Σελίδες

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Καλπάζοντας προς τις κάλπες


Αστραψε και βρόντηξε ο μεγάλος Δράκος κι έκαψε το Σαμ Αλάκα λίγες μέρες πριν τον στείλει η Αντζι στη χώρα του να μαζεύει βρούβες στο προεδρικό μέγαρο της Ιταλίας. Του την είχε στημένη του Σαμ ο μεγάλος Δράκος, επειδή η Αντζι είναι τόσο αχώνευτη που δεν τόλμαγε να την καταβροχθίσει με τη μία, έτσι την έθιξε δια της πλαγίας οδού, δαγκώνοντας το Σαμ δηλαδή...


Μπορεί μεν να φύγει από τη μέση σε λίγες μέρες ο μεγάλος Δράκος, αλλά αφήνει στο πόδι του το μικρούλικο Δραγκασάκι και η Αντζι τά'χει βάψει μαύρα τώρα και ψάχνει τρόπους να το ξεφορτωθεί πριν μεγαλώσει και μάθει τα κόλπα εκειμέσα στα μέγαρα της Εψης Εψιλον. Θα της λείψει πολύ ο Σαμ που τα έφερνε βόλτα κι όλο συμφώναγε μαζί της. Τι να γίνει όμως; Εχει ο καιρός γυρίσματα που λένε...

Καλπάζοντας προς τις κάλπες βλέπω πολλά ευτράπελα, όπως π.χ. τον αδηφάγο Μπεν Μπενίζ που ωρύεται ότι το πασοκ είναι το πιο σταθερό πράγμα του πλανήτη και'γώ τον φαντάζομαι σαν μπαλάκι του τέννις να κυλά γλυκά γλυκά στη κατηφόρα...

Βλέπω κι ένα ποτάμι γεμάτο λύματα, όπως ο Ασωπός στο περίπου, και πιάνεται η ψυχή μου -καλού κακού, πιάνω και τη μύτη μου, φυσικά.

Εκτός από αυτά που βλέπω, ακούω κιόλας τη φίλη μου τη Χαριτίνη που λέει -προβλέπει μάλλον- ότι την Κυριακή θα γίνει μέγα τραμπάκουλο και νά'χουμε το νου μας, πολίτες και αστυνομία, μέχρι το βραδάκι που όλα θα ηρεμήσουν και θα κοιμηθούμε λιγουλάκι πλουσιότεροι. Παρά τις μαύρες της σκέψεις, η φίλη μου είναι ξηγημένο παιδί, δεν φοβάται ντιπ.

Αυτά και.. Καλή ψήφο αδέρφια!!!
_____________________
ΣΗΜ. πριν λίγα χρονάκια οι ισπανοί φωνάζαν σε μας τους έλληνες να ξυπνήσουμε, αλλά εμείς οι μυστήριοι είμαστε πολύ θορυβώδεις και καταφέραμε να ξυπνήσουμε ολόκληρη την Ευρώπη.. τσ τσ τσ...δεν είναι να μας ξυπνάει κανείς... 

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Θά 'ρθει και πάλι,
και πάλι θα φύγει.
Η σκιά της ελπίδας
θα φωτίσει και θα χαθεί.
Σαν αστραπή.
Για πάντα.
Σαν σκοτεινή αστραπή.
Πόσο μαύρα είναι όλα!

(Παραμύθι ή σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο)


Κάποτε, σε μιά χλωμή χώρα, όπου όλα ήταν κιτρινισμένα, απ’ τον ουρανό μέχρι τα δέντρα και τα λουλούδια, τις λίμνες και τα ποτάμια, τη θάλασσα και τα χλωμά πρόσωπα των ανθρώπων, υπήρχε ένα μικρό κι ασήμαντο χωριουδάκι.

Στη μέση της πλατείας του μικρού χωριού βρισκόταν ένα μαγαζάκι με μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε με ξεθωριασμένα γράμματα:


ΕΔΩ ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ

Μιά μικρή κοπέλλα ξεπρόβαλε από ένα στενό δρομάκι μαντηλοδεμένη και το πλησίασε διστακτικά. Ανοιξε την πόρτα του μαγαζιού. Οι μεντεσέδες της έτριξαν μ’ ένα διαπεραστικό ήχο, γιατί ήταν εδώ και πολύ καιρό αχρησιμοποίητη. Μέσα στο μαγαζί, πίσω από ’να σκωροφαγωμένο πρασινωπό πάγκο, κάθονταν ένας γέρος και μιά γριά. Η μικρή κοπέλλα μίλησε:

- Λίγη ελπίδα, παρακαλώ.
- Λυπάμαι, μόλις μάς τελείωσε.
- Γιατί λυπάστε; Επειδή δεν έχετε να μού δώσετε;
- Οχι, επειδή δεν κρατήσαμε ούτε για μάς.
- Ευχαριστώ, θα πάω αλλού.
- Μή κάνετε τον κόπο. Πουθενά δεν πωλείται πλέον.
- Κι όμως. Ελπίζω να βρώ λίγη κάπου.
- Αν σας περισσεύει δεσποινίς, δώστε μας λίγη από τη δική σας.
- Ευχαρίστως. Ελάτε να ψάξουμε μαζί.

Σιγά - σιγά, ένα μικρό πλήθος ακολουθούσε τη μικρή κοπέλλα που έψαχνε ν’ αγοράσει λίγη ελπίδα. Το περίεργο είναι πως η ίδια δεν είχε καταλάβει ότι όχι μόνο δεν της έλειπε, αλλά είχε τεράστιο απόθεμα, που το μοίραζε απλόχερα σε όσους την ακολουθούσαν. Ετσι, απόχτησε οπαδούς.

Αρχισαν να περπατάνε μέσα από δάση, πόλεις, λιβάδια και χωριά, χωρίς τροφή, χωρίς ύπνο, χωρίς νερό: Η ελπίδα της μικρής κοπέλλας τους έτρεφε.

Μετά από μερικές ημέρες έφτασαν μπροστά σ’ ένα πανύψηλο τοίχο. Εκεί σταμάτησαν. Ο τοίχος ήταν κάτασπρος, σαν τεράστια παγοκολόνα. Ηταν και παγωμένος. Η μικρή κοπέλλα ακούμπησε το χεράκι της στο κέντρο του τοίχου, μα το τράβηξε απότομα, μη παγώσει.

- Αχ! Έκανε κατάπληκτη. Ελάτε! Φώναξε, ελάτε!
- Ελάτε, ν’ αχνίσουμε όλοι μαζί με τα χνώτα μας!

Πλησίασαν όλοι κι άρχισαν ν΄αχνίζουν “χού - χού” με τα χνώτα τους, εκεί, στη μέση του τοίχου. Ο τοίχος άρχισε να βαθουλώνει και να στάζει. Ηταν πραγματικά μιά τεράστια παγοκολόνα!

Οταν άνοιξε μιά μικρή τρύπα, μετά από χιλιάδες καυτές ανάσες, πέρασε από μέσα της η μυρωδιά της Ανοιξης.

Τότε, μόλις οι άνθρωποι τη μύρισαν, συνέχισαν ν’ αχνίζουν τον τοίχο με ξέφρενη χαρά, όλοι μαζί. Τα μάτια τους έλαμπαν, τα πρόσωπά τους είχαν στρογγυλέψει, τα χλωμά τους μάγουλα απόχτησαν χρώμα.

Κάποτε, δεν μπορώ να υπολογίσω πότε ακριβώς, άνοιξε ένα μεγάλο πέρασμα στον τοίχο. Η μικρή κοπέλλα γύρισε, τους κοίταξε όλους προσεκτικά και τους είπε:

- Μέχρι τώρα δουλέψαμε όλοι μαζί για να τρυπήσουμε τον τοίχο. Τώρα, πρέπει να προσέξουμε. Ενας - ένας να περάσουμε, να μη χαλάσουμε το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μας.

Στάθηκε στο πλάϊ επιβλέποντας να μη χαλάσει το άνοιγμα, απ’ όπου περνούσαν όλοι προσεκτικά, ένας - ένας. Μα σιγά - σιγά, το πέρασμα μίκραινε, στένευε.

Η μικρή κοπέλλα εκλιπαρούσε να συνεχίσουν να το αχνίζουν με τα χνώτα τους περνώντας το, οι άνθρωποι όμως δεν της έδιναν πιά σημασία κι απλώς περνούσαν βιαστικοί για να φτάσουν γρηγορότερα, ν’ αγγίξουν την Ανοιξη. Ευτυχώς δεν ήταν και τόσοι πολλοί, έτσι η μκρή κοπέλλα πρόλαβε να περάσει κι εκείνη, τελευταία.

Αυτό που αντίκρυσε περνώντας ήταν ένα τεράστιο ανθισμένο λιβάδι, όσο έπιανε το μάτι, γεμάτο χαρούμενους ανθρώπους, που χόρευαν και τραγουδούσαν.

Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Η μικρή κοπέλλα έχτισε ένα μικρό μαγαζάκι κι έβαλε μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε:


ΕΔΩ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Πιστεύω πως θα περάσουν πολλά χρόνια για να χρειαστεί κάποιος σ’ αυτόν τον τόπο να γυρέψει ελπίδα. Ο καθένας έχει μπόλικη στην ψυχή του. Κι όσο τη μοιράζεται με τους άλλους, όσο τη χαρίζει, η ελπίδα θα περισσεύει.

_____________________________
ΣΗΜ.1.  ανέβηκε την Τετάρτη, 8/11/2006, στο Blogometro
ΣΗΜ.2.  αν δεν είμαστε "ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ" μπορούμε να ελπίζουμε ότι το παραμυθάκι θα βγει αληθινό.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΑΤΑΤΟΧΩΡΑ ή ΚΑΤΩ ΤΑ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ !

Τα χρόνια τα παλιά η μεγάλη και ξακουστή Πατατοχώρα εφοδίαζε όλο τον κόσμο με τις νόστιμες και ολόγερες στρογγυλές πατάτες της. Κάποτε όμως έπεσε ένα φοβερό σκουλήκι που τις έφαγε όλες, μα όλες, κι ένα πρωί ξημερώθηκε η Πατατοχώρα χωρίς ούτε μιά πατάτα.

Σα να λέμε σήμερα πως η Κίνα στέρεψε από μετάξι, η Αραβία από πετρέλαιο, η Ιταλία από μακαρόνια κι η Ελλάδα από πολιτισμό.

Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι σοφοί της Πατατοχώρας, το γνωστό Συμβούλιο Των Σοφών, και συζητούσαν για τον τρόπο που έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν αυτό το σοβαρό πρόβλημα.

Η ιδέα που κυριάρχησε ήταν ν' αλλάξουν το όνομα της χώρας τους και ν' αρχίσουν να καλλιεργούν άλλα προϊόντα, "όπως όλος ο κόσμος" -έτσι είπε ο Πρόεδρός τους.

Ενα μικρό αγόρι όμως, που άκουσε την ανακοίνωση του Συμβουλίου από το ραδιόφωνο, δε συμφώνησε καθόλου μ’ αυτή την ιδέα. Είχε γεννηθεί πατατοχωρίτης και δεν ήθελε ν’ αλλάξει πατρίδα. Εγραψε λοιπόν για τη δική του ιδέα στους σοφούς και, παράλληλα, τη διαφήμισε στους τοίχους της πόλης του. Πίστευε δηλαδή, πως έπρεπε να πολεμήσουν το σκουλήκι που κατέτρωγε τις πατάτες και όχι ν’ αλλάξουν όνομα στη χώρα τους αποδεχόμενοι την καταστροφή, που στο κάτω - κάτω κανείς δεν ήξερε πόσο θα διαρκούσε.

“Ζήτω οι πατάτες - Κάτω τα σκουλήκια” έγραφε παντού.

Οι σοφοί ξαναμαζεύτηκαν για να ξανασκεφτούν. Εν τω μεταξύ, οι νέοι επιστήμονες της Πατατοχώρας έψαχναν πυρετωδώς για να βρούν το φάρμακο που θα καταπολεμήσει τον εχθρό της πατάτας. Νύχτα - μέρα στα εργαστήρια, ανάμεσα σε μικροσκόπια και σε περίεργα χρωματιστά υγρά, δεν σταματούσαν την έρευνα, ώσπου ένα μεσημέρι ανακοίνωσαν ότι, επί τέλους, βρέθηκε το ποθητό φάρμακο.

Ο κόσμος έτρεξε αμέσως να το προμηθευτεί από τα φαρμακεία και τα καταστήματα γεωργικών φαρμάκων. Οι σοφοί όμως, που δεν είχαν αποφασίσει ακόμα άν θ' αναιρέσουν την προηγούμενη απόφασή τους, απαγόρεψαν την πώληση του φαρμάκου. Ευτυχώς που μερικοί καλλιεργητές είχαν προλάβει να τ' αγοράσουν.

Μετά από λίγους μήνες κυκλοφόρησαν πάλι στην αγορά νέες τροφαντές πατάτες, νοστιμότερες κι από πριν. Εστειλαν και στους σοφούς μιά παρτίδα για να τους πείσουν ότι η χώρα τους δεν έπρεπε ν' αλλάξει όνομα.

Οι σοφοί, που ακόμα συνεδρίαζαν, δεν μπήκαν στον κόπο να δοκιμάσουν τις καινούργιες πατάτες, επειδή δεν τις θεωρούσαν εκλεπτυσμένη τροφή.

Ο λαός αδημονούσε, είχε ακόμα εμπιστοσύνη στους σοφούς και περίμενε την απόφασή τους πριν ν’ αρχίσει και πάλι την εξαγωγή της περίφημης πατάτας.

Τα άλλα κράτη, εκμεταλλευόμενα την παρατεταμένη σιωπή των σοφών της Πατατοχώρας καθώς και την πρώτη τους απόφαση για αλλαγή του ονόματός της, άρχισαν να καλλιεργούν πατάτες και ν’ απαγορεύουν την εισαγωγή τους από την Πατατοχώρα. Οι σοφοί, εν αγνοία τους, ενεργούσαν εναντίον της πατρίδας τους με την ολιγωρία τους. Διάφορες φήμες κυκλοφορούσαν στα κανάλια της τηλεόρασης. Ενας σοφός βγήκε σ' ένα "παράθυρο" και είπε πως οι νέοι επιστήμονες δεν έχουν βρεί πραγματικά το φάρμακο και σπέρνουν ψεύτικες ελπίδες στο λαό, τους συγχωρεί όμως "λόγω του νεαρού της ηλικίας τους". Ενας άλλος σοφός ανακοίνωσε ότι η θέση του Συμβουλίου Των Σοφών είναι αμετακίνητη: Η χώρα πρέπει ν' αλλάξει όνομα.

Ο λαός καταλάβαινε πως κάτι μαγειρεύεται πίσ' από την πλάτη του, δεν μπορούσε όμως να ενεργήσει γιατί περίμενε τη γνώμη του Συμβουλίου, ακόμα κι όταν δεν έμενε η παραμικρή αμφιβολία πως οι νέοι επιστήμονες είχαν δίκιο, πως το φάρμακο είχε βρεθεί και ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό στην καταπολέμηση των σκουληκιών της πατάτας.

Πέρασαν αρκετά χρόνια και η χώρα έμενε μετέωρη. Δεν είχε όνομα και κανείς στον κόσμο δεν την αναγνώριζε. Η παλιά της δόξα είχε σβήσει και λίγοι, πολύ λίγοι, θυμόντουσαν το ένδοξο παρελθόν της. Ακόμα περισσότερο το λησμονούσαν οι εχθροί της, που δεν τους συνέφερε καθόλου να το θυμούνται.

Οι νέοι επιστήμονες έβαζαν όλα τους τα δυνατά για να ενημερώνουν το λαό σχετικά με την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, έγραφαν στους τοίχους και μιλούσαν στα λεωφορεία, μιά και κανένας ραδιοτηλεοπτικός σταθμός δεν τους έδινε βήμα ώστε να ακουστούν περισσότερο. Ετσι όμως η γνώμη των νέων επιστημόνων έχανε το βάρος της και ο πολύς κόσμος τους αντιμετώπιζε με δυσπιστία και διατηρούσε τις ελπίδες του στους σοφούς, που, με τη στάση τους, μόνο σοφοί δεν ήταν.

Οι εχθροί, που τώρα είχαν φτάσει την παραγωγή της πατάτας τους σε δυσθεώρητα ύψη, είχαν κάθε λόγο να εξαφανίσουν την πρώην ξακουστή Πατατοχώρα. Δεν στάθηκαν λοιπόν απλοί παρατηρητές και, με το πρόσχημα πως η χώρα αυτή δεν είχε αποκτήσει ακόμα όνομα, οπότε δεν είχε πίστη στη διεθνή αγορά, την απέκλειαν συνεχώς από τα διεθνή συνέδρια και από τα κέντρα λήψης αποφάσεων για το μέλλον του πλανήτη. Οι σοφοί της Πατατοχώρας δεν καταλάβαιναν γιατί είχαν απομονωθεί, για ποιόν λόγο τους επιστρέφονταν οι συμμετοχές τους στα διεθνή συνέδρια όλο και πιό συχνά.

Πέρασαν τα χρόνια και οι επιστήμονες δεν ήταν πιά τόσο νέοι κι οι σοφοί είχαν αλλάξει θέση με αντικαταστάτες, που ακολουθούσαν με συνέπεια τα χνάρια τους.

Υπήρχε έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας, που κανείς πιά δε θυμόταν γιατί και πώς είχε αρχίσει.

Ο λαός, πάντως, έτρωγε ακόμα πατάτες που καλλιεργούνταν παράνομα και που, χάρη στα επίσης παράνομα φάρμακα, ήταν πεντανόστιμες και απρόσβλητες από το φοβερό σκουλήκι που κόντευε να εξολοθρευτεί εντελώς.

Το μικρό παλληκαράκι, που είχε πρώτο δυσπιστήσει στην πρώτη απόφαση του Συμβουλίου Των Σοφών περί αλλαγής ονόματος της Πατατοχώρας, είχε γίνει πλέον ολόκληρος άντρας. Δρώντας για πολύ καιρό στην αφάνεια, είχε καταφέρει να πλουτίσει από το παράνομο εμπόριο πατάτας και αντισκουληκικού φαρμάκου. Με την τεράστια περιουσία του έστησε δικό του ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο με παγκόσμια εμβέλεια και, ενημερώνοντας για το τί ακριβώς συμβαίνει στην πατρίδα του, απέκτησε φίλους και υποστηρικτές σ' όλόκληρο τον κόσμο.

Ετσι, η Πατατοχώρα ξαναβρήκε τ' όνομά της, οι σοφοί πήγαν σπίτι τους και οι επιστήμονες, στηριζόμενοι από το λαό, ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας στο παρά πέντε, μιά και οι εχθροί, που παραμόνευαν σαν αρπακτικά, κήρυξαν τον πόλεμο με όλα τα μέσα, με απαγορεύσεις αλλά και με όπλα. Απαγόρευαν την κατανάλωση της πατατοχωριανής πατάτας κι έριχναν με τ’ αεροπλάνα τους νέα σκουλήκια στους αγρούς της Πατατοχώρας.

Ο λαός ενώθηκε σε μιά μάζα και, με μιά καρδιά και μιά ψυχή, αντιστάθηκε σθεναρά και νίκησε τους εχθρούς κατά κράτος.

Οταν όλα τέλειωσαν, ακούστηκε απ' όλα τα δίκτυα του πλανήτη ο εθνικός ύμνος της Πατατοχώρας και κανείς δεν αμφισβήτησε πλέον την ποιότητα της παραγωγής της. Οι πατατοχωρίτες ξαναβρήκαν τη χαμένη τους περηφάνεια και από τότε ζούν ευτυχισμένοι καλλιεργώντας, τρώγοντας και εξάγοντας τις υπέροχες πατάτες τους.

----------------------
ΣΗΜ.1. Το παραμύθι γράφτηκε στις 12 Δεκ. 1997 ως σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο. Πριν 2-3 χρόνια κάποιος ενδιαφέρθηκε και ζήτησε να το διαμορφώσω για παιδικό θέατρο, αλλά, στη συνέχεια, διάλεξε κάτι τι πιο εύπεπτο. Το θεατρικό παραμένει αζήτητο μαζί με τα τραγουδάκια του.
ΣΗΜ.2. Το παραμύθι ανέβηκε στο Blog "Rodia's stories" στις 7 Οκτωβρίου 2006.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Το γέλιο αντιμετωπίζει το σκοτεινό και το γελοίο

πάτα εδώ να μορφωθείς: Κυριακή, 25 Μαρτίου 2007
Ανατρέχω στο παλιότερο πόστιον που ανέβηκε την Κυριακή 25 Μαρτίου 2007 επειδή βαριέμαι να ξαναγράφω τα ίδια και τα ίδια. Αν και ο τίτλος τα λέει όλα, το παλιό κειμενο έχει τη χάρη του. Τότε -πριν οχτώ χρονάκια σκάρτα- το ποστ αναφερόταν στα ελληνικά πράγματα, σήμερα όμως επεκτείνεται σε διεθνή ύδατα. Δυστυχώς, καθώς φαίνεται, είμεθα πειραματόζωον διαρκείας και παντός καιρού. 
Καλή ανάγνωση!