Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμυθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμυθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

η δύναμη της καλωσύνης

η πρώτη ιστοριούλα που κατάφερα να διαβάσω (και δεν θυμάμαι αν ήταν στο Αναγνωστικό της Α' Δημοτικού ή κάπου αλλού γραμμένη) ήταν η ιστορία της μάχης του Βοριά με τον Ηλιο, αυτή όπου οι δυο δυνατοί βάλανε στοίχημα για το ποιος είναι δυνατότερος: ο Βοριάς ή ο Ηλιος. Βρήκανε έναν ανθρωπάκο που πήγαινε στο χωράφι του και συμφωνήσανε ότι ο πιο δυνατός θα ήταν αυτός που θα κατάφερνε να του βγάλει την κάπα που φορούσε.

Ο Βοριάς, λοιπόν, άρχισε να φυσάει μανιασμένα, κι όσο φύσαγε τόσο σφιγγόταν ο ανθρωπάκος στην κάπα του. Εβγαλε τα πλεμόνια του ο Βοριάς στο φύσημα, αλλά του κάκου: αδύνατο να αποσπάσει την κάπα. 

σημειώνω ότι είχε και κάτι ωραιότατα σκιτσάκια στο βιβλιο, με σινική μελάνη μάλλον.

Μόλις σταμάτησε ο Βοριάς, έπιασε δουλειά ο Ηλιος, που έδιωξε τα σύννεφα και φανερώθηκε λαμπρός κι ο ανθρωπάκος ξεκούμπωσε την κάπα. Προχωρώντας η ώρα, όλο και ζέσταινε περισσότερο, ώσπου ο άνθρωπος δεν άντεξε και πέταξε την κάπα από πάνω του!

Τι μας λέει λοιπόν η μικρή αυτή ιστορία; ότι η καλωσύνη νικάει την αγριάδα και, αν το μεταφέρουμε στη ζοφερή μας εποχή, έχουμε μάθει καλά τι κάνει ο πόλεμος με τα φονικά όπλα. Καιρός δεν είναι να μάθουμε τι συμβαίνει όταν "επιτίθεται" η καλωσύνη;

Αλλο είναι να σκοτώνεις ανθρώπους με πρόθεση να τους κατακτήσεις, κι άλλο είναι να στέλνεις βοήθεια για να τους ανακουφίσεις στις δυσκολίες. Δεν το πάω μακρύτερα το πράγμα από όσο φαίνεται, περιμένω επίσης τις εξελίξεις, αλλά ας μην είμαστε αχάριστοι και δύσπιστοι. Η Ανθρωπιά θα νικησει!
_____________
ΣΗΜ. γράφτηκε με αφορμή την αποστολή κινεζικής υγειονομικής βοήθειας προς την Ιταλία,  τη στιγμή που η ΕΕ αρνήθηκε να δώσει, καθώς επίσης και με αφορμή την δήλωση του κ. Μακρόν υπέρ των ευρωπαϊκών Αξιών.

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

ένας μικρός ανώνυμος πλανήτης βαφτίζεται!

Μεταξύ του Αλφα του Κενταύρου και του Ωμέγα της Ανδρομέδας υπάρχει ένας μικρός πλανήτης, ο 369, όπως τον ονόμασε το Ετσιθελικό Ινστιτούτο Ερευνών του Ετσιθελικού Κράτους (ΕΙΕΕΚ) μέχρι να τον βαφτίσει επισήμως. Η σημασία του μικρού αυτού πλανήτη είναι πολύ μεγάλη, καθώς φαίνεται ως τώρα, μια και η βεβαιότητα για ύπαρξη ατμόσφαιρας με τα συστατικά της γήινης έχει επιβεβαιωθεί με χιλιάδες πειράματα κι έτσι η βάφτισή του αποφασίστηκε να γίνει με κάθε επισημότητα, σύμφωνα πάντα με το γήινο πρωτόκολλο.

Ανάδοχος θα είναι η Νανά Καπνικαρέα, διάσημη αστροφυσική αρχαιολόγος και το όνομα θα είναι "Ετσιθέλος", να ταιριάζει με το Ινστιτούτο που τον ανακάλυψε. Στον πλανήτη Ετσιθέλο λοιπόν, προγραμματίζονται διαδοχικές αποστολές γήινων, ώστε να τεθούν οι βάσεις για μελλοντική του ανάπτυξη σε αποικία Ετσιθεληστών.

Θα μπορούσε βέβαια, μια και περί αποικίας πρόκειται, να βαφτιστεί Νέα Μπανάνια (Nova Banania), αλλά αυτό το ονοματάκι έχει φορεθεί πολύ στη Γη και δεν το ρισκάρισε η ανάδοχος (κοιν. Νονά Νανά) μη τυχόν της προσάψουν σκοπιμότητες.

Ολα αυτά, πριν από τα βαφτίσια, γιατί μόλις ο πλανήτης βαφτίστηκε άρχισε η αμφίδρομη σχέση μεταξύ αυτού και της Γης μας. Ετσι λοιπόν, αναδύθηκαν ένα σωρό Ετσιθελικά κράτη, άφθονοι ηγέτες Ετσιθέλοι-μαϊμού, ο αυθεντικός κόμης Ετσιθέλλος (με δύο λ) πήρε τα πάνω του ετσιθελικώς και καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι, καθώς επίσης τα συστήματα διακυβέρνησης των γήινων κρατών εκσυγχρονίστηκαν σε "Ετσιθελικές Δουλοκρατίες".

Στον πλανήτη Ετσιθέλο, όλα καλά, δεν έπαθε και πολλές αβαρίες από την καταπλάκωσή του με υπερφορτωμένα διαστημόπλοια, πετρέλαιο δεν βρέθηκε ακόμα στα εδάφη του και μπορεί να ανασαίνει καθαρό αέρα. Αλλωστε, είναι μικρός ακόμα και δεν απαιτείται μεταφορικό μέσο για την εξερεύνησή του, καθώς επίσης...

Εδώ ακριβώς, χτύπησε ο συναγερμός του γείτονα και ξύπνησα.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

παραμύθι δι αγρίους αγίους

Μια φορά, ήταν ένας άρχοντας, ευγενής και πλούσιος όπως οι περισσότεροι άρχοντες των παραμυθιών, που ήθελε με κάθε τρόπο να διατηρήσει τα πλούτη του. Για την ευγένεια δεν πολυνοιαζόταν, μια και "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" όπως τον είχαν διδάξει οι αρχαίοι και σοφοί του Πατέρες

Ενας τρόπος ήταν να κλέβει τις περιουσίες των γειτόνων του, αλλά έπρεπε να βρίσκει νέους τρόπους κάθε φορά που έβγαινε παγανιά, πότε για να περνάει απαρατήρητος και πότε για να έχει το δίκιο με το μέρος του. 

Κάποια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός γείτονα, πρόσεξε κάτι μαύρο που γυάλιζε και ρώτησε τί να είναι αυτό και ο γείτονας απάντησε καλοπροαίρετα ότι χάρη σε αυτό το μαύρο και γυαλιστερό πραγματάκι μπορούσε να ανάβει τα καντήλια του να έχει νύχτες φωτεινές και να ζεσταίνεται τους σπανίως κρύους του χειμώνες.

-Και τι το θες; δώστο σε μένα που οι χειμώνες μου είναι πάντα κρύοι, είπε ο άρχοντας στο γείτονά του και ο γείτονας συμφώνησε

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Θά 'ρθει και πάλι,
και πάλι θα φύγει.
Η σκιά της ελπίδας
θα φωτίσει και θα χαθεί.
Σαν αστραπή.
Για πάντα.
Σαν σκοτεινή αστραπή.
Πόσο μαύρα είναι όλα!

(Παραμύθι ή σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο)


Κάποτε, σε μιά χλωμή χώρα, όπου όλα ήταν κιτρινισμένα, απ’ τον ουρανό μέχρι τα δέντρα και τα λουλούδια, τις λίμνες και τα ποτάμια, τη θάλασσα και τα χλωμά πρόσωπα των ανθρώπων, υπήρχε ένα μικρό κι ασήμαντο χωριουδάκι.

Στη μέση της πλατείας του μικρού χωριού βρισκόταν ένα μαγαζάκι με μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε με ξεθωριασμένα γράμματα:


ΕΔΩ ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ

Μιά μικρή κοπέλλα ξεπρόβαλε από ένα στενό δρομάκι μαντηλοδεμένη και το πλησίασε διστακτικά. Ανοιξε την πόρτα του μαγαζιού. Οι μεντεσέδες της έτριξαν μ’ ένα διαπεραστικό ήχο, γιατί ήταν εδώ και πολύ καιρό αχρησιμοποίητη. Μέσα στο μαγαζί, πίσω από ’να σκωροφαγωμένο πρασινωπό πάγκο, κάθονταν ένας γέρος και μιά γριά. Η μικρή κοπέλλα μίλησε:

- Λίγη ελπίδα, παρακαλώ.
- Λυπάμαι, μόλις μάς τελείωσε.
- Γιατί λυπάστε; Επειδή δεν έχετε να μού δώσετε;
- Οχι, επειδή δεν κρατήσαμε ούτε για μάς.
- Ευχαριστώ, θα πάω αλλού.
- Μή κάνετε τον κόπο. Πουθενά δεν πωλείται πλέον.
- Κι όμως. Ελπίζω να βρώ λίγη κάπου.
- Αν σας περισσεύει δεσποινίς, δώστε μας λίγη από τη δική σας.
- Ευχαρίστως. Ελάτε να ψάξουμε μαζί.

Σιγά - σιγά, ένα μικρό πλήθος ακολουθούσε τη μικρή κοπέλλα που έψαχνε ν’ αγοράσει λίγη ελπίδα. Το περίεργο είναι πως η ίδια δεν είχε καταλάβει ότι όχι μόνο δεν της έλειπε, αλλά είχε τεράστιο απόθεμα, που το μοίραζε απλόχερα σε όσους την ακολουθούσαν. Ετσι, απόχτησε οπαδούς.

Αρχισαν να περπατάνε μέσα από δάση, πόλεις, λιβάδια και χωριά, χωρίς τροφή, χωρίς ύπνο, χωρίς νερό: Η ελπίδα της μικρής κοπέλλας τους έτρεφε.

Μετά από μερικές ημέρες έφτασαν μπροστά σ’ ένα πανύψηλο τοίχο. Εκεί σταμάτησαν. Ο τοίχος ήταν κάτασπρος, σαν τεράστια παγοκολόνα. Ηταν και παγωμένος. Η μικρή κοπέλλα ακούμπησε το χεράκι της στο κέντρο του τοίχου, μα το τράβηξε απότομα, μη παγώσει.

- Αχ! Έκανε κατάπληκτη. Ελάτε! Φώναξε, ελάτε!
- Ελάτε, ν’ αχνίσουμε όλοι μαζί με τα χνώτα μας!

Πλησίασαν όλοι κι άρχισαν ν΄αχνίζουν “χού - χού” με τα χνώτα τους, εκεί, στη μέση του τοίχου. Ο τοίχος άρχισε να βαθουλώνει και να στάζει. Ηταν πραγματικά μιά τεράστια παγοκολόνα!

Οταν άνοιξε μιά μικρή τρύπα, μετά από χιλιάδες καυτές ανάσες, πέρασε από μέσα της η μυρωδιά της Ανοιξης.

Τότε, μόλις οι άνθρωποι τη μύρισαν, συνέχισαν ν’ αχνίζουν τον τοίχο με ξέφρενη χαρά, όλοι μαζί. Τα μάτια τους έλαμπαν, τα πρόσωπά τους είχαν στρογγυλέψει, τα χλωμά τους μάγουλα απόχτησαν χρώμα.

Κάποτε, δεν μπορώ να υπολογίσω πότε ακριβώς, άνοιξε ένα μεγάλο πέρασμα στον τοίχο. Η μικρή κοπέλλα γύρισε, τους κοίταξε όλους προσεκτικά και τους είπε:

- Μέχρι τώρα δουλέψαμε όλοι μαζί για να τρυπήσουμε τον τοίχο. Τώρα, πρέπει να προσέξουμε. Ενας - ένας να περάσουμε, να μη χαλάσουμε το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μας.

Στάθηκε στο πλάϊ επιβλέποντας να μη χαλάσει το άνοιγμα, απ’ όπου περνούσαν όλοι προσεκτικά, ένας - ένας. Μα σιγά - σιγά, το πέρασμα μίκραινε, στένευε.

Η μικρή κοπέλλα εκλιπαρούσε να συνεχίσουν να το αχνίζουν με τα χνώτα τους περνώντας το, οι άνθρωποι όμως δεν της έδιναν πιά σημασία κι απλώς περνούσαν βιαστικοί για να φτάσουν γρηγορότερα, ν’ αγγίξουν την Ανοιξη. Ευτυχώς δεν ήταν και τόσοι πολλοί, έτσι η μκρή κοπέλλα πρόλαβε να περάσει κι εκείνη, τελευταία.

Αυτό που αντίκρυσε περνώντας ήταν ένα τεράστιο ανθισμένο λιβάδι, όσο έπιανε το μάτι, γεμάτο χαρούμενους ανθρώπους, που χόρευαν και τραγουδούσαν.

Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Η μικρή κοπέλλα έχτισε ένα μικρό μαγαζάκι κι έβαλε μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε:


ΕΔΩ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Πιστεύω πως θα περάσουν πολλά χρόνια για να χρειαστεί κάποιος σ’ αυτόν τον τόπο να γυρέψει ελπίδα. Ο καθένας έχει μπόλικη στην ψυχή του. Κι όσο τη μοιράζεται με τους άλλους, όσο τη χαρίζει, η ελπίδα θα περισσεύει.

_____________________________
ΣΗΜ.1.  ανέβηκε την Τετάρτη, 8/11/2006, στο Blogometro
ΣΗΜ.2.  αν δεν είμαστε "ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ" μπορούμε να ελπίζουμε ότι το παραμυθάκι θα βγει αληθινό.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΑΤΑΤΟΧΩΡΑ ή ΚΑΤΩ ΤΑ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ !

Τα χρόνια τα παλιά η μεγάλη και ξακουστή Πατατοχώρα εφοδίαζε όλο τον κόσμο με τις νόστιμες και ολόγερες στρογγυλές πατάτες της. Κάποτε όμως έπεσε ένα φοβερό σκουλήκι που τις έφαγε όλες, μα όλες, κι ένα πρωί ξημερώθηκε η Πατατοχώρα χωρίς ούτε μιά πατάτα.

Σα να λέμε σήμερα πως η Κίνα στέρεψε από μετάξι, η Αραβία από πετρέλαιο, η Ιταλία από μακαρόνια κι η Ελλάδα από πολιτισμό.

Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι σοφοί της Πατατοχώρας, το γνωστό Συμβούλιο Των Σοφών, και συζητούσαν για τον τρόπο που έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν αυτό το σοβαρό πρόβλημα.

Η ιδέα που κυριάρχησε ήταν ν' αλλάξουν το όνομα της χώρας τους και ν' αρχίσουν να καλλιεργούν άλλα προϊόντα, "όπως όλος ο κόσμος" -έτσι είπε ο Πρόεδρός τους.

Ενα μικρό αγόρι όμως, που άκουσε την ανακοίνωση του Συμβουλίου από το ραδιόφωνο, δε συμφώνησε καθόλου μ’ αυτή την ιδέα. Είχε γεννηθεί πατατοχωρίτης και δεν ήθελε ν’ αλλάξει πατρίδα. Εγραψε λοιπόν για τη δική του ιδέα στους σοφούς και, παράλληλα, τη διαφήμισε στους τοίχους της πόλης του. Πίστευε δηλαδή, πως έπρεπε να πολεμήσουν το σκουλήκι που κατέτρωγε τις πατάτες και όχι ν’ αλλάξουν όνομα στη χώρα τους αποδεχόμενοι την καταστροφή, που στο κάτω - κάτω κανείς δεν ήξερε πόσο θα διαρκούσε.

“Ζήτω οι πατάτες - Κάτω τα σκουλήκια” έγραφε παντού.

Οι σοφοί ξαναμαζεύτηκαν για να ξανασκεφτούν. Εν τω μεταξύ, οι νέοι επιστήμονες της Πατατοχώρας έψαχναν πυρετωδώς για να βρούν το φάρμακο που θα καταπολεμήσει τον εχθρό της πατάτας. Νύχτα - μέρα στα εργαστήρια, ανάμεσα σε μικροσκόπια και σε περίεργα χρωματιστά υγρά, δεν σταματούσαν την έρευνα, ώσπου ένα μεσημέρι ανακοίνωσαν ότι, επί τέλους, βρέθηκε το ποθητό φάρμακο.

Ο κόσμος έτρεξε αμέσως να το προμηθευτεί από τα φαρμακεία και τα καταστήματα γεωργικών φαρμάκων. Οι σοφοί όμως, που δεν είχαν αποφασίσει ακόμα άν θ' αναιρέσουν την προηγούμενη απόφασή τους, απαγόρεψαν την πώληση του φαρμάκου. Ευτυχώς που μερικοί καλλιεργητές είχαν προλάβει να τ' αγοράσουν.

Μετά από λίγους μήνες κυκλοφόρησαν πάλι στην αγορά νέες τροφαντές πατάτες, νοστιμότερες κι από πριν. Εστειλαν και στους σοφούς μιά παρτίδα για να τους πείσουν ότι η χώρα τους δεν έπρεπε ν' αλλάξει όνομα.

Οι σοφοί, που ακόμα συνεδρίαζαν, δεν μπήκαν στον κόπο να δοκιμάσουν τις καινούργιες πατάτες, επειδή δεν τις θεωρούσαν εκλεπτυσμένη τροφή.

Ο λαός αδημονούσε, είχε ακόμα εμπιστοσύνη στους σοφούς και περίμενε την απόφασή τους πριν ν’ αρχίσει και πάλι την εξαγωγή της περίφημης πατάτας.

Τα άλλα κράτη, εκμεταλλευόμενα την παρατεταμένη σιωπή των σοφών της Πατατοχώρας καθώς και την πρώτη τους απόφαση για αλλαγή του ονόματός της, άρχισαν να καλλιεργούν πατάτες και ν’ απαγορεύουν την εισαγωγή τους από την Πατατοχώρα. Οι σοφοί, εν αγνοία τους, ενεργούσαν εναντίον της πατρίδας τους με την ολιγωρία τους. Διάφορες φήμες κυκλοφορούσαν στα κανάλια της τηλεόρασης. Ενας σοφός βγήκε σ' ένα "παράθυρο" και είπε πως οι νέοι επιστήμονες δεν έχουν βρεί πραγματικά το φάρμακο και σπέρνουν ψεύτικες ελπίδες στο λαό, τους συγχωρεί όμως "λόγω του νεαρού της ηλικίας τους". Ενας άλλος σοφός ανακοίνωσε ότι η θέση του Συμβουλίου Των Σοφών είναι αμετακίνητη: Η χώρα πρέπει ν' αλλάξει όνομα.

Ο λαός καταλάβαινε πως κάτι μαγειρεύεται πίσ' από την πλάτη του, δεν μπορούσε όμως να ενεργήσει γιατί περίμενε τη γνώμη του Συμβουλίου, ακόμα κι όταν δεν έμενε η παραμικρή αμφιβολία πως οι νέοι επιστήμονες είχαν δίκιο, πως το φάρμακο είχε βρεθεί και ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό στην καταπολέμηση των σκουληκιών της πατάτας.

Πέρασαν αρκετά χρόνια και η χώρα έμενε μετέωρη. Δεν είχε όνομα και κανείς στον κόσμο δεν την αναγνώριζε. Η παλιά της δόξα είχε σβήσει και λίγοι, πολύ λίγοι, θυμόντουσαν το ένδοξο παρελθόν της. Ακόμα περισσότερο το λησμονούσαν οι εχθροί της, που δεν τους συνέφερε καθόλου να το θυμούνται.

Οι νέοι επιστήμονες έβαζαν όλα τους τα δυνατά για να ενημερώνουν το λαό σχετικά με την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, έγραφαν στους τοίχους και μιλούσαν στα λεωφορεία, μιά και κανένας ραδιοτηλεοπτικός σταθμός δεν τους έδινε βήμα ώστε να ακουστούν περισσότερο. Ετσι όμως η γνώμη των νέων επιστημόνων έχανε το βάρος της και ο πολύς κόσμος τους αντιμετώπιζε με δυσπιστία και διατηρούσε τις ελπίδες του στους σοφούς, που, με τη στάση τους, μόνο σοφοί δεν ήταν.

Οι εχθροί, που τώρα είχαν φτάσει την παραγωγή της πατάτας τους σε δυσθεώρητα ύψη, είχαν κάθε λόγο να εξαφανίσουν την πρώην ξακουστή Πατατοχώρα. Δεν στάθηκαν λοιπόν απλοί παρατηρητές και, με το πρόσχημα πως η χώρα αυτή δεν είχε αποκτήσει ακόμα όνομα, οπότε δεν είχε πίστη στη διεθνή αγορά, την απέκλειαν συνεχώς από τα διεθνή συνέδρια και από τα κέντρα λήψης αποφάσεων για το μέλλον του πλανήτη. Οι σοφοί της Πατατοχώρας δεν καταλάβαιναν γιατί είχαν απομονωθεί, για ποιόν λόγο τους επιστρέφονταν οι συμμετοχές τους στα διεθνή συνέδρια όλο και πιό συχνά.

Πέρασαν τα χρόνια και οι επιστήμονες δεν ήταν πιά τόσο νέοι κι οι σοφοί είχαν αλλάξει θέση με αντικαταστάτες, που ακολουθούσαν με συνέπεια τα χνάρια τους.

Υπήρχε έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας, που κανείς πιά δε θυμόταν γιατί και πώς είχε αρχίσει.

Ο λαός, πάντως, έτρωγε ακόμα πατάτες που καλλιεργούνταν παράνομα και που, χάρη στα επίσης παράνομα φάρμακα, ήταν πεντανόστιμες και απρόσβλητες από το φοβερό σκουλήκι που κόντευε να εξολοθρευτεί εντελώς.

Το μικρό παλληκαράκι, που είχε πρώτο δυσπιστήσει στην πρώτη απόφαση του Συμβουλίου Των Σοφών περί αλλαγής ονόματος της Πατατοχώρας, είχε γίνει πλέον ολόκληρος άντρας. Δρώντας για πολύ καιρό στην αφάνεια, είχε καταφέρει να πλουτίσει από το παράνομο εμπόριο πατάτας και αντισκουληκικού φαρμάκου. Με την τεράστια περιουσία του έστησε δικό του ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο με παγκόσμια εμβέλεια και, ενημερώνοντας για το τί ακριβώς συμβαίνει στην πατρίδα του, απέκτησε φίλους και υποστηρικτές σ' όλόκληρο τον κόσμο.

Ετσι, η Πατατοχώρα ξαναβρήκε τ' όνομά της, οι σοφοί πήγαν σπίτι τους και οι επιστήμονες, στηριζόμενοι από το λαό, ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας στο παρά πέντε, μιά και οι εχθροί, που παραμόνευαν σαν αρπακτικά, κήρυξαν τον πόλεμο με όλα τα μέσα, με απαγορεύσεις αλλά και με όπλα. Απαγόρευαν την κατανάλωση της πατατοχωριανής πατάτας κι έριχναν με τ’ αεροπλάνα τους νέα σκουλήκια στους αγρούς της Πατατοχώρας.

Ο λαός ενώθηκε σε μιά μάζα και, με μιά καρδιά και μιά ψυχή, αντιστάθηκε σθεναρά και νίκησε τους εχθρούς κατά κράτος.

Οταν όλα τέλειωσαν, ακούστηκε απ' όλα τα δίκτυα του πλανήτη ο εθνικός ύμνος της Πατατοχώρας και κανείς δεν αμφισβήτησε πλέον την ποιότητα της παραγωγής της. Οι πατατοχωρίτες ξαναβρήκαν τη χαμένη τους περηφάνεια και από τότε ζούν ευτυχισμένοι καλλιεργώντας, τρώγοντας και εξάγοντας τις υπέροχες πατάτες τους.

----------------------
ΣΗΜ.1. Το παραμύθι γράφτηκε στις 12 Δεκ. 1997 ως σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο. Πριν 2-3 χρόνια κάποιος ενδιαφέρθηκε και ζήτησε να το διαμορφώσω για παιδικό θέατρο, αλλά, στη συνέχεια, διάλεξε κάτι τι πιο εύπεπτο. Το θεατρικό παραμένει αζήτητο μαζί με τα τραγουδάκια του.
ΣΗΜ.2. Το παραμύθι ανέβηκε στο Blog "Rodia's stories" στις 7 Οκτωβρίου 2006.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο Λαός και η Δημοκρατία (παραμύθι) update

Μια φορά, ήταν ένας ωραίος νέος που ήταν τρελλά ερωτευμένος με μια πεντάμορφη κοπέλα. Ο νέος ονομαζόταν Λαός και η τρανή δεσποσύνη της καρδιάς του λεγόταν Δημοκρατία. Οπως συμβαίνει στα παραμύθια, οι άρχοντες βάζαν το νέο σε δύσκολες δοκιμασίες για να δείξει πως είναι άξιος να τη κατακτήσει, να τη παντρευτεί και να κάνουν μαζί μια οικογένεια με πολλά όμορφα και χαρισματικά παιδάκια. Υπάρχουν πολλοί θρύλοι και προφητείες για το τί μπορεί να κάνει ο Λαός με τη Δημοκρατία, φαντάζομαι να αληθέψουν κάποτε.

Ο Λαός λοιπόν, έκανε πολλά κατορθώματα, ένα σωρό άθλους, περισσότερους και δυσκολότερους κι από εκείνους που έκανε ο αρχαίος ήρωας Ηρακλής για χατήρι του ανάλγητου κοκκορόμυαλου ξαδέρφου του, του Ευρυσθέα. Είχε ξεμυαλιστεί εντελώς, λέμε, από τις χάρες της Δημοκρατίας, την οποία -πρέπει να το αναφέρουμε αυτό- δεν είχε δει ποτέ του ολοζώντανη μπροστά του, παρά μόνο το πορτραίτο της είχε αντικρύσει μερικές φορές. Οσο για τις χάρες της, γι αυτές έγραφαν όλοι οι σοφοί του κόσμου, ήταν πασίγνωστο ότι η Δημοκρατία ήταν πεντάμορφη και καλόψυχη και σοφή και και και... Ολοι λέγαν πως η Δημοκρατία ήταν μια ταιριαστή γυναίκα για το Λαό, η καλύτερη που μπορούσε να βρεθεί γι αυτό τον ωραίο νεαρό πάνω στη Γη.

Το πορτραίτο της Δημοκρατίας το δείχναν στο Λαό οι άρχοντες κάθε τέσσερα περίπου χρόνια, όταν τον στέλναν σε ένα μπουρδέλο να διαλέξει πουτάνα για να γαμήσει, αλλά αυτός, πιστός στην αρχόντισσα των ονείρων του, δεν καταδεχόταν να συρθεί σε ακόλαστα κρεββάτια. Φύλαγε το κορμί του, να το χαρίσει στη Δημοκρατία, την αγαπημένη του Δημοκρατία, και δεν είναι μυστικός ο τρόπος που κατεύναζε τις ορμές του.

Είχαν καταλάβει οι άρχοντες το ψώνιο του Λαού με τη Δημοκρατία και τον εκμεταλλευόντουσαν στο έπακρο, όσο δεν παίρνει δηλαδή. Τρέχα Λαέ εδώ και σύρε τσακίσου Λαέ εκεί, όλο διαταγές του δίναν κι όλο βάρη τον φορτώναν, κι αυτός ο φουκαράς εκανε ό,τι του λέγαν γιατί βαθειά μέσα του έτρεφε την ελπίδα πως η πανώρια Δημοκρατία θα γίνει μια μέρα των ημερών δική του. Κάπου κάπου, για να διατηρούν ζωντανή τη φλόγα της άδολης κι ερωτιάρας καρδούλας του, τράβαγαν τη κουρτίνα που κάλυπτε το πορτραίτο της Δημοκρατίας κι έδειχναν ένα μικρό κομματάκι από τη ζωγραφιά. Λίγο μάτι, λίγο μπούστο, λίγο αστράγαλο, κάτι τι πολύ λίγο, κάτι τι ελάχιστο τελοσπάντων.

Οπως θα έχετε καταλάβει όμως, εσείς που το μυαλό σας κόβει λιγουλάκι παραπάνω από το νιονιό του καημένου του Λαού -όχι πως ήταν κουτός, αλλά άμα είναι μια ζωή στη πρέσα κάποιος νέος ωραίος και νταβραντισμένος, καπου σκαλώνει ο νους- όπως θα έχετε καταλάβει λοιπόν, οι άρχοντες παίζαν με το νταλγκά του Λαού για τη Δημοκρατία. Και τί παιχνίδι! Αγριο και ανάλγητο. Καρφί δεν τους καιγόταν για τα βάσανα του νέου, φτάνει να έκανε τις δουλειές που του ανέθεταν για να κερδίζουν από τη δύναμή του. Γιατί, καθένας το ξέρει, ο Λαός είναι λεβέντης και πανίσχυρος.

Κάποτε κάποτε, άμα ο Λαός έδειχνε φανερά σημάδια ανησυχίας ή έδειχνε να ψυλλιάζεται την κοροϊδία που παιζόταν σε βάρος του, οι άρχοντες τού έσπαγαν κάνα πλευρό ή κάνα πόδι ή χέρι και τον χώναν στο γύψο μέχρι να γιατρευτεί και να συνέλθει. Μόλις απελπιζόταν από τη κλεισούρα και πήγαινε να σηκωθεί μοναχός του, τού κούναγαν μπροστά στο πρόσωπο την εικόνα της Δημοκρατίας, αυτός παραμυθιαζόταν, κι αντε φτου κι από την αρχή το μαγγανοπήγαδο.

Ετοιμάζαν το μπουρδέλο με το φανταχτερό αλλά ακατανόητο όνομα "Εκλογές" και τον στέλναν να διασκεδάσει, κάτι σαν μπάτσελορ πάρτι στο περίπου. Οι πουτάνες, βαλτές από τους άρχοντες, τον πότιζαν διάφορα μαγικά σερμπέτια, άφθονο αλκοόλ -δεν απαγορευόταν το αλκοόλ σε κείνες τις "Εκλογές"- του έπαιζαν ένα σωρό πρωτότυπα παιχνίδια, τον έρραιναν με "προεκλογικό υλικό", κάτι παραισθησιογόνα υπόθετα δηλαδή, τον τρέλλαιναν με τραγούδια που τράνταζαν τον τόπο, τραγουδώντας τα με ντουντούκες. Γενικά, στις "Εκλογές" γινόταν το έλα να δεις και ο Λαός το γλένταγε επειδή ήταν σίγουρος -κάθε, μα κάθε φορά, λέμε- ότι μετά το αχαλίνωτο πάρτι των "Εκλογών" θα συναντήσει επιτέλους την αγαπημένη του Δημοκρατία.

Η πλάκα είναι ότι ποτέ δεν πέρασε από το νου του ούτε μια πονηρή σκέψη, πως μπορεί δηλαδή να είναι στημένο το πάρτι, όπως λέμε δηλαδή μια απάτη, πως μπορεί να μην υπάρχει καν η Δημοκρατία γι αυτόν, πως ακόμα και το πορτραίτο μπορεί να είναι ψεύτικο, πως ίσως ίσως και οι σοφοί που υμνούν τις χάρες της πανώριας αυτής δεσποσύνης να είναι βαλτοί ή να κάνουν λάθος, πως κι αν ακόμα η Δημοκρατία υπάρχει και είναι πράγματι όπως τη περιγράφουν, μπορεί να είναι κι αυτή φυλακισμένη από τους άρχοντες σε κάνα πύργο που τον φυλάει κάνας τρομερός δράκος. Εμένα μού περνούν απο το νου διάφορα, αλλά δεν είμαι και απολύτως σίγουρη ώστε να συμβουλέψω το καημένο το Λαό και δεν ξέρω κι αν υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει την αλήθεια...

Ετσι, κάθομαι άπραγη και βλέπω κάθε τόσο το παιχνίδι που παίζεται σε βάρος του και τη κοροϊδία που τρώει, μη μπορώντας να κάνω τίποτα γι αυτόν. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ξεμοναχιάζω και να στολίζω καμμιά νεαρή πουτανίτσα μήπως και καταφέρω να τη βάλω κι αυτή να μπει στο χορό, μήπως αποδυναμώνοντας τις παλιές πουτάνες δώσω στο Λαό την ευκαιρία να μείνει λιγουλάκι ξεμέθυστος κι ανοίξει κάπως το μάτι του για να κερδίσει κάποτε τη γυναίκα που διεκδικεί, τη Δημοκρατία δηλαδή, και τότε να μάθω και'γώ αν αυτή η πανώρια δεν είναι πλάσμα της φαντασίας και αν πραγματικά υπάρχει.
______________
ΣΗΜ.1. ανεβασμενο στις 28 Σεπεμβρη 2009, αλλά πάντα επικαιρο -δυστυχώς.
ΣΗΜ.2. ακούγεται εδώ

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Εσύ, ποιον λύκο ταϊζεις;

Ενας γερο-ινδιάνος της φυλής Ναβάχο διδάσκει σε ένα νεαρό ινδιάνο τα μυστήρια της ζωής.

 
«Μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχουν δυο λύκοι που πολεμάνε μεταξύ τους» λέει ο γερο- ινδιάνος στο νεαρό μαθητευόμενο της ζωής.



«Ολοι όλοι οι άνθρωποι; ακόμα κι εγώ έχω μέσα μου δυο λύκους που παλεύουν;» ρωτά ο νεαρός ινδιάνος.

«Κι εσύ, βέβαια! Κανείς δεν εξαιρείται.» λέει ο γέρο-Ναβάχο.

«Και ποιος λύκος νικάει στο τέλος;» απορεί ο νεαρός και ο γέρο-σοφός απαντά:

«Μα.. φυσικά.. νικά εκείνος που τον ταϊζεις!».

_____________
ΣΗΜ. το άκουσα να το λέει ο  Γιάννης Πετρίδης στις 16/11/2013 στην εκπομπή του στο ραδιοσταθμό "105,5 στο κόκκινο"

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

ένα μικρό χαρούμενο γατάκι

Μια φορά, ήταν ένα μικρό χαρούμενο γατάκι, που ζούσε σε ένα μικρό χαρούμενο σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια μικρή χαρούμενη οικογένεια. Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος, σφύριζε χαρούμενους σκοπούς, ξύπναγε χαρούμενος κάθε πρωί με ήλιο ή με μπόρα και πήγαινε χαρούμενος στη δουλειά του, που του άρεσε πολύ. Η μαμά ήταν κι αυτή πολύ χαρούμενη γιατί είχε μια δουλειά που της έδινε πολλή χαρά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα επίσης, γιατί λάτρευαν το σχολειό τους, τη δασκάλα τους και όλα τα μαθήματα τα μελετούσαν με ευχαρίστηση. Ολοι στο σπιτάκι αυτό ήταν χαρούμενοι γιατί έκαναν κάτι που τους άρεσε πολύ, αγαπούσαν τη γνώση, αγαπούσαν τη δουλειά, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο -το κυριότερο- και περνούσαν τις μέρες τους με γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές, μέχρι που πλάκωσαν κάτι κακοί μαφιόζοι και γκρέμισαν το σπιτάκι, έστειλαν το μπαμπά στα ξένα για δουλειά, έβαλαν τη μαμά στα αζήτητα -εφεδρεία, το είπαν- και στείλαν τα παιδιά σκλάβους στα ξενοδοχεία να γυαλίζουν παπούτσια τουριστών, μια και τα σχολεία τα είχαν ήδη σφραγίσει αφού διώξαν όλους τους δασκάλους. Το γατάκι, που είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια πανέμορφη γάτα, το έβαλαν σε φούρνο μικροκυμάτων, γέλασαν με το μπαμ! που έκανε όταν έσκασε και «έτσι σκίζουν σήμερα τις γάτες ρε!» ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

«τρώγοντας τα παιδιά»: ένα χαρούμενο παιχνίδι




«Και θα μας πουλήσετε κυρία;» ρώτησαν τα παιδάκια τη δασκάλα, εκείνο το πρωινό που προμήνυε μια ζοφερή μέρα στη μακρινή χώρα του Παράμ Παμπάμ.

«Ε, πάλι θα τα ξαναλέμε; Η πώληση θα είναι σαν ψεύτικη, μετά θα σας ξαναγοράσουμε» απάντησε η δασκάλα κατεβάζοντας για μια στιγμή τα γυαλιά της για να κοιτάξει τα μάτια των παιδιών, να μην υπάρξει καμμιά αμφιβολία πως έλεγε την αλήθεια.

«Σαν ψεύτικη είπατε; Δηλαδή θα είναι αληθινή!» πετάχτηκε ο μπόμπιρας έξω αριστερά, αλλά η δασκάλα τον επανέφερε στην τάξη λέγοντας με ύφος βλοσυρό «Πάλι τον έξυπνο κάνεις Αλέξανδρε; Ορθιος και στη γωνία με το πρόσωπο στον τοίχο!»

«Και με τί λεφτά θα μας ξαναγοράσετε, αφού τα λεφτά που θα πάρετε από το πούλημα θα τελειώσουν γρήγορα, αφού μας πουλάτε για να φάτε...» ψιθύρισε διστακτικά η μικρή Μαρίκα με το άσπρο φουστανάκι, αλλά η δασκάλα έκανε ότι δεν άκουσε.

Σε λίγο, μπήκε ο μπόγιας στην τάξη, μέτρησε κεφάλια και «τόσα λίγα είναι;» ρώτησε με την τσιριχτή φωνή του, η δασκάλα τα μάσησε «ε, δεν θυμάμαι να είχαμε ορίσει τον ακριβή αριθμό, τι θα γίνει τώρα;», ο μπόγιας ξανατσίριξε «τι θα γίνει; θα πάω και παραδίπλα να βρω κι άλλα, σε μπελά με βάζεις» και, με μια κίνηση σαν αστραπή, άπλωσε το μαύρο του δίχτυ, τσάκωσε όλα τα παιδάκια της τάξης, το σούρωσε επιμελώς, το φόρτωσε στην πλάτη του και βγήκε σφυρίζοντας.

Η δασκάλα πετάχτηκε αλαφιασμένη φωνάζοντας «τα λεφτά! τα λεφτά! ξέχασες να δώσεις τα λεφτά!», άρχισε να τον κυνηγά, αλλά ο μπόγιας έτρεχε γρήγορα, χάθηκε στα τσιμεντένια δάση και δεν μπόρεσε να τον προφτάσει.

«Πάλι νηστικές θα κοιμηθούμε και σήμερα μάνα», είπε στη γριά που καθόταν στο τελευταίο θρανίο, συμπληρώνοντας «και δεν υπάρχει τίποτ' άλλο να πουλήσουμε». Η γριά άνοιξε το κλειστό της μάτι -το άλλο ήταν μονίμως ανοιχτό, αλλά δεν έβλεπε- και μουρμούρισε «έχουμε το μικρό Αλέξανδρο, που είναι τιμωρία στη γωνία».
________________________
ανέβηκε στις 24 Μαΐου 2011, ώρα 6:39 π.μ., αλλάζω όμως ημ/νία γιατί θέλω να το βλέπω πάνω πάνω, να παραμείνει πρώτο για όσο χρειαστεί.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Το χαμογέλαστρον


Πρόκειται για απαραίτητο εξάρτημα της εξάρτυσης των εξαρτημένων πολιτών του πλανήτη Πλάστη. Είναι ένα λάστιχο σε ανάλογο χρώμα με τα μαλλιά του φέροντος, φέρον ομοιόχρωμους γάντζους εκατέρωθεν, και φοριέται επιμελώς κρυπτόμενο υπό του όγκου της πλουσίας κόμης των φερόντων αυτό, λειτουργεί δε ως εξής: Γαντζώνει τα άκρα του στόματος και τανύζει αυτά έως τα ώτα, εξ ού και η έκφραση «χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά».

Πας όστις δεν φέρει την ως άνω συσκευήν της εξαρτύσεως, συλλαμβάνεται εν τω άμα και φυλακίζεται έως ότου δεχθεί -κατόπιν ισχυράς κατηχήσεως με πολλαπλούς τρόπους- να την φοράει δια βίου.

Οι αμετανόητοι εξορίζονται.

Το χαμογέλαστρον δεν αφαιρείται ούτε εις περιπτώσεις πένθους ή άλλας ζοφεράς ψυχικάς καταστάσεις, διότι δεν αναγνωρίζονται τοιαύται καταστάσεις εκ του Συντάγματος του πλανήτου. Εις τον πλανήτην Πλάστην απαγορεύεται ο κλαυθμός και ο οδυρμός, καθώς και η απλή γκρίνια.

Προσφάτως διεγνώσθει μία τάσις αποφυγής του χαμογελάν_διαρκώς από ικανόν αριθμόν πολιτών του πλανήτου και αυτό προβληματίζει την κυβέρνησιν: Εάν εξορισθούν τόσοι πολλοί, ποιους θα εξουσιάζει;
____________________________
Η ιστοριούλα γράφτηκε σαν σχόλιο στο υπέροχο ποστ του Elias, όπου και η ανεπανάληπτη φράση «Ή θα προχωρήσουμε όλοι μαζί, ως ένα βαθμό υπεύθυνος ο καθένας για την ευτυχία του άλλου, ή θα βουλιάξουμε όλοι μαζί.»

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Η Μουλίν φοβάται τα ραμόνια


«Να πρόσεχεις τα ραμόνια, Τεν!» φωνάζει με την τραγουδιστή σέξυ φωνή της η Μουλίν στον άντρα που ξεμακραίνει, κουνώντας του το μαντίλι.

Αυτός είναι ο συνηθισμένος της χαιρετισμός. Κάθε που φεύγει ο Τεν Μπακς για κάποια νέα μυστική αποστολή, τον αποχαιρετά με τον ίδιο τρόπο.

«Οέοοοο, αγάπη, μην ανησυχείς, θα γυρίσω!» φωνάζει ο Τεν και ορμά χοροπηδηχτά πάνω στο φτερωτό βουβάλι της Ρεντ Άι, της εθνικής εταιρείας αερομεταφορών με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο στόλο ιπτάμενων βουβαλιών παγκοσμίως.

Η Μουλίν, αγγίζοντας με σιγουριά τα δυο γεμάτα καναπουτσάρ που κρέμονται στερεωμένα δεξιά κι αριστερά στη ζώνη της -πρέπει να φυλάγεται κανείς τη σήμερον ημέρα- στρέφεται προς το ροζ πέτρινο σπίτι, να τελειώσει τον καφέ που άφησε μισοτελειωμένο. Πίσω από το σπίτι, ορθώνονται τα ροζ βουνά της οροσειράς των Υδρογονανθρακών, το φυσικό σύνορο της Νομανσλάνδης με την εχθρική χώρα των Απώνων. Στη χώρα αυτή, την Απωνία, την ξακουστή για τα ραμόνια της που καλλιεργούνται στα εκτροφεία του παραλιακού θερέτρου Μόδο, γίνονται οι συνηθισμένες αποστολές του Τεν. Κάνει το παν για τη σύσφιξη των σχέσων των δύο χωρών, ως μυστικός πράκτορας απευθείας εντεταλμένος του αυτοκράτορα Τσινγκ του Α΄. Οι Απωνες έχουν θετική άποψη για μια συμμαχία που θα ευνοήσει την ειρήνη μεταξύ των βουνίσιων κατοίκων της Νομανσλάνδης και των θαλασσινών Απώνων, αλλά την τελευταία λέξη θα την πουν οι λαοί -με δημοψήφισμα φυσικά.

Η ζωή κυλά ήρεμα και απαλά σαν ποταμάκι στην Κοιλάδα του Χρόνου, εκεί όπου κατοικούν η Μουλίν με τον άντρα των ονείρων της, τον θαρραλέο, σκληρό και συνάμα τρυφερό σαν καρδιά μαρουλιού, τον Τεν Μπακς, που πρόδωσε το σόι του για χατήρι της και δεν το μετάνοιωσε ποτέ του• γιατί ο Τεν, ως γόνος της αγέρωχης και περήφανης κάστας των Τσαλντεάνων και σπουδαγμένος ως εκτούτου στη Σχολή των Ταγιστών, ώφειλε να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της κάστας αυτής και όχι να συμπλέει με το λαουτζίκο. Ευτυχώς, οι Τσαλντεάνοι περιορίστηκαν απο τον αυτοκράτορα Τσινγκ τον Α΄ στο μοναστήρι του Ντιντάτσε, όπου έχουν το ελεύθερο να συνομωσιολογούν και να θυσιάζουν αρνάκια στο Γκράαλ, όσο και όταν τους κάνει κέφι. Υπάρχουν μεν, αλλά δεν εμποδίζουν το λαό της Νομανσλάνδης στην πορεία του προς το αύριο.

Το αύριο της Νομανσλάνδης ταυτίζεται με τη συμπαραγωγή ραμονιών, να δοκιμαστεί σε πρώτη φάση δηλαδή η καλλιέργειά τους στα ποτάμια της, μια και η χώρα αυτή δεν έχει θάλασσα. Στο σχέδιο αυτό αντιδρά μαζικά ο λαός, αλλά ο Τσινγκ ο Α΄ που επιθυμεί διακαώς να πραγματώσει το όραμά του έχει ξαμολήσει ακόμα και τον εθνικό συνθέτη Λεβόν Μποχεμιάν, αυτόν που έγραψε το εμβατήριο «Πάρε Πέντε», τον εθνικό ύμνο της χώρας, να βάλει τα δυνατά του. Ο Μποχεμιάν, αν και γερασμένος πλέον, έχει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του λαού εξαιτίας, όχι μονάχα της λαοπλάνας στιβαρής μουσικής του, αλλά και των παλαιών του αγώνων εναντίον των Τσαλντεάνων που τον παλιό καιρό, όταν κατείχαν την εξουσία πριν τον Τσινγκ τον Α΄, φορολογούσαν αγρίως τους νομανσλανδιανούς πολίτες και τσεπώναν τους φόρους για να ζουν κολυμπώντας στα πλούτη και στην πολυτέλεια. Οι κυρίως απόστολοι της ειρηνικής συνύπαρξης και συμμαχίας των δύο χωρών είναι, εκτός από τον αφανή Τεν Μπακς, ο εθνικός ευεργέτης, εφοπλιστής και τραπεζίτης Μπασέν ντε Λαντρ και ο δαιμόνιος Πράβο Γιάζντι, ο πρώην νταλικιέρης που κατάφερε να γίνει Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών της αυτοκρατορικής κυβέρνησης της χώρας, όταν πρότεινε την κατασκευή και εγκατάσταση αόρατων διοδίων, καθώς και αυτομάτως επισκευαζόμενων οδοστρωμάτων στις εθνικές οδούς.

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Ενα καράβι και η μικρή του ιστορία


Μια φορά, ήταν ένας που σκέφτηκε να φτιάξει ένα καράβι. Πήγε λοιπόν κοντά σε ένα μάστορη, σε άλλη χώρα, να μάθει την τέχνη, πώς χτίζονται τα καράβια δηλαδή. Εκατσε καμμιά δεκαριά χρονάκια κι έμαθε καλά και μετά έφυγε να γυρίσει στο μέρος του να ανοίξει δικό του ταρσανά. Βρήκε μερικούς τεχνίτες πρόθυμους για τη γνώση του καραβοχτίστη, βρήκε και μερικά τσιράκια, βρήκε και χαμάληδες για τη χαμαλοδουλειά, κι έτσι ξεκίνησε το πρώτο του καράβι, αυτό που είχε χτισμένο μέσα στο μυαλό του από παλιά. Πέρασαν μερικοί μήνες και το καράβι ρίχτηκε στη θάλασσα, κι εκεί να δείτε την αγωνία του, αν το καράβι του θα έπλεε δηλαδή. Και το καράβι, με ένα βαθύγδουπο ήχο, σαν να έσκισε με μια τσεκουριά το νερό, καβάλησε πάνω στο κύμα αφήνοντας πλατειά αυλακιά πίσω του, και η πλώρη του ανασηκώθηκε λες και την τράβηξε η γοργόνα που ήταν καρφωμένη πάνω της.

Τώρα πια, ο άνθρωπος έπρεπε κάπου να το δώκει το καράβι, να πιάσει κάναν παρά. Ανέβηκε λοιπόν στη χώρα, πήγε στον καφενέ, έπιασε λακριντί με τον καφεϊτζή «ποιος έχει και ποιος δεν έχει τάλλαρα και ποιος ζητάει καράβι να αγοράσει» κι έμαθε -ή μάλλον ήρθε και τόνε βρήκε ο πελάτης και τα συμφωνήσαν και το καράβι αλλαξοχέρισε με μια σακκουλίτσα γρόσια και παράδες. Ντιν ντιν κουδουνίζαν στη τζέπα του καραβομάστορη, που έτρεξε την άλλη μέρα κιόλας να κάνει τα λεφτά του καδρόνια και μαδέρια. Πήρε και κάνα δυο εργαλεία κι αρχίνησε ξανά τη δουλειά, να σιάξει και το δεύτερο καράβι που είχε γεννηθεί στο μεταξύ μέσα στο κεφάλι του. Αφήνουμε τώρα τον άνθρωπο αυτό να κάνει τη δουλειά του και πάμε στον άλλονα που αγόρασε το καράβι.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Η Μυστηριώδης Ψήφος


Μια φορά, ήταν ένας λαός που είχε μία ψήφο και δεν ήξερε τί να την κάνει όταν του τη ζητούσαν κάθε δυοτρία με τέσσερα χρόνια. Οσο δεν του τη ζητούσαν, απειλούσε κι έλεγε πως όταν έρθει η ώρα να ρίξει την ψήφο του θα τους έδειχνε αυτωνών των μπήξε δείξε, αλλά μόλις η ώρα ερχόταν τον έπιανε μια κρίση μαζοχισμού ή κρίση αμνησίας -αναλόγως, όπως τύχαινε- κι έριχνε την ψήφο του στα ίδια και τα ίδια και αυτά τα "ίδια" επαναλαμβανόντουσαν εσαεί, μαζί με τα παράπονά του βεβαίως.

Μια μέρα, λέει από μέσα του ότι «αυτή τη φορά θα τους ξεγελάσω και δεν θα ρίξω την ψήφο μου πουθενά και σε κανέναν» κι έτσι έκανε. Επεσαν τότε όλοι στη μαύρη μελαγχολία, που όμως δεν κράτησε πολύ, ίσα ίσα μερικές ωρίτσες ώσπου να πέσουν στο εντελώς ανάποδο, στην αλαζονία του νικητή, δηλαδή. Αρχισαν, λοιπόν, να διεκδικούν όλοι την ψήφο του λαού -αυτήν που δεν έριξε, ντε- και να λένε ότι «αυτή η ψήφος είναι δική μου» καθένας για την πάρτη του.

Ετσι, βγήκαν όλοι κερδισμένοι και ο λαός, χαμένος και πάλι, αναζητούσε τρόπο να επιβάλει τη θέλησή του, γιατί, ως γνωστόν, η θέληση του λαού κανονίζει τα πράγματα και όχι η πονηριά των εξουσιαστών του. Ο λαός επίσης, ως γνωστόν και πάλι, είναι σοφός και μέσα στην απέραντη σοφία του αφήνει κάπου κάπου τα πράγματα στην τύχη εντελώς λέμε. Οι εκλογές γίνονται τότε ένα τυχαίο παιχνιδάκι (όχι που δεν είναι, αλλά λέμε τώρα), κάπως σαν το καλειδοσκόπιο. Κουνάς τα ψηφαλάκια και σιάχνονται αυτομάτως ένα σωρό ωραίες χρωματιστές εικονίτσες. Μερικές φορές, οι εικονίτσες και τα χρωματάκια ταιριάζουν με τα προηγούμενα κουνήματα, άλλες φορές πάνε λιγουλάκι παραπέρα και μπερδεύονται τα πράγματα αλλά ο λαός το διασκεδάζει, παρόλο που η τύχη του εξαρτάται απολύτως από την κατανομή των χρωμάτων.

Ετσι έγινε και την περασμένη Κυριακή. Ο λαός κούνησε το καλειδοσκόπιο με την Μυστηριώδη Ψήφο του και σχηματίστηκαν τυχαία οι δυνάμεις των κομμάτων και άρχισαν όλοι να διεκδικούν τη νίκη αλαλάζοντας και να προσπαθούν να πείσουν το λαό -καθενας για λογαριασμό του- πως εκείνος είχε νικήσει και να τον ευχαριστούν και να τον κολακεύουν. Ο λαός, βεβαίως, ως σοφός που είναι, κάθεται και το γλεντάει -τι άλλο μένει να κάνει ο έρμος;- να βλέπει τους εξουσιαστές του σαν ιθαγενείς στη ζούγκλα να χορεύουν γύρω απο τα καθρεφτάκια και τις γιαλιστερές χάντρες που τους είχε δείξει, γιατί, εδώ που τα λέμε, ο λαός είναι ο αποπάνω όσο και αν οι εξουσιαστές θέλουν να πιστεύουν πως εκείνοι έχουν το πάνω χέρι. Οι εξουσιαστές έρχονται και παρέρχονται, αλλά ο λαός μένει.
___________________________________
ΣΗΜ.1. Εντυπωσιάστηκα απο την προτροπή μιας καραπονηροβλαχάρας που ωθεί το λαό σε άκυρη ή λευκή ψήφο ή ακόμα και αποχή, τη στιγμή που ίσαμε την παραμονή των εκλογών τον εκλιπαρούσε να μη τυχόν απέχει και να μη χαραμίζει την ψήφο του χρωματίζοντάς την άσπρη ή λιγδώνοντάς τη με σαλαμάκια.
ΣΗΜ.2. Εντυπωσιάστηκα -αλλά όχι και πολύ- από τις δηλώσεις ενός κυρίου με κομοδινί μαλλί, που αφήνει μεγαλόκαρδα το λαό να κάνει ό,τι θέλει, αλλά θα τον ενημερώσει, λέει, την προπαραμονή των εκλογών, για το τί να κάνει.
ΣΗΜ.3. Εντυπωσιακή και η άντληση δύναμης ενός ψηλόλιγνου κυρίου με φαλακρίτσα από ένα βραχιολάκι, αλλά εντυπωσιακότερες οι κραυγές ενός άλλου ψηλόλιγνου χωρίς φαλάκρα και δυναμικό βραχιόλι, που φωνάζει όπως ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης. Τι να πεις...
ΣΗΜ.4. Οι υπόλοιποι κυρίες και κύριοι μνηστήρες της πολυπόθητης εξουσίας το παίζουν ταπί και ψύχραιμοι και κάτι παιδάκια τρέχουν από δω κι από κει αλαλιασμένα να κολλάν αφίσες και να προπονούν τα συγγενικά γερόντια (καλά, αυτό το κάνουν όλοι, μη γελιόμαστε, και πεθαμένους απο τον τάφο θα σηκώναν μερικοί!) πώς να ισορροπήσουν μπροστά στο παραβάν κάνοντας πρόβα με τις κουρτίνες του σαλονιού.
ΣΗΜ.5. Σε μια επαρχία της χώρας, ένας ιπποψήφιος (έτσι, γιατί καβαλάει άλογο συχνά) εξουσιαστής ετοιμάζεται, λέει, να επαναλάβει τον άθλο του Μεγαλέξαντρου και να κόψει το Γόρδιο Δεσμό -πριν τον πάνε δεμένο με την άσπρη μπλούζα, εννοείται.
ΣΗΜ.6. Δεν μπορώ να ξέρω τι γίνεται σε όλες τις επαρχίες, αυτό που ξέρω είναι ότι οι υποψήφιοι εξουσιαστές έχουν λαλήσει κανονικά και φοβάμαι μη τυχόν η εγκυμονούσα κάλπη, μετά τη γονιμοποίησή της με τη Μυστηριώδη Ψήφο, γεννήσει κάνα... αυγό!
ΣΗΜ.7. Υπάρχει μια παροιμία αρχαία, που λέει «το μη χείρον, βέλτιστον» και είμαι σίγουρη πως ο λαός, που εκτός από σοφός και μαζόχας είναι και απρόβλεπτος, τη γνωρίζει και θα την αξιοποιήσει.

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

τα μάτια της έκαναν πουλάκια


Ενα πρωινό, μόλις ξύπνησε, άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ταβάνι. Εκείνην ακριβώς τη στιγμή, ξεκόλλησε ένα κομμάτι σοβά, μεταμορφώθηκε σε άσπρο πουλί και άρχισε να πετά μέσα στο δωμάτιο. Η κοπέλλα βιάστηκε να σηκωθεί, άνοιξε το παράθυρο, έδιωξε το πουλί και πήγε στην κουζίνα για καφέ. Μόλις άνοιξε την καφετιέρα, ένα καφετί πουλί ξεπήδησε από μέσα κι άρχισε να φτερουγίζει γύρω γύρω πάνω από το κεφάλι της. Ανοιξε το παράθυρο της κουζίνας κι έδιωξε το πουλί. Πήγε στο λουτρό, χωρίς να πιει καφέ, κι όπως κοίταζε τα πράσινα πλακάκια που καθρεφτιζόντουσαν πίσω της, ένα πρασινωπό πουλί ξεφύτρωσε από μέσα τους κι άρχισε να κόβει βόλτες στον περιορισμένο χώρο της μπανιέρας. Η κοπέλλα σκέφτηκε «παλιά μου τέχνη κόσκινο» κι άνοιξε το παραθυράκι του φωταγωγού για να φύγει το πουλί. Εκείνο, δίστασε για λίγο και μετά χάθηκε κρώζοντας. Ηταν ένα πουλί μεγαλούτσικο και σίγουρα θα δυσκολεύτηκε να βρει διέξοδο προς τον ουρανό. Η κοπέλλα πλύθηκε, έλουσε και τα μαλλιά της, και ξαναγύρισε στο υπνοδωμάτιο για να ντυθεί. Οπως άνοιγε τη ντουλάπα και κοίταζε τα ρούχα της για να διαλέξει τί να φορέσει, δεκάδες πουλιά βγήκαν με ορμή από τη ντουλάπα πεταρίζοντας σαν τρελλά, σαν να είχαν γλιτώσει μόλις από μια στενάχωρη φυλακή. Το παράθυρο είχε μείνει ευτυχώς ανοιχτό, κι έτσι τα πουλιά έφευγαν προς τα έξω χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια να τα διώξει. Διάλεξε ένα συνολάκι φούξια -παντελόνι, μπλούζα- και το φόρεσε, ενόσω τα πουλιά συνέχιζαν να βγαίνουν, να πετούν προς το παράθυρο και να χάνονται στον ουρανό του ακάλυπτου χώρου της πολυκατοικίας. Μόλις ντύθηκε, έκλεισε τη ντουλάπα, έκλεισε και το παράθυρο, βγήκε από το υπνοδωμάτιο και πήγε στο καθιστικό του μικρού της διαμερίσματος, να πάρει την τσάντα της να πάει στη δουλειά της. Τα πουλιά που ξεφύτρωναν από ταβάνια και τοιχους, από πλακάκια και ντουλάπες, από καφετιέρες και κατσαρολικά, δεν την ξάφνιαζαν πλέον. Παρατήρησε ότι ήταν σαν να δημιουργούσε το βλεμμα της τα πουλιά από το τίποτα, γιατί όταν δεν κοίταζε πουθενά -ή μάλλον, όταν είχε τα μάτια κλειστά- πουλιά δεν φανερωνόντουσαν. Ετσι ένοιωθε, τουλάχιστον, μια και, με κλειστά μάτια δε γινόταν να βλέπει τί συνέβαινε γύρω της. Η κοπέλλα ξεκίνησε για τη δουλειά της, ήταν ψιλοαργοπορημένη κιόλας εξαιτίας των πουλιών, με γρήγορο βηματισμό, έτρεχε σχεδόν και, όπως έτρεχε, χιλιάδες πολύχρωμα πουλιά στροβιλιζόντουσαν γύρω της. Αλλα ξεπρόβαλλαν από τις δεντροστοιχίες, άλλα ξεφύτρωναν από τις πλάκες των πεζοδρομίων, άλλα όρμαγαν απο τις βιτρίνες των μαγαζιών, άλλα ξεκόλλαγαν από τους τοίχους των πολυκατοικιών, άλλα φανερωνόντουσαν ξεσκίζοντας τις λαμαρίνες των αυτοκινήτων. Τα πουλιά είχαν κατακλύσει τη μικρή της γειτονιά, στη στάση του λεωφορείου γέμιζαν τις ταμπέλες, μυριάδες άραζαν πάνω στα κάγκελα των παρτεριών. Η κοπέλα ήταν αδύνατο να κλείνει τα μάτια για να μη ξεφυτρώνουν πουλιά, φοβόταν μη σκοντάψει. Το θέμα των πουλιών έγινε πρώτη είδηση στη μικρή πόλη, ο Δήμαρχος έστειλε πρώτα την Πυροσβεστική και μετά έκανε έκκληση στο στρατό να έρθει να βοηθήσει, η κυβέρνηση κήρυξε τον τόπο αυτόν ως "εκτάκτου ανάγκης" και ζήτησε βοήθεια από διάφορους ειδικούς, καθώς και από τα γειτονικά κράτη. Οσο κυκλοφορούσε όμως η κοπέλα -κι όσο είχε τα μάτια της ανοιχτά, εννοείται- τα πουλιά δεν λέγαν να πάψουν να εμφανίζονται. Το ευτύχημα ήταν πως κανείς δεν σκέφτηκε να ταυτίσει την κοπέλα με την παρουσία των πουλιών, κανείς δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί -εκτός αν το απεκάλυπτε η ίδια- και η κοπέλα δεν ήταν τόσο κουτή ώστε να θελήσει να συγκεντρώσει πάνω της τα πυρά όλης της κοινωνίας του τόπου της. Τα βράδια, όταν η κοπέλα πήγαινε για ύπνο κι έκλεινε τα μάτια, τα πουλιά εξαφανιζόντουσαν. Μια χειμωνιάτικη νύχτα όμως, η κοπέλα είχε αϋπνίες. Εκανε κρύο, τα παράθυρα ήταν κλειστά. Το πρωί βρέθηκε νεκρή στο υπνοδωμάτιό της, πνιγμένη ανάμεσα σε χιλιάδες μαύρα πουλιά, που της είχαν κόψει την ανάσα. Τα πουλιά είχαν κι αυτά ψοφήσει, είχαν σκάσει από ασφυξία -τόσα πολλά, στοιβαγμένα σε ένα τόσο μικρό χώρο...

Γραφτηκε χτες εδω και μεταφερθηκε με μικρες διορθωσεις.
___________________________
photo from: http://www.lauraalejo.com/index.php?/prjects-print/birds/

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Λαός και η Δημοκρατία (παραμύθι)

Μια φορά, ήταν ένας ωραίος νέος που ήταν τρελλά ερωτευμένος με μια πεντάμορφη κοπέλα. Ο νέος ονομαζόταν Λαός και η τρανή δεσποσύνη της καρδιάς του λεγόταν Δημοκρατία. Οπως συμβαίνει στα παραμύθια, οι άρχοντες βάζαν το νέο σε δύσκολες δοκιμασίες για να δείξει πως είναι άξιος να τη κατακτήσει, να τη παντρευτεί και να κάνουν μαζί μια οικογένεια με πολλά όμορφα και χαρισματικά παιδάκια. Υπάρχουν πολλοί θρύλοι και προφητείες για το τί μπορεί να κάνει ο Λαός με τη Δημοκρατία, φαντάζομαι να αληθέψουν κάποτε.

Ο Λαός λοιπόν, έκανε πολλά κατορθώματα, ένα σωρό άθλους, περισσότερους και δυσκολότερους κι από εκείνους που έκανε ο αρχαίος ήρωας Ηρακλής για χατήρι του ανάλγητου κοκκορόμυαλου ξαδέρφου του, του Ευρυσθέα. Είχε ξεμυαλιστεί εντελώς, λέμε, από τις χάρες της Δημοκρατίας, την οποία -πρέπει να το αναφέρουμε αυτό- δεν είχε δει ποτέ του ολοζώντανη μπροστά του, παρά μόνο το πορτραίτο της είχε αντικρύσει μερικές φορές. Οσο για τις χάρες της, γι αυτές έγραφαν όλοι οι σοφοί του κόσμου, ήταν πασίγνωστο ότι η Δημοκρατία ήταν πεντάμορφη και καλόψυχη και σοφή και και και... Ολοι λέγαν πως η Δημοκρατία ήταν μια ταιριαστή γυναίκα για το Λαό, η καλύτερη που μπορούσε να βρεθεί γι αυτό τον ωραίο νεαρό πάνω στη Γη.

Το πορτραίτο της Δημοκρατίας το δείχναν στο Λαό οι άρχοντες κάθε τέσσερα περίπου χρόνια, όταν τον στέλναν σε ένα μπουρδέλο να διαλέξει πουτάνα για να γαμήσει, αλλά αυτός, πιστός στην αρχόντισσα των ονείρων του, δεν καταδεχόταν να συρθεί σε ακόλαστα κρεββάτια. Φύλαγε το κορμί του, να το χαρίσει στη Δημοκρατία, την αγαπημένη του Δημοκρατία, και δεν είναι μυστικός ο τρόπος που κατεύναζε τις ορμές του.

Είχαν καταλάβει οι άρχοντες το ψώνιο του Λαού με τη Δημοκρατία και τον εκμεταλλευόντουσαν στο έπακρο, όσο δεν παίρνει δηλαδή. Τρέχα Λαέ εδώ και σύρε τσακίσου Λαέ εκεί, όλο διαταγές του δίναν κι όλο βάρη τον φορτώναν, κι αυτός ο φουκαράς εκανε ό,τι του λέγαν γιατί βαθειά μέσα του έτρεφε την ελπίδα πως η πανώρια Δημοκρατία θα γίνει μια μέρα των ημερών δική του. Κάπου κάπου, για να διατηρούν ζωντανή τη φλόγα της άδολης κι ερωτιάρας καρδούλας του, τράβαγαν τη κουρτίνα που κάλυπτε το πορτραίτο της Δημοκρατίας κι έδειχναν ένα μικρό κομματάκι από τη ζωγραφιά. Λίγο μάτι, λίγο μπούστο, λίγο αστράγαλο, κάτι τι πολύ λίγο, κάτι τι ελάχιστο τελοσπάντων.

Οπως θα έχετε καταλάβει όμως, εσείς που το μυαλό σας κόβει λιγουλάκι παραπάνω από το νιονιό του καημένου του Λαού -όχι πως ήταν κουτός, αλλά άμα είναι μια ζωή στη πρέσα κάποιος νέος ωραίος και νταβραντισμένος, καπου σκαλώνει ο νους- όπως θα έχετε καταλάβει λοιπόν, οι άρχοντες παίζαν με το νταλγκά του Λαού για τη Δημοκρατία. Και τί παιχνίδι! Αγριο και ανάλγητο. Καρφί δεν τους καιγόταν για τα βάσανα του νέου, φτάνει να έκανε τις δουλειές που του ανέθεταν για να κερδίζουν από τη δύναμή του. Γιατί, καθένας το ξέρει, ο Λαός είναι λεβέντης και πανίσχυρος.

Κάποτε κάποτε, άμα ο Λαός έδειχνε φανερά σημάδια ανησυχίας ή έδειχνε να ψυλλιάζεται την κοροϊδία που παιζόταν σε βάρος του, οι άρχοντες τού έσπαγαν κάνα πλευρό ή κάνα πόδι ή χέρι και τον χώναν στο γύψο μέχρι να γιατρευτεί και να συνέλθει. Μόλις απελπιζόταν από τη κλεισούρα και πήγαινε να σηκωθεί μοναχός του, τού κούναγαν μπροστά στο πρόσωπο την εικόνα της Δημοκρατίας, αυτός παραμυθιαζόταν, κι αντε φτου κι από την αρχή το μαγγανοπήγαδο.

Ετοιμάζαν το μπουρδέλο με το φανταχτερό αλλά ακατανόητο όνομα "Εκλογές" και τον στέλναν να διασκεδάσει, κάτι σαν μπάτσελορ πάρτι στο περίπου. Οι πουτάνες, βαλτές από τους άρχοντες, τον πότιζαν διάφορα μαγικά σερμπέτια, άφθονο αλκοόλ -δεν απαγορευόταν το αλκοόλ σε κείνες τις "Εκλογές"- του έπαιζαν ένα σωρό πρωτότυπα παιχνίδια, τον έρραιναν με "προεκλογικό υλικό", κάτι παραισθησιογόνα υπόθετα δηλαδή, τον τρέλλαιναν με τραγούδια που τράνταζαν τον τόπο, τραγουδώντας τα με ντουντούκες. Γενικά, στις "Εκλογές" γινόταν το έλα να δεις και ο Λαός το γλένταγε επειδή ήταν σίγουρος -κάθε, μα κάθε φορά, λέμε- ότι μετά το αχαλίνωτο πάρτι των "Εκλογών" θα συναντήσει επιτέλους την αγαπημένη του Δημοκρατία.

Η πλάκα είναι ότι ποτέ δεν πέρασε από το νου του ούτε μια πονηρή σκέψη, πως μπορεί δηλαδή να είναι στημένο το πάρτι, όπως λέμε δηλαδή μια απάτη, πως μπορεί να μην υπάρχει καν η Δημοκρατία γι αυτόν, πως ακόμα και το πορτραίτο μπορεί να είναι ψεύτικο, πως ίσως ίσως και οι σοφοί που υμνούν τις χάρες της πανώριας αυτής δεσποσύνης να είναι βαλτοί ή να κάνουν λάθος, πως κι αν ακόμα η Δημοκρατία υπάρχει και είναι πράγματι όπως τη περιγράφουν, μπορεί να είναι κι αυτή φυλακισμένη από τους άρχοντες σε κάνα πύργο που τον φυλάει κάνας τρομερός δράκος. Εμένα μού περνούν απο το νου διάφορα, αλλά δεν είμαι και απολύτως σίγουρη ώστε να συμβουλέψω το καημένο το Λαό και δεν ξέρω κι αν υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει την αλήθεια...

Ετσι, κάθομαι άπραγη και βλέπω κάθε τόσο το παιχνίδι που παίζεται σε βάρος του και τη κοροϊδία που τρώει, μη μπορώντας να κάνω τίποτα γι αυτόν. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ξεμοναχιάζω και να στολίζω καμμιά νεαρή πουτανίτσα μήπως και καταφέρω να τη βάλω κι αυτή να μπει στο χορό, μήπως αποδυναμώνοντας τις παλιές πουτάνες δώσω στο Λαό την ευκαιρία να μείνει λιγουλάκι ξεμέθυστος κι ανοίξει κάπως το μάτι του για να κερδίσει κάποτε τη γυναίκα που διεκδικεί, τη Δημοκρατία δηλαδή, και τότε να μάθω και'γώ αν αυτή η πανώρια δεν είναι πλάσμα της φαντασίας και αν πραγματικά υπάρχει.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Grippe=Influenza=Catarro Epidemico=Lucro=Γρίππη=???

-->> Πανδημία ανακριβειών και συνωμοσιολογίας (grep Alt) http://malvumaldit.wordpress.com/2009/08/04/a-pandemic-of-misstatements-and-conspiracy-theories/
-->> ΚΕΕΛΠΝΟ: ο Θεός να μας φυλάει http://tinyurl.com/kqcqbe

Αφού μελέτησα αυτά τα άρθρα, μαζί με τα σχόλιά τους, σε περίπτωση πανδημίας χολέρας -ή και πανούκλας!- εναποθέτω τις ελπίδες μου στο θεραπευτή της γειτονιάς μου! Δεν υπάρχει θεραπευτής στη γειτονιά μου; Μήπως να ιδρύσω ένα ΜΚΙΓΑΓ; Θα έχω και Νομικό Σύμβουλο λέμε!
(Μη Κυβερνητικό Ιδρυμα Για Αντιμετώπιση Γριππών)

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

το δικαίωμα του εκλέγεσθαι: πόσο ίσοι είμαστε;

Εγώ παίζω ξύλο με τα ΜΑΤ έδω και ένα χρόνο ασταμάτητα σχεδόν.
Απο τον περασμένο Μάιο που έγινε (σαν σήμερα) η εισβολή τους στην Λευκίμμη μέχρι τον Δεκέμβρη και απο ότι φαίνεται ξαναρχίζουμε.

Δεν περιμένω τις εκλογές για να δείξω την αντιθεσή μου στους κρατούντες-καταπιεστές-καπιταλιστές -εκμεταλευτές κ.ο.κ (τα γράφω όλα για να μην μου πεί τίποτα κανένας συνεπής).

Οι εκλογές είναι το γήπεδο των προαναφερθέντων και των κατοικίδιων τους.

Για να σου δώσω να καταλάβεις, προχτές είμουν σε μιά διακοματική επιτροπή ως εκπρόσωπος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την διανομή χώρων και χρόνων προβολής των συνδυασμών.

Μού έδωσαν ένα ταμπλώ στην άκρη της πόλης (μέσα στους βάτους) και μοιράστηκαν όλον τον τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό χρόνο, τις παρουσιάσεις στις εφημερίδες, Τα ταμπλώ του Δήμου εντός της πόλεως, τις πλατείες με εξέδρες και μικροφωνικές πληρωμένες απο τον Δήμο(δηλαδή και απο εμένα), και εβδομήντα εκατομμύρια ευρώ απο την συνολική κρατική επιχορήγηση.

Έτσι λοιπόν τα δημοκρατικά κατοικίδια (και τα αφεντικά τους βεβαίως) έκαναν ότι δεν άκουσαν τις διαμαρτυρίες μου.
Τους είπα ότι, ενώ το Σύνταγμα κατοχυρώνει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, στην πράξη αυτό δεν υπάρχει διότι είναι σαν να συμμετέχουμε όλοι ισότιμα σε έναν Μαραθώνιο όπου ο ένας έχει ως αφετηρία τα σκαλιά εμπροσθεν του Καλιμάρμαρου και ο άλλος να έχει ως αφετηρία τον Μαραθώνα.

Όση ώρα μιλούσα για όλα αυτά είχα να αντιμετωπίσω τις φωνές και διακοπές των πολιτικών εκπροσώπων των αφεντάδων (πολυεθνικών-siemens) ενώ τα κατοικίδια κοιτούσαν δήθεν αφηρημένα έξω απο το παράθυρο και με αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στην τσέπη τους (για τα τρέχοντα έξοδα).

Τήν Κυριακή θα είμαι στον Απραό για μπάνιο.

Την ψήφο μου θα την ρίξω πρωί-πρωί η αργά το απόγευμα.

Περιμένω την επόμενη μέρα και ο νοών νοείτω.

Γουστάρω όταν τους βλέπω να αγωνιούν μην τυχόν και χάσουν τον έλεγχο του ποίμνιου.

Γουστάρω και όταν βλέπω τις λιγοστές,πλέον, προβατίνες παρατεταγμένες να περιμένουν να ψηφίσουν με το ψηφοδέλτιο στον "κόρφο"

"...θέλουν-λέει-να διώξουνε τις στάνες του θανάτουουου θέλουνε να αλλάξουνε βοσκόοοο..."

Θα μας βλέπουν στον ύπνο τους και θα πετάγωνται κάθιδροι.

ΠΙΣΩ ΑΓΥΡΤΕΣ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ !!!!!
______________________________________
-->> το κείμενο ΔΕΝ είναι δικό μου, είναι ένα σχόλιο του IL TROVATORE στο ποστ της Krotkaya: Πολιτικόν (ζώ)ον

-->> διαβασε καλέ/ή μου αναγνώστη/τρια και το ωραίο παραμυθάκι που έγραψε ο ίδιος στο blog του: Η μαγεμένη πυγολαμπίδα και ο άπιστος Ανδρέας

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

η ραχοκοκκαλιά του έθνους συνθλίβεται

Μάλιστα. Ποια είναι η ραχοκοκκαλιά; Ετσι ονόμαζαν το σύνολο των εργαζομένων στο Δημόσιο Τομέα, τους δημόσιους υπαλλήλους δλδ. Επειδή όμως οι δημ. υπάλληλοι είχαν καταντήσει βραχνάς για κάθε μεταπολεμική κυβέρνηση, βρέθηκε τρόπος να μειωθεί δραματικά ο αριθμός τους. Πώς; Με την ιδιωτικοποίηση -τι λέξη κι αυτή!

Βέβαια, ο Δημόσιος Τομέας υπήρξε (και είναι ακόμα) η δεξαμενή που (υπο)δέχεται τα εκάστοτε "δικά μας παιδιά" -γαλάζια ή/και πράσινα εναλλάξ- και πολύ θα λυπηθούν οι ψηφοθήρες υποψήφιοι που θα χάσουν ένα βασικό ατού. Τι να γίνει όμως; Θυσία στο βωμό που λέγεται «το καλό της πατρίδας» -και της Αγίας Οικονομίας βεβαίως...

Ετσι λοιπόν, μετά το ξεπούλημα των Ναυπηγείων, του Αερολιμένα Αθηνών, του ΟΤΕ, της ΟΑ, της ΕΥΑΘ -όλες κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, εννοείται, αλλιώς δεν θά'πιαναν τα λεφτά τους- και πού να θυμάμαι ποιες άλλες ακόμα, οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργαζόντουσαν σε αυτές γίνονται ως δια μαγείας ιδιωτικοί! Το πιάσατε το κόλπο; Οπότε, ούτε απεργίες, ούτε τπτ, μια και η σπάθα της απόλυσης κρέμεται σαν τη σπάθα του Δαμοκλή πάνω από τα κεφάλια τους -να θυμόμαστε και λιγουλάκι μυθολογία, οι Μύθοι μας δεν είναι παραμύθια τελικά..

Ερχεται καλπάζοντας και το ξεπούλημα της ΔΕΗ, των Νοσοκομείων και των Πανεπιστημίων. Μετά, σιγά ή γρήγορα, η Μέση εκπαίδευση, τα Δημοτικά σχολεία και τα Νηπιαγωγεία. Δεν θα μείνει δημοσιοϋπαλληλικό ρουθούνι όπως πάει το πράγμα! Ισως μονάχα στα υπουργεία, αν και εκεί αναλαμβάνουν ήδη -λάου λάου το πάνε- το καθάρισμα ιδιωτικές επιχειρήσεις καθαρισμού. Ποιος με βεβαιώνει ότι δεν θα αναλάβουν παρόμοιες επιχειρήσεις να εξυπηρετήσουν και τις θέσεις άλλων υπαλλήλων, γραμματέων, μηχανικών, δικηγόρων, κλπ επιστημονικού προσωπικού;

Τώρα, βρισκόμαστε περίπου στη μέση του εκπληκτικού εγχειρήματος. Μπορούμε να αντιδράσουμε -ακόμα, ευτυχώς. Πώς όμως; Το όπλο της απεργίας εξακολουθεί άραγε να έχει τη δύναμη που είχε; Τώρα που η ραχοκοκκαλιά έχει μισοαποσυντεθεί, πώς μπορεί να ξαναβρεί τη συνοχή της;

Εμένα, δεν με νοιάζει και τόσο ο δημόσιος υπάλληλος. Εβρισκα πάντα ένα σωρό ανίκανους ανθρώπους να εκμεταλλεύονται τη θεσούλα τους για να μας αλλάζουν τα φώτα και πολύ θα ήθελα να βρισκόταν κάποιος τρόπος -κάτι τελοσπάντων- που να αναγκάσει αυτούς τους ανθρώπους να εργαστούν ικανοποιητικά. Εννοείται πως υπήρχαν (και υπάρχουν) δημόσιοι υπάλληλοι που φτύνουν αίμα κάθε μέρα να κάνουν τη δουλειά τους και να αναπληρώσουν τη δουλειά που δεν κάνουν οι τεμπέληδες τσαμπουκοδιορισμένοι. Ισως, ελπίζω, τώρα που σφίγγουν τα πράγματα, κάτι να γίνει να ισορροπήσει η κατάσταση. Ιδωμεν.

Δεν έχω πρόταση, αυτή τη φορά. Μόνο μια πρόβλεψη έχω: Θα γίνουμε το πρώτο Ιδιωτικό Κράτος με πολίτες Ιδιώτες -με την ακριβή έννοια της λέξης, άλλωστε τη χρησιμοποιούμε συχνότατα για να αυτοχαρακτηριστούμε εδώ και πολλά πολλά χρόνια.

-->> Το ότι ο τομέας των Υπηρεσιών θα ελέγχεται απολύτως από ιδιωτικές επιχειρήσεις (ΤΟ κεφάλαιο, δλδ) δεν σημαίνει, άραγε, ότι θα ελέγχει και την πολιτική εξουσία -και κατεπέκταση ΤΗΝ πολιτική της χώρας; Μέσω των διορισμών και άλλων παροχών, εννοείται.