Σελίδες

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Η μηχανή Μαριάννα Δημητρίου


Πριν καμμιά 10ριά μέρες πήγα στο θέατρο! Με τί λεφτά; Με πρόσκληση βέβαια, αφού δεν περισσεύει μία λέμε.. Αυτά κάνει η σκατοκρίση. Να στερεί από μένα -που δεν άφηνα παράσταση για παράσταση, αρχής γενομένης απο τα παλιά χρόνια του υπογείου (ποιανού υπογείου; ένα είναι ΤΟ υπόγειο!)- τη βασική μου πνευματική τροφή. Ισως λοιπόν επειδή ήμουν αποστερημένη τα τελευταία (κρίσιμα) χρόνια με λυπήθηκε η θεά τύχη και με κληρώσαν στο κόκκινο, στην εκπομπή του κ. Μανόλη Πολέντα την προπερασμένη Κυριακή, να θεατριστώ επιτέλους κομμάτι... Η πρόσκληση ήταν για τη Δευτέρα 20 του μήνα που σήμερα μας αφήνει και θα ξανάρθει του χρόνου -ώρα του καλή.
Τηλεφώνησα στη κορούλα μου τη μικρή, αλλά δε μπορούσε να με συνοδέψει κι έτσι πήγα με το φίλο και συνεταίρο μου (στην ανεργία) κ. Papadoc που ψόφαγε κι εκείνος για μια παραστασούλα. Φτάσαμε ωραία στο θεατράκι CAMP που βρίσκεται κάπου πίσω από την εκκλησια των Αγ. Ασωμάτων σε ένα μικρό δρομάκι με μεγάλο όνομα που αρχίζει απο "Τ" -μη με πιέζετε, δεν το θυμάμαι και δεν έχουν τη διεύθυνση στη σελίδα... Εχουν όμως τα τηλέφωνα! Ψάξ το, αγαπημένε/η μου αναγνώστη/τρια και θα το βρεις στα σίγουρα.

Φτάσαμε λοιπόν αρκετά νωρίς, ο κ. Papadoc με το μετρό κι η αφεντιά μου χαλαρά χαλαρά με το πόδι. Καπνίσαμε καναδυό στριφτά έξω στο δρόμο κι όταν είδαμε τις σκιές να απομακρύνονται από το τζάμι της πόρτας μπήκαμε. Ο μικρός χώρος είχε σχεδόν γεμίσει και στενοχωρέθηκα που καθήσαμε στην άκρη άκρη κοντά στη μπόρτα, πράγμα που αργότερα θα έβρισκα θείο δώρο.

Αρχίζει το έργο HAMLETMACHINE τουHeiner Muller, το οποίο σημειωτέον γνώριζα ήδη από το 2004 ή 2005 που είχα πετύχει το βιβλιαράκι των εκδόσεων ΑΓΡΑ, γνώριζα λίγο-πολύ την ιστορία του κειμένου και τη θεατρική του πορεία στο Αμέρικα -θεατροφρίκ γαρ. Το ίδιο βιβλιαράκι πουλιέται και στο κυλικείο του θεάτρου εμπλουτισμένο με τα στοιχεία της παράστασης.

Αρχίζει το έργο και λέω από μέσα μου «άντε να δούμε τί ψάρια πιάνει η νεαρή ηθοποιός που δεν την έχω ακουστά» σκουντάω και τον κ. Papadoc να μην έχει και μεγάλες απαιτήσεις, τζάμπα είναι στο κάτω κάτω. Αυτοσυγκεντρώνεται η κοπέλλα και ξεκινάει το πράγμα να τσουλά ομαλά να απαγγέλει με διάφορους τρόπους το κείμενο το γνωστό, κάτι ψευτομαχαιρώματα που απομυθοποίησα επιτόπου, λίγα χαχανητά από κάποιον που εξέφραζε έτσι την αμηχανία του -υποθέτω- και πάμ' παρακάτ'...

Ετσι κύλησαν τα πρώτα είκοσι λεπτά σε συνολική διάρκεια μιας ώρας. Στα εικοσπέντε περίπου λεπτουδάκια έπαθα τη πλάκα μου λέμε. Σκύβω στον ώμο του κ. Papadoc και ψιθυρίζω «θέλω να φύγω, δεν αντέχω άλλο, εσύ μείνε αν αντέχεις, δεν πειράζει» εκείνος μου λέει «κάνε λίγη υπομονή, μικρό είναι τελειώνει όπου νά'ναι» αλλά έχω κολλήσει το πρόσωπό μου στον ώμο του, το μέτωπό μου είναι πηγή κρύου ιδρώτα, έχω παραλύσει, δεν θέλω να βλέπω άλλο και -κυρίως- δεν θέλω άλλο ν' ακούω, όμως τα χέρια μου είναι ψόφια και δεν ανεβαίνουν να βουλώσουν τα αυτιά μου. Εκείνος, μόλις αντιλαμβάνεται πως μου συμβαίνει κάτι τι σοβαρό, χαϊδεύει απαλά τον καρπό του δεξιού μου χεριού και κάθε τόσο με καθησυχάζει «άντε, πέντε λεπτάκια μείναν ακόμα» αλλά τα πέντε λεπτάκια είναι περισσότερα από μια ζωή ολόκληρη μερικές φορές.

Δεν ξέρω τί μού γίνεται. Χείμαρρος συναισθημάτων έχει κάνει κατάληψη στο βαθύ μου είναι, μάχη συναισθημάτων, πόλεμος εικόνων μαίνεται, πολυβολεία ηχούν από παντού, αν έβλεπα κάποιον να σφάζεται μπρος στα μάτια μου πιθανότατα να μην ένοιωθα έτσι, τόσο τρομερά και ανεξήγητα δηλαδή. Είχαν ορμήσει να με κατασπαράξουν όλα όσα αδυνατούσα να καταλάβω, όλα όσα γνώριζα, όλα όσα θα ήθελα και δεν θα ήθελα να ξέρω, όλα όσα απεχθανόμουν... Ολα τα θηρία του κόσμου παρουσιάστηκαν μπροστά μου, λέμε, και μάλιστα χωρίς να τα βλέπω έτσι που έσκυβα με το πρόσωπο κρυμένο στον ώμο του καλού μου κ. Papadoc. Τρέλλα! Παράνοια! Παραλογισμός! Μπέρδεμα! Μέχρι τώρα δα που γράφω αυτές τις γραμμές -που χρωστάω να γράψω για την αποκάλυψη "Μαριάννα Δημητρίου"- δεν έχω καταφέρει να ξεχωρίσω ποιο ακριβώς συναίσθημα ήταν το κυρίαρχο. Ολη η φρίκη του ανθρώπινου πλάσματος -τα φριχτά πράγματα που είναι ικανό να πράξει και να δεχτεί- περνούσαν σαν χίλια μύρια βέλη από το μυαλό και τρύπαγαν τη σκέψη μου. Η ηθοποιός -με όλη τη σημασία της λέξης ηθοποιός- παλλόταν, εκφράζοντας με κάθε δυνατό τρόπο -ήχο, κίνηση, ομιλία- το δυνατό κείμενο του Χάινερ Μύλλερ, το βίδωνε σε μυαλά και καρδιές, με κάθε τρόπο σήμαινε «ξυπνάτε ωρέ!» σαν ένα υπερκόσμιο ξυπνητήρι ξεχώνοντάς μας από την εποχή των παγετώνων.

Προς το τέλος, μου λέει σιγανά ο κ. Papadoc «έλα, δες τώρα, είναι η κάθαρση, πλησιάζει το τέλος» και ανοίγω τα μάτια και ήταν πραγματικά η κάθαρση, αλλά με πολύ μικρή διάρκεια μετά από όλο αυτό το σφυροκόπημα. Ηθελα κι άλλη κάθαρση. Ηθελα να αποκρυσταλλώσω μέσα μου την εικόνα του γυμνού μυαλού που γεννιέται, να ρουφήξω την υπόσχεση ελπίδας που ανατέλλει, να γεμίσω το δικό μου μυαλό -το αδειασμένο εντωμεταξύ- με όμορφα καινούργια πράγματα.

Η Μαριάννα είχε ρίξει πάνω της μια κάτασπρη αστραφτερή ρομπίτσα και υποκλινόταν, ο κόσμος χειροκροτούσε μανιασμένα που γλύτωσε απο τον εφιάλτη φαντάζομαι, τα δικά μου χέρια σηκώθηκαν και τα παρακολουθούσα να χειροκροτούν αραιά αραιά στο ύψος του προσώπου, ενώ τα χείλη μουρμούριζαν «τί μας έκανες σήμερα βρε κοπέλλα μου» και «μας πέθανες ρε Μαριάννα κορίτσι μου» και αν υπήρχαν έξω απο το θεατράκι γραμμές τρένου σίγουρα θά'πεφτα για να ξαναγεννηθώ, δεν ήθελα να δω άλλο θέατρο στη ζωή μου! Τί Παξινού και Συνοδινού λέμε τώρα -και ας με συχωρέσουν όλες οι μεγάλες τραγωδοί- τί Κουν και υπόγεια και παράλογα και πρωτοπορειακά -ζητώ συγγνώμη κι απο σένα μεγάλε Κάρολε, φαντάζομαι δεν θα είχες αντίρρηση αν έβλεπες αυτή τη θεά- μπάζα δεν πιάνουν μπροστά στο φαινόμενο Μαριάννα Δημητρίου. Πραγματική αποκάλυψη το αστέρι που γεννήθηκε μπροστά στα μάτια μου, μέσα σε φόνους και τρικυμίες, το άστρο που έλαμψε ολοκάθαρο σε μαύρο φόντο φόβου και φρίκης.

Μετά, πήγαμε για φαϊ, αλλά δεν κατέβαινε μπουκιά. Επινα νερό και δεν μιλούσα, μονο επιφωνήματα και βογγητά και «ευτυχώς που δεν ήρθε το παιδί, είναι και ευαίσθητο», ο κ. Papadoc τά'παιξε κανονικά και «ήταν πραγματικά σπουδαία παράσταση, αποκάλυψη η μικρά» και «αυτό είναι μέθεξη Μαρίνα» μού'λεγε κάθε τόσο και γύρισα σπίτι κι άνοιξα το λεξικό αλλά τη λέξη δεν τη βρήκα. Υποθέτω πως προέρχεται από το ρήμα μετέχω -ή μήπως το μεθίημι; Ευτυχώς τη βρήκα σήμερα εδω και πράγματι είναι από το "έχω". Δεν θυμόμουν ότι ο μέλλων "έξω" παίρνει δασεία. Ατιμο αλτσχάιμερ.

Η κορούλα μου πήγε βέβαια και το είδε το έργο με μια φίλη της κι ενθουσιαστήκανε κι αγκάλιασαν τη Μαριάννα μετά την παράσταση και «αυτό το έργο πρέπει να το δει όλη η Ελλάδα μαμά, έγινα άλλος άνθρωπος» ήταν το συμπέρασμά της και «αυτή η παράσταση είναι εμπειρία ζωής» απάντησα και το πιστεύω στ' αλήθεια πως έτσι είναι. Ευχαριστούμε Μαριάννα και υπόλοιποι συντελεστές! Είστε σπουδαίοι! Υπόσχομαι να έρθω να ξαναδώ κανονικά την παράσταση μόλις ηρεμήσω λιγουλάκι, ε...
___________
Η φωτό από εδώ: http://campoint.gr/?p=3992 έχει κι άλλες σε φωτοκύμα, στο πλάι δεξιά, δες τες μόνος/η σου.

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

ένα παραμυθάκι χωρίς κόμματα και τελίτσες

το μικρό άσπρο χαρούμενο αρνάκι πηδολογούσε στη ζούγκλα ανάμεσα στα αιμοβόρα θηρία στα φίδια στα ερπετά στα αρπακτικά όρνεα και παρατρίχα τη γλύτωνε απο το να γίνει λιώμα κάτω από μια γιγάντια πατούσα ή να οδηγηθεί ολόκληρο σε κάνα πεινασμένο -ή και χορτάτο- στομάχι και κάθε τρεις και λίγο λαχταρούσε μια ησυχία μια ηρεμία μια ασφάλεια αλλά χωρίς μαντρί και τσοπάνη πράγμα δυσκολο -αδύνατο μάλλον καλύτερα στην εποχή μας ίσως και σε όλες τις εποχές- και μια μέρα που κουράστηκε να πηδολογάει βρεθήκαν κάτι επιτήδειοι και το ψήσανε να συμμετάσχει σε μια ένωση θηρίων "και τί δουλειά έχω εγώ το φτωχούλι ανάμεσα στα θηρία;" ρώτησε ψιλοπανικόβλητο αλλά ο επιτήδειος ήταν πολύ επιτήδειος επειδή τού'χαν τάξει και θα κονόμαγε πολλά απο τη θυσία του μικρού άσπρου χαρούμενου αρνιού -χώρια που ο ένας επιτήδειος πολλαπλασιάστηκε και γίναν πολλοί επιτήδειοι και ήταν όλοι τους κατά σύμπτωση αρνάκια κι αυτοί αλλά μαύρα που θέλαν να κερδίσουν και να φάνε τον άμπακο- και απάντησε στο αρνάκι μας "δε θέλεις ασφάλεια ηρεμία και ησυχία;" και "βέβαια θέλω να ξεκουραστώ λιγουλάκι και να μη τρομάζω συνέχεια απο τους λύκους που έρχονται απο την ανατολή και το βοριά" χωρίς να ξέρει ότι οι λύκοι ήταν μαριονέτες των θηρίων που τις παίζαν ειδικά για να τρομάζουν το αρνάκι και να το φέρνουν προς το μέρος τους για να το γδάρουν να πάρουν τη προβιά του και μετά να το ξεκοκκαλήσουν κιόλας -τί θηρία θα ήταν άμα δεν σκεφτόντουσαν έτσι μοβόρικα;- και το αρνάκι μάσησε το χόρτο που το τάισαν και βρέθηκε συνεταίρος ισότιμος των θηρίων φίλος κολλητός των ερπετών και αδερφάκι των αρπακτικών και πηδολόγαγε ήσυχο πια μέσα στη ζούγκλα και σίγουρο πως κανείς δεν θα το πατήσει να το λιώσει ούτε θα το γδάρει να το φάει ούτε θα το τρομάξει να πάθει κάνα έμφραγμα στα καλά καθούμενα και ο καιρός περνούσε και το μικρό άσπρο χαρούμενο αρνάκι ένοιωθε πολύ όμορφα και ανάμεσα σε φίλους ισχυρούς όμορφους ντυμένους κυριλέ με ριγέ γραββάτες και κοστούμια με βάτες και κυρίες αφράτες και γελαστές με οδοντοστοιχίες που στάζαν μέλι και βυζιά που μοσχοβολούσαν θυμάρι φρέσκο από τη Σίφνο και τον Υμηττό αλλά κάποια στιγμή η παράσταση τέλειωσε και οι εταίροι και φίλοι ζήτησαν από το αρνάκι ένα πανάκριβο εισιτήριο εισόδου στην ένωσή τους που αποδείχτηκε συμμορία και το αρνάκι τρόμαξε τόσο πολύ που δεν πρόλαβε να τρέξει να κρυφτεί και να γλιτώσει απο τα νύχια και τα δόντια τους τρόμαξε τόσο που μούδιασε ολόκληρο περισσότερο απο την προδοσία που υπέστη από εκείνους που νόμιζε φίλους και από τα μαύρα αρνιά που το οδήγησαν στη μαύρη παγίδα και στεκόταν ακίνητο περιμένοντας να δουλέψει το μυαλό του λέμε τώρα γιατί το μυαλό είχε υποστεί τη μεγαλύτερη βλάβη

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

οι κλέφτες που δεν ήταν λαμόγια

 

Η «άγρια τόλμη» των κλέφτικων τραγουδιών

Tου Παντελη Μπουκαλα

Το ύμνησε ο Γκαίτε. Το λάτρεψε ο Σολωμός. Το προσκύνησε ο Βαλαωρίτης. Το αγάπησε ο Παλαμάς, κι ο Μαλακάσης βέβαια κι ο Κρυστάλλης. Το εκτίμησε ιδιαίτερα ο Καβάφης, Το εκθείασε ο Σεφέρης, που το μετρούσε σαν «ατόφια ελληνική φωνή». Το σεβάστηκε ο Ελύτης, που έγραψε για τον Γκάτσο: «Αλλ’ εμείς τη δημοτική γλώσσα και την παράδοση τις εκμάθαμε. Σιγά σιγά και με πολύν κόπο. Εκείνος τις βρήκε μέσα του, έτοιμες, μαζί με τα τραγούδια των προγόνων του, τις αφομοίωσε μαζί με “το γάλα της μητρός του”, που θα έλεγε ο Σολωμός». Ο Γκάτσος, λοιπόν, μαθήτευσε σε αυτό, όπως κι ο Ρίτσος. Κι άλλοι, πολλοί, το υπηρέτησαν και το τίμησαν, με τον τρόπο του ο καθένας. Πλούσιο μέσα στην ποικιλία του το δημοτικό τραγούδι, ευαίσθητο, ελευθερωμένο από προκαταλήψεις και συμπλέγματα, άρα και συναρπαστικά ελευθερωτικό, απέσπασε κάτι βαθύτερο από τον θαυμασμό και πνευματικά γονιμότερο: το σέβας.
Οι έπαινοι που κέρδισε το δημοτικό τραγούδι δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό του ύψος, τη λογοτεχνική του ευφυΐα και διαύγεια, την εκπληκτική οικονομία του. Ανταποκρίνονται σε ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματά του, που σπανιότατα κάμπτονται ή υποχωρούν· στην ευθύτητά του δηλαδή, στη δικαιοσύνη που το διακρίνει, στην τιμιότητα θεώρησης των ανθρωπίνων πραγμάτων που το εξυψώνει, στον τρόπο εντέλει με τον οποίο η βαθιά συγκίνηση μορφοποιείται σε λόγο χωρίς το αίσθημα να πλημμυρίζει πληθωριστικό τις λέξεις. Και στην απλότητά του βέβαια, που το σφραγίζει είτε όταν ζυγίζει και μετράει τον κόσμο είτε όταν αποδίδει τις ποικίλες εκδηλώσεις του, ευφρόσυνες ή πικρές, ειρηνικές ή πολεμικές.
Γράφοντας για το κλέφτικο, ο Κλωντ Φωριέλ, που πρώτος δημοσίευσε συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, το 1824, στο Παρίσι, σχολιάζει: «Ο, τι περισσότερο ξεχωρίζει αυτά τα βουνίσια τραγούδια από τα υπόλοιπα είναι ένα μοναδικά ρωμαλέο ύφος· είναι μια, πώς να το πω, άγρια τόλμη στη σύλληψη, στη σύνθεση και στις σκέψεις, που η απλότητα και το καθημερινό ύφος της έκφρασης τις κάνει να ξεπετάγονται πιο ζωντανές απ’ ό, τι θα πετύχαινε μια γλώσσα εμφατική και πιο στολισμένη. Υπάρχει κάποια αναλογία, κάποια αρμονία ανάμεσα στην ιδιοφυΐα των κλεφτών και σ’ εκείνη των ποιητών, που θα μας έκανε να νομίζουμε πως οι τελευταίοι θα μπορούσαν να μάχονται σαν τους πρώτους, κι αυτοί πάλι να τραγουδούν σαν τους άλλους· και δύσκολα θ’ αποφάσιζε κανείς αν βρίσκεται περισσότερος ενθουσιασμός, περισσότερο μίσος για τους Τούρκους, περισσότερη αγάπη για την ελευθερία στους στίχους των ραψωδών ή στη ζωή των ηρώων τους. Αισθάνεται κανείς σ’ όλες αυτές τις συνθέσεις την επίδραση των τόπων που τις ενέπνευσαν· αισθάνεται πως πρωτοβγήκαν στα βουνά. Αλλά αυτά τα βουνά είναι ελληνικά, και δεν έχουν καθόλου αιώνιους πάγους, και οι κορυφές τους δεν ξεπερνούν το ύψος όπου η γη παύει να νιώθει τη γλυκιά ζέστη του ήλιου, παύει να έχει πρασινάδες και λουλούδια» (βλ. το βιβλίο του Φωριέλ «Ελληνικά δημοτικά τραγούδια», εκδ. επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, τόμ. Α΄).
Αυτή την «άγρια τόλμη», που φανερώνεται απολαυστική και στην εικονοποιία των δημοτικών, στην τεχνική τους, τη διακρίνουμε και στην «ιδεολογία» τους, στη στάση τους απέναντι σε όσα συμβαίνουν, μια στάση που μπορούμε να τη θεωρήσουμε φυσική και αυθόρμητη, καρπό ενός λαϊκού πολιτισμού που κρατάει τις αξίες του, και όχι προϊόν κάποιας θεωρητικής σύλληψης. Ειδικά στα κλέφτικα, η στάση αυτή αποκαλύπτεται με διάφορες μορφές. Οδηγεί πρώτα πρώτα στην ιστόρηση επεισοδίων όπου τον τόνο τον έδωσε οτιδήποτε άλλο, πάντως όχι ο ηρωισμός, γεγονός που θέτει τα τραγούδια αυτού του περιεχομένου έξω από τον κανόνα «ορθοέπειας» που εκ των υστέρων πλάστηκε. Ο καπετάν Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, λ.χ., για τον οποίο έγραφα εδώ την περασμένη Κυριακή, εμφανίζεται στο ακόλουθο δημοτικό όχι σαν ήρωας αλλά σαν κάποιος που καυχιέται μεθυσμένος από δύναμη για όσα αντεκδικούμενος έπραξε εις βάρος ενός ιερέα με τον οποίο είχε διαφορές: «Τι ’ν’ το κακό που γίνεται τούτο το καλοκαίρι, / τρία χωριά μάς κλαίονται, τρία κεφαλοχώρια, / μας κλαίγεται κι ένας παπάς από τον Αγιο Πέτρο. / Τι τόκαμα του κερατά και κλαίγετ’ από μένα; / Μήτε τα βόδια τ’ έσφαξα μήτε τα πρόβατά του· / τη μια του κόρη φίλησα, τις δυο του θυγατέρες, / το ’να παιδί του σκότωσα, τ’ άλλο το πήρα σκλάβο / και πεντακόσια δυο φλουριά για ξαγορά τού πήρα· / ούλα λουφέ τα μοίρασα, λουφέ στα παλικάρια, / κι ατός μου δεν εκράτησα τίποτα για τ’ εμένα».
Ολα τούτα ηχούν παράδοξα μόνο υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ότι παραγνωρίζουμε την ηθική της δημοτικής ποίησης, που δεν της επιτρέπει την αυτολογοκρισία, και δεύτερον ότι θεωρούμε πως τα κλέφτικα αφορούν αποκλειστικά την Επανάσταση και τους ήρωές της, τα ανδραγαθήματα και τον δοξασμένο ή μαρτυρικό θάνατό τους. Αλλά τα κλέφτικα είχαν αναπτυχθεί πολύ νωρίτερα, και με την ιδρυτική τους αμεροληψία κατέγραψαν και απαθανάτισαν και περιστατικά που ίσως ενοχλούν τη σημερινή ακοή, σε άλλα εθισμένη από νωρίς. Οσο βαθιά, ας πούμε, κι αν ήταν η χριστιανική πίστη, κι όποιος κι αν υπήρξε ο σεβασμός για τους ιερωμένους, ο δημοτικός τραγουδιστής δεν έχει κανένα πρόβλημα να παραδώσει στην αιώνια χλεύη (και χωρίς καν να υψώσει τον τόνο, απλώς ιστορώντας) έναν καλόγερο που το 1806 πρόδωσε στους Τούρκους τον Γιάννη (Ζορμπά) Κολοκοτρώνη, αδερφό του Θοδωράκη, ο οποίος μαζί με έξι συγγενείς του είχε ζητήσει καταφύγιο στο μοναστήρι της Αιμυαλούς κοντά στη Δημητσάνα. «Καλόγερος δεν μαρτυρά, δε γίνεται προδότης» βεβαιώνει τον Γιάννη Κολοκοτρώνη ο μοναχός, αμέσως έπειτα όμως: «Και κάνει τον ανήφορο και πάει στη Δημητσάνα. / Ψιλή φωνίτσα έριξε, όση κι αν εδυνάστη: / “Μικροί – μεγάλοι στ’ άρματα και γέροι στα ντουφέκια, / τ’ έχω δυο ξένους στο ληνό, στ’ αμπέλι, στο Βιδόνι”». Με τη δική του απλότητα, θυμάται ο Γέρος του Μοριά στα «Απομνημονεύματά» του: «Ο Γιάννης [...] επήγε εις τους Αιμυαλούς, μοναστήρι, του έδωσε ένας καλόγερος φαγί και έπειτα επήγε, έδωσε είδησιν εις τους Τούρκους, επήγαν, τον επολιόρκησαν εις τον ληνόν και τον εσκότωσαν».
Την αμεροληψία του το δημοτικό τη διατηρεί ακέραιη και στα χρόνια της Επανάστασης, όταν αναφέρεται σε εμφύλιες συγκρούσεις (λ. χ. το τραγούδι για τη μάχη του Θοδωράκη Γρίβα με τον καπετάνιο Δημήτριο Μακρή στην Κατοχή Μεσολογγίου, το 1823) αλλά κι όταν συμμερίζεται τον πόνο του εχθρού, όπως στο τραγούδι για τον πάμπλουτο Κιαμήλμπεη που αιχμαλωτίστηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς. «Στην ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει ο Δ. Πετρόπουλος, «υπάρχουν τραγούδια εμπνευσμένα από ηρωισμούς ή παθήματα προσώπων, που με τις πράξεις τους έβλαψαν άτομα ή το έθνος γενικότερα. Ο λαϊκός ποιητής, καθώς και ο λαϊκός ακροατής του, δοκιμάζουν συγκινήσεις από πράξεις ανθρώπων ανεξάρτητα από το ηθικό τους περιεχόμενο και από πατριωτικές ιδέες». Ποιο άλλο μεγαλείο να ζητήσουμε;
_________________________
ΣΗΜ.1. απο: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_2_27/03/2011_1294790 
via: http://panosz.wordpress.com/2011/03/25/sxoliasths-...
ΣΗΜ.2. θα μάθουμε ποτέ να ξεχωρίζουμε τους παλιούς κλέφτες; να μη τους μπερδεύουμε με τα σημερνά αποβράσματα της δήθεν τάχα μου "πολιτικής", δηλαδή...
ΣΗΜ.3. Θυμήθηκα αυτό το ποστ που είχα ανεβάσει παλιά στο http://legacy.radiobubble.gr/el/tags/rodia και σκέφτηκα να το παραδώσω ξανά στα άϋλα φτερά του διαδικτύου. Η επανάληψη βοηθά στην κατανόηση και στην αποδοχή της ρίζας και της ταυτότητάς μας. ε;
ΣΗΜ.4. Δωράκι! "του Μάρκου Μπότσαρη", τραγουδισμένο από τη Βάγια.