύσκαλο, μέχρι που τον αναζήτησαν από τη ταβέρνα. Η πολυκατοικία δεν είχε πάρει πρέφα το συμβάν, πιθανότατα η καημένη Ελίζα δεν θά'χε βγάλει κιχ. «Δες τι μ' έκανε να κάνω η παλιόγρια, όχι, δες» είπε στο μικρό που τον έψαχνε -και τον βρήκε.
_______________________
δωράκι για το Σ/Κ, γραμμένο ατάκα κιεπιτόπου εδώ
Πάρε το ως δείγμα για το τί μπορούν να σκαρώσουν οι σφηνωμένες στο μυαλό εικόνες, αγαπημένε/η μου αναγνώστη/τρια.
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009
Bobby Kennedy: November 20, 1925–June 6, 1968
-->> http://www.aameps.com/dancer/PhotoCV.asp
-->> http://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Kennedy
Με τη βαβούρα των εκλογών, κόντεψα να το ξεχάσω. Δίναμε οκτάωρο Πολεοδομία εκείνη τη μέρα, πριν 41 χρονάκια -καθηγητής Θαλής Αργυρόπουλος. Ενα αγόρι άρχισε να κλαίει γοερά. Ηταν ο ίδιος που πανηγύριζε ανοιχτά για το γαλλικό Μάη. Μετά τα πανηγύρια, ένα μεγάλο πένθος φαίνεται πιο βαρύ. Επεσε μια παγωμάρα με την είδηση του θανάτου του Μπόμπυ. Αποφασίστηκε σε μισό λεπτό να παρατήσουμε το διαγώνισμα και να φύγουμε. Μια σπασίκλα μονάχα, με θείο κολλητό της δικτατορίας, έσκυβε πάνω στο σχέδιό της μουρμουρίζοντας ότι αυτή θα έμενε να τελειώσει. Φύγαμε όλοι από την αίθουσα. Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό και απορούσα πώς γίνεται να νιώθω τόσο χάλια μια τόσο όμορφη μέρα. Μαζευτήκαμε μερικοί φίλοι σπίτι μου και μιλούσαμε όλη τη νύχτα για το τί θα μπορούσε να κάνει αυτός ο Κέννεντυ. Μέχρι και να διώξει τους δικτάτορες. Ε, ήταν πριν 41 ολόκληρα χρόνια...
-->> http://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Kennedy
Με τη βαβούρα των εκλογών, κόντεψα να το ξεχάσω. Δίναμε οκτάωρο Πολεοδομία εκείνη τη μέρα, πριν 41 χρονάκια -καθηγητής Θαλής Αργυρόπουλος. Ενα αγόρι άρχισε να κλαίει γοερά. Ηταν ο ίδιος που πανηγύριζε ανοιχτά για το γαλλικό Μάη. Μετά τα πανηγύρια, ένα μεγάλο πένθος φαίνεται πιο βαρύ. Επεσε μια παγωμάρα με την είδηση του θανάτου του Μπόμπυ. Αποφασίστηκε σε μισό λεπτό να παρατήσουμε το διαγώνισμα και να φύγουμε. Μια σπασίκλα μονάχα, με θείο κολλητό της δικτατορίας, έσκυβε πάνω στο σχέδιό της μουρμουρίζοντας ότι αυτή θα έμενε να τελειώσει. Φύγαμε όλοι από την αίθουσα. Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό και απορούσα πώς γίνεται να νιώθω τόσο χάλια μια τόσο όμορφη μέρα. Μαζευτήκαμε μερικοί φίλοι σπίτι μου και μιλούσαμε όλη τη νύχτα για το τί θα μπορούσε να κάνει αυτός ο Κέννεντυ. Μέχρι και να διώξει τους δικτάτορες. Ε, ήταν πριν 41 ολόκληρα χρόνια...
Σάββατο 30 Μαΐου 2009
Χορεύοντας με τους (υδραυ)λύκους!
- Φέρε τη βάνα βρε!
- ...
- Βρε φέρε μου κείνη τη βάνα!
- Μα...
- Φέρτη λέμε!
- Αφεντικό, αυτή δεν είναι βάνα...
- Και τι είναι ρε ζαγάρι;
- Βρύση!
- Α, έχεις δίκιο, είναι η βρύση που βγάλαμε.. γιατί δεν το λες τόσην ώρα; Βρες μια βάνα!
- Πού να τη βρω;
- Εκεί, στο κουτί με τα εργαλεία, αλλιώς να κατέβεις κάτ' στο αυτοκίνητο...
(ευτυχώς, υπήρχε βάνα στο κουτί με τα εργαλεία)
- Πιάσε μου μια μούφα!
- Από πού;
- Να, δεν τη βλέπεις; μπροστά σου είναι.. στα πόδια σου!
- Α, αυτό είναι μούφα...
(ο μικρός έμαθε τι εστί μούφα)
- Φέρε τώρα μια καμπύλη.. ή καλύτερα μια γωνία!
- Ορίστε.
- Αυτή είναι 16άρα βρε ζουλάπι! Την άλλη.. παραδίπλα.. μη σου χώσω καμμία!
(οκ και η γωνία)
- Δώσε ένα βε τώρα...
- ...
- Ενα βε σου λέω, βρε μπουμπούνα! ένα βε, δεν ξέρεις τί είναι βε;
- Οχι...
- Να, αυτό εκεί.
- Ορίστε αφεντικό.
(έμαθε και τι εστί βε)
- Το ταυ τώρα. Βάλε το ταυ και μέτρα από εκεί και πέρα. Πόσο είναι;
- 58 αφεντικό.
- Τι 58; Το μέτρο το κρατάς ανάποδα!
- Συγγνώμη... ένα και σσρανταδύο.
- Ετσι μπράβο! Μα δε σου κόβει βρε παιδί μου... δε βλέπεις τη διαφορά;
- Μα δεν πήγα σχολείο αφεντικό, δεν τά'παιρνα τα γράμματα...
- Ποτέ δεν είναι αργά, βρε μούργο.. (χαϊδευτικά το "μούργο") Δεν καταλάβαινες;
- Εγώ καταλάβαινα.. ο δάσκαλος δεν με καταλάβαινε.. Η αδερφή μου ξέρει!
- Τι να την κάνω την αδερφή σου; Να τη πάρω στη δουλειά;
- Εχουμε έναν που ξέρει γράμματα.. θέλω να πω..
- Να μη πεις τίποτα! Οταν δουλεύουμε δε μιλάμε!
(από τις 8:00 το πρωί ίσαμε τις δυομισι το μεσημερι παρακολουθούσα τον υδραυλικό να συνεργάζεται με το βοηθό του, αλλά... καλύτερα να χόρευα με τους λύκους! Ορθοστασία, δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω σπίτι να μπω στη μπανιέρα, να βγω φρέσκια και να γράψω αυτό το διάλογο)
Παρασκευή 22 Μαΐου 2009
Η εποχή της νεότητάς μου
Σαν σήμερα πριν 46 χρόνια έγινε το... τροχαίο!
Τότε, ήμουν ακόμα ανήλικη επειδή ενηλικιωνόμασταν στα 21.
Εκείνη την εποχή, ήταν:
1. η ειρήνη απαγορευμένο πράγμα.
2. η σκέψη καταδικαστέα.
3. ο φόβος καθημερινότητα.
4. το ψέμμα θεσμισμένη αλήθεια.
Τολμηρές εικόνες που θυμάμαι:
1. τον Κώστα Χρονάκη να διαβάζει "ΑΥΓΗ" μέρα μεσημέρι στο μαντράκι της Αχειροποίητης.
2. τη συγκέντρωση εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ στη πλατεία του ΑΠΘ.
3. την τροφοδοσία κυνηγημένων συμφοιτητών μου στη παραλία πριν φύγουν για τα ξένα.
4. την αγορά μπαταριών για τρανζίστορ από διαφορετικά περίπτερα.
5. ένα ναύτη που έβγαινε στη παραλία νύχτα από αραγμένο αρματαγωγό για να διαβάσει την ΑΥΓΗ με το φακό.
6. τον Κωστή Μοσκώφ να ξεφορτώνεται επικίνδυνα βιβλία λίγο πριν έρθουν να τον συλλάβουν.
7. τον Π. να φεύγει φαντάρος για Κύπρο με πολιτικά και δυο πιστόλια στο σάκκο.
Αυτά θυμήθηκα βλέποντας το ντοκυμαντέρ (σε 2 μέρη, Α' και Β') του Σ. Κούλογλου και όταν συναντιέμαι με φίλους εκείνης της εποχής θυμάμαι κι άλλα.
Συνιστώ να το δεις κι εσύ, καλέ μου αναγνώστη:
Υπόθεση Λαμπράκη, μέρος Α': Ένα τροχαίο ατύχημα
Υπόθεση Λαμπράκη, μέρος Β': Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;
Μερικά για το Γρηγόρη Λαμπράκη:Ο Γρηγόρης Λαμπράκης (1912 - 22 Μαΐου 1963) ήταν γιατρός, αθλητής, και πολιτικός που δολοφονήθηκε από παρακρατικούς.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Στις 21 Απριλίου 1963 αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.
Περισσότερα στη Βικιπαίδεια-->> Γρηγόρης Λαμπράκης
________________________
Ισως να ρωτήσεις, αγαπητέ μου αναγνώστη, γιατί ανεβάζω αυτό το ποστ...
Επειδή διακρίνω να συμβαίνουν μερικά πράγματα παρόμοια -ίσως όχι απολύτως συγκρίσιμα, αλλά παρόμοια- με όσα συνέβαιναν εκείνη την (όχι και τόσο) μακρινή εποχή και θέλω να έχεις το νου σου. Η παραποίηση/διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι πάντοτε το πρώτο βήμα προς την ανελευθερία, προς τη χειραγώγηση. Προστατέψου!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


